ΔΥΟ ΕΠΟΧΕΣ, ΔΥΟ ΞΕΝΟΙ - Βασίλης Μάλτας

Ένα Ιαπωνικό υπαρξιακό, μινιμαλιστικό κομψοτέχνημα για τη μοναξιά, που μιλά για τα μεγάλα μέσα από τα μικρά

“Συμβαίνουν πράγματα στη ζωή που δεν περιγράφονται με λέξεις. Η έκπληξη και η ταραχή με ταξιδεύουν μακριά. Θέλω να μείνω εκεί για πάντα, μακριά από τις λέξεις. Αλλά εκείνες με πολιορκούν διαρκώς κι αναπόφευκτα. Ονόματα, συναισθήματα και πράγματα γύρω σου, σε ρουφάνε. Όταν πρωτοήρθα στην Ιαπωνία, τα πάντα γύρω μου ήταν γεμάτα μυστήριο και φόβο. Τα πράγματα και τα συναισθήματα που τότε ήταν φρέσκα, πια έχουν αντικατασταθεί από λέξεις”: όσο η σεναριογράφος του κινηματογράφου και της τηλεόρασης Νοτιοκορεάτισα Λι που έχει μάθει πια τα Ιαπωνικά, αναλογίζεται ότι έχει παγιδευτεί στις λέξεις, τα πλάνα στο σκοτεινό δωμάτιό της εναλλάσσονται με πρωινά πλάνα μιας πυκνοχτισμένης Ιαπωνικής μεγαλούπολης. Στην Λι, περισσεύουν πια οι λέξεις αλλά στερεύουν τα συναισθήματα και στερείται μιας πρώτης ύλης να μεταπλάσει σε τέχνη. Μοναχική, επιφυλακτική απέναντι στους ανθρώπους, η θλίψη έχει εξαπλωθεί στο πρόσωπό της.

Το μολύβι στο χέρι μπροστά σε μια άδεια σελίδα. Μετά από αρκετή ώρα και δυσκολία, ένα συγκρατημένο, ανακουφισμένο χαμόγελο γράφοντας: “Σκηνή 1. Καλοκαίρι. Παραλία”: ένας νέος επισκέπτεται τη μητέρα του σε μια ήσυχη παραλιακή κωμόπολη. Μια νέα με ένα δάχτυλο μπανταρισμένο, που έχει βρεθεί απρογραμμάτιστα σ’ αυτήν την κωμόπολη, θα διασχίσει έναν μικρό σκοτεινό διάδρομο για να φτάσει στη φωτεινή καλοκαιρινή παραλία όπου συναντιέται τυχαία με τον νέο. Συναντήσεις που πυκνώνουν.

– “Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος στον κόσμο τόσο άτυχος όσο εγώ” της λέει.
– “Ή κάνεις ένα ταξίδι και δεν ξαναγυρνάς. Ξεκινάς τη ζωή σου κάπου αλλού, κάνοντας πώς είσαι κάποιος άλλος. Ή ξαναγεννιέσαι και γίνεσαι εντελώς κάποιος άλλος”, θα πει εκείνη σε μια συνομιλία τους στο βραδινό ημίφως.
– “Εγώ νομίζω ότι είσαι μια χαρά όπως είσαι. Δεν χρειάζεται να είσαι κάποια άλλη”.
– “Είσαι ωραίος τύπος”.

