KONTINENTAL ’25 - Βασίλης Μάλτας

Δηκτικό χιούμορ και παραλογισμός στην τέως κομμουνιστική και νυν νεοφιλελεύθερη Ρουμανία

“Kontinental 25” (μεταφράζεται: “Ευρωπαϊκό 25”) ονομάζεται το πολυτελές ξενοδοχείο που θα χτιστεί στη θέση ενός παλιού κτιρίου, στο υπόγειο του οποίου κοιμάται προσωρινά ένας μεσήλικος άστεγος μετά τις ολοήμερες περιπλανήσεις του στην Κλουζ-Ναπόκα (δεύτερη πολυπληθέστερη πόλη της Ρουμανίας), συλλέγοντας ανακυκλώσιμα σκουπίδια από δρόμους και πάρκα για ελάχιστα λέου, επαιτώντας λίγα ακόμα χρήματα ώστε να αγοράσει junk food, ρωτώντας για δουλειά. Όταν του επιδοθεί δικαστική απόφαση για την έξωσή του, θα ζητήσει ένα μισάωρο για να μαζέψει μόνος τα πράγματά του- και, παρά το ότι του έχει εξασφαλιστεί διαμονή σε ένα άσυλο, θα αυτοκτονήσει. Όπως σε όλες τις νεοφιλελεύθερες χώρες, έτσι και στη σημερινή Ρουμανία η επιβίωση έχει καταστεί ατομική ευθύνη και η φτώχεια ατομική αποτυχία- κι ο θάνατος του άστεγου είναι σαν θυσία στα θεμέλια της οικοδόμησης του νέου status της, σαν μια εκσυγχρονισμένη επιστροφή σε εκείνο το πολιτιστικό στάδιο όπου (πραγματικές) ανθρωποθυσίες γίνονταν με την πεποίθηση ότι εξασφαλιζόταν η σταθερότητα των προς ανέγερση κτιρίων.

Κι όμως, η Ορσόλια, η έμπειρη δικαστική επιμελήτρια που επέδωσε την έξωση, νιώθει υπεύθυνη για τον θάνατό του παρά το ότι είχε μεριμνήσει για την καθυστέρηση της έξωσης και την εξασφάλιση στέγης σε άσυλο, παρά το ότι η απάντηση όλων σε όσους/-ες αφηγείται αυτήν την τραγική ιστορία αναζητώντας εξιλέωση από τις ενοχές της, είναι ότι δεν ευθύνεται αυτή (μάλιστα, ο πνευματικός της καθιστά αποκλειστικά υπεύθυνο τον ίδιο τον άστεγο δεδομένου ότι η θρησκεία θεωρεί την αυτοκτονία ως αμαρτία- πριν χαρακτηρίσει τον Σέξπιρ ως “επαρχιακό γραφιά” σε σύγκριση με τη Βίβλο!). “Νομικά δεν έχω ευθύνη αλλά αισθάνομαι ένοχη” επαναλαμβάνει η Ορσόλια- και η επανάληψη αποκτά κωμική και, τελικά, ειρωνική διάσταση: η Ορσόλια προβληματίζεται για την ευθύνη της ως γρανάζι αυτού του συστήματος (αντίθετα με τους συναδέλφους της που αδιαφορούν πλήρως για το απονενοημένο διάβημα του άστεγου) και συμπληρώνει τις συζητήσεις της με τη ρήση του Μπρεχτ “Όσο πιο αθώοι είναι, τόσο πιο πολύ τους αξίζει η εκτέλεση” (ο Μπρεχτ αναφερόταν στις καταδίκες των αντισταλινιστών στην ΕΣΣΔ, αποδίδοντας ευθύνη σε όσους απ’ αυτούς δεν προσπαθούσαν να ανατρέψουν τον Στάλιν- με ένα παραξένισμα στον λόγο του με το οποίο πάντα επιδίωκε να ερεθίσει γόνιμα τη σκέψη των ανθρώπων): μέσω της ρήσης του Μπρεχτ, η Ορσόλια αναφέρεται στην ευθύνη της να υπηρετεί το σύστημα των εξώσεων- χάρη στο οποίο, όμως, έχει σπίτι με αυλή για τα τρία παιδιά της, δύο αυτοκίνητα με τον σύζυγό της και οικονομική δυνατότητα για διακοπές στα ελληνικά νησιά… ένας δυσεπίλυτος ηθικός γρίφος… Ποιες, άραγε, αποφάσεις δικαιώνουν μια τέτοια ηθική αναταραχή και ποιες τη ματαιώνουν; Πώς αποφεύγεται ο ηθικός σχετικισμός και συμψηφισμός; Τι συρρικνώνει τόσο συχνά μια τέτοια υπαρξιακή κρίση σε επιβεβαίωση της ηθικής διαφοροποίησης από τους άλλους;

Κάθε συζήτηση της Ορσόλια είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της ταινίας, ένα στατικό πλάνο-σεκάνς μεγάλης διάρκειας που εκτυλίσσεται σε φυσικό χρόνο κι όπου οι άνθρωποι μιλούν σχεδόν ανέκφραστα και μετωπικά μπροστά στην κάμερα επαναλαμβάνοντας απόψεις που δεν ολοκληρώνονται σε επικοινωνία, εκτός κάδρου ήχοι από έναν οργασμό κατασκευαστικών εργασιών επιτείνουν τις δυσκολίες της επικοινωνίας, εμβόλιμα πλάνα νεόχτιστων ή ανεγειρόμενων σπιτιών, πολυκατοικιών και κτιρίων διακόπτουν τη χρονική συνέχεια. Συρρίκνωση του δημόσιου χώρου, τυποποιημένης αισθητικής ομοιόμορφα σπίτια και πολυκατοικίες ξεφυτρώνουν περικυκλώνοντας παλιές εκκλησίες, αγάλματα και αρτ-νουβώ κτίρια, περιφραγμένες ζώνες για VIP κατοίκους εμφανίζονται, κι όμως δεν λιγοστεύουν τα άδεια οικόπεδα όπου “πωλούνται σπίτια”. Στη μετακομμουνιστική Ρουμανία, το παλιό συρρικνώνεται ή αντικαθίσταται από το νέο ώστε να πιστοποιείται η απομάκρυνση από το τραυματικό κομμουνιστικό παρελθόν (που ο σκηνοθέτης χαρακτηρίζει ως “Σοβιετική βαρβαρότητα” ενώ είναι χαρακτηριστική η ύπαρξη του μεγάλου “Μνημείου Αντι-κομμουνιστικής Αντίστασης” όπου λαμβάνει χώρα μια συζήτηση με δηλητηριώδη βέλη κατά του Πούτιν και της Ρωσίας). Τι μπαίνει στη θέση του; “Οι κατασκευαστικές κυβερνούν τη Ρουμανία. Είναι συμμορία απατεώνων”, διαπιστώνει η Ορσόλια. Μια ραγδαία επέκταση χωρίς αισθητική αναβάθμιση, μια αέναη ανάπτυξη που στον ψυχισμό των κατοίκων δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η πόλη τους αποκτά όλο και μεγαλύτερη αξία. Παντού Ρουμανικές σημαίες πλάι στις Ευρωπαϊκές, θαρρείς πιστοποιώντας τη μεταμόρφωση μιας χώρας όπου η εντυπωσιακή πρόσοψη του παρόντος κρύβει τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και τη φτώχεια των περισσότερων κατοίκων.

Μια πόλη, μια χώρα- και μια ήπειρος, ένας ολόκληρος κόσμος- που πάσχουν από την ύπουλη αστική ασθένεια της αποξένωσης και της υποκρισίας (η Ορσόλια και μια φίλη της αναφέρονται στις μηνιαίες χρεώσεις ύψους 2 ευρώ από τον λογαριασμό τους για φιλανθρωπικούς σκοπούς). Και, στη σημερινή Κλουζ-Ναπόκα, όχι μόνο συντηρούνται, επιπλέον οξύνονται οι γνώριμοι από το παρελθόν διαχωρισμοί μέσω εθνικισμών και ρατσισμών (φυλετικών και κοινωνικών): Ρουμάνοι εναντίον της Ουγγρικής μειονότητας (ακούμε για την προσάρτηση της Ουγγρικής  Τρανσυλβανίας, η Ουγγρικής καταγωγής Ορσόλια κατηγορείται για την αυτοκτονία του αστέγου λόγω τής καταγωγής της ενώ ο άστεγος ήταν αόρατος από τους συμπατριώτες του), ακούμε για Ρομά που διαβιούν σε σκουπιδότοπους και για άστεγους που αναγκάζονται να ουρήσουν και να αφοδεύσουν υπαίθρια, ντελιβεράδες που στις τσάντες μεταφοράς του φαγητού αναγράφουν με φωτεινά γράμματα “Είμαι Ρουμάνος” ώστε να αποφύγουν τη στοχοποίηση των Ρουμάνων οδηγών ενάντια στους ντελιβεράδες από Σρι Λάνκα.

Ειρωνεία, δηκτικό χιούμορ, παραλογισμός διαποτίζουν τους διαλόγους της Ορσόλια που εξηγεί από τεχνικής άποψης και με ίδια ακριβώς λόγια πώς αυτοκτόνησε