Δύο μοναχικοί νέοι άνθρωποι, τραυματισμένοι από τις ερωτικές τους σχέσεις, πλησιάζονται στο προστατευτικό ημίφως όπου γίνονται ορατές οι φευγαλέες ματιές τους και τα φευγαλέα χαμόγελά τους. Το χατζαπλάστ θα αφαιρεθεί από το δάχτυλο. Αν στο φως προβάλλουμε την επιθυμητή εικόνα μας ανεβαίνοντας στη σκηνή με το προσωπείο της κοινωνικότητας και διεκπεραιώνοντας την ανεπίγνωστη τραυματικότητά μας, κι αν στο σκοτάδι κρυβόμαστε από τους άλλους και τον εαυτό μας, στο ημίφως μπορούμε να επανέλθουμε σ’ αυτό που είμαστε (και όσο πιο νέοι, τόσο πιο σύντομα), μπορούμε να παρατηρήσουμε τους άλλους με λιγότερα κι ασθενέστερα παραμορφωτικά από τους φόβους φίλτρα. Θα’ λεγες ότι μέσα από την προσέγγισή τους στο καλοκαιρινό ημίφως, οι δύο νέοι ανοίγονται περισσότερο στο φως της ημέρας- εκείνο το λαμπρό, θερμό καλοκαιρινό φως που αναζωπυρώνει τις αισθήσεις.

Το δάχτυλο της γυναίκας στο απομακρυσμένο χιονισμένο ορεινό χωριό που δείχνει στην Λι την τοποθεσία του πανδοχείου στο βουνό, αναγκάζεται να βγει έξω από τον τόσο μικρό χάρτη- η Λι θα πρέπει να φανταστεί τη διαδρομή της, σε μια πρώτη αναμέτρηση με τους φόβους της. Έχει βρεθεί εκεί μετά από σύσταση ενός θεατή της ταινίας με τους δύο νέους, να κάνει ένα ταξίδι σαν γιατρειά στον φόβο της ότι δεν έχει ταλέντο και στη δυσκολία της να γράψει ένα νέο σενάριο- και για φτάσει εκεί το τραίνο, θα διασχίσει μια σκοτεινή σήραγγα: τώρα είναι η ίδια η Λι που πρέπει να ανέβει στη σκηνή της ζωής κι όχι μέσω της ασφάλειας από το μυθοπλαστικό πρόσωπο εκείνης της νέας, τώρα πρέπει η ίδια να εκφράσει τη μελαγχολία της, να αντιμετωπίσει τα φαντάσματά της. Η επικοινωνία με τον μοναχικό, δυσπρόσιτο, τραυματισμένο συναισθηματικά αλλά πιστό στις αξίες του μεσήλικα ιδιοκτήτη του πανδοχείου θα αρχίσει με αμοιβαία επιφυλακτικότητα κι αμηχανία.

– “Τι είδους σενάρια γράφετε; Εγώ προτιμώ τις ταινίες με χιούμορ”.
– “Κι εμένα μου αρέσει το χιούμορ”.
– “Αλλά δεν το ευχαριστιέσαι στις κωμωδίες. Την καλή δουλειά, νομίζω, τη βλέπεις από το πόσο καλά περιγράφει τη θλίψη”.

Δύο μοναχικοί, θλιμμένοι άνθρωποι πλησιάζονται βήμα-βήμα, συνομιλώντας χαμηλότονα στο προστατευτικό ημίφως μιας λάμπας τα βράδια. Στο ημίφως αναγκαζόμαστε να εντείνουμε τις αισθήσεις και την αντίληψή μας, να αφουγκραστούμε τους ψιθύρους και τους πνιγμένους αναστεναγμούς, οξύνεται η συνειδητότητά μας, μυούμαστε στην ξεχασμένη μας εσωτερικότητα (και όσο πιο μεγαλύτεροι, τόσο πιο αργά). Η επούλωση δεν είναι μια διαδικασία όπου το φως διώχνει το σκοτάδι παρά η ικανότητα να βλέπουμε διάφανα την ψυχή του άλλου και τη δική μας μέσα στο ημίφως. Θα’ λεγες ότι μέσα από την προσέγγισή τους στο χειμωνιάτικο ημίφως, θυμούνται πώς είναι να αποζητάς περισσότερο το φως της ημέρας- εκείνο το απαλό χειμωνιάτικο φως που κατευνάζει, αφυπνίζει ανεπαίσθητα τη δίψα για ζωή. Και, η τυχαία συνάντηση και η επικοινωνία που αναπτύσσεται ανάμεσα στην Λι και τον πανδοχέα πραγματώνουν τη μυθοπλαστική εκδοχή της σύνδεσης των δύο νέων: η τέχνη γεννιέται από τη ζωή και η ζωή ανατροφοδοτείται από την τέχνη.

Δύο τυχαίες συναντήσεις δύο ξένων σε δύο διαφορετικές εποχές, δύο ιστορίες, η μία μυθοπλαστική εντός της μυθοπλασίας και η άλλη μυθοπλαστική εντός της ταινίας, δύο παραλλαγές της ίδιας πραγματικότητας με κοινά θέματα, του φόβου του ανοίγματος στο απρόβλεπτο της ζωής και της επιθυμίας για σύνδεση των τεσσάρων αυτών μοναχικών ψυχών. Βασισμένη στα μάνγκα του Γιοσιχάρα Τσούγκε, “Σκηνές από την παραλία” (1968) και “Ο κύριος Μπεν και το ιγκλού του” (1967), “Η ταινία δεν αρκείται στην αναπαράσταση των μάνγκα αλλά θέτει το ερώτημα: πώς μπορούμε να νιώθουμε αληθινά ζωντανοί;”, δηλώνει ο σκηνοθέτης. “Ήθελα η ταινία να αρχίσει σε έναν κόσμο που μοιάζει ακίνητος- σχεδόν χωρίς ζωή. Στην αρχή, οι χαρακτήρες είναι απελπισμένοι, έμπλεοι υπαρξιακής ανησυχίας. Μια μέρα, παρατηρούν το φύσημα του ανέμου, το χιόνι να πέφτει κι ακούνε τη σιωπή. Έκπληκτοι, αρχίζουν να νιώθουν ξανά ζωντανοί- σαν να ξαναγεννιούνται. Και για να απεικονίσω αυτήν τη διαδρομή, η ψηφιακή φωτογραφία ήταν καταλληλότερη”.

Κλειστό, σχεδόν τετράγωνο κάδρο που οι διαστάσεις του παραπέμπουν στα μάνγκα, πλάνα στατικά από διαφορετικές γωνίες λήψης που προτρέπουν στην παρατήρηση και κατανόηση των ανθρώπων, πλάνα στατικά γιατί θαρρείς ότι η ελάχιστη κίνηση της κάμερας θα διαταράξει μια εύθραυστη ισορροπία των ευάλωτων ανθρώπων και το προσεκτικό πλησίασμά τους. Συναισθήματα και σκέψεις που ανταλλάσσονται χαμηλότονα, μεταδίδοντας ταυτόχρονα την αίσθηση εκείνων που παραμένουν άφατα (αν κι ορισμένες στιγμές, η ταινία είναι περισσότερο ελλειπτική απ’ όσο θα θέλαμε)- πόσες, άραγε, τέτοιες μικρές, φευγαλέες, πολύτιμες στιγμές και δυνατότητες επικοινωνίας χάνονται καθημερινά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε; Συγκινητική σκηνοθετική διακριτικότητα που δεν πλησιάζει τα πρόσωπα τις στιγμές της έκθεσής τους ενόσω εξομολογούνται τον μύχιο πόνο τους, που αποφεύγει συναισθηματικές κορυφώσεις προτρέποντας σ’ έναν διαλογισμό, αργοί, γαλήνιοι ρυθμοί, ο κύκλος των εποχών και η αντανάκλασή του στον ανθρώπινο ψυχισμό, η ποίηση της καθημερινότητας. Μια ταινία Ιαπωνική μέχρι το μεδούλι, ένα υπαρξιακό, μινιμαλιστικό κομψοτέχνημα που μιλά για τα μεγάλα μέσα από τα μικρά.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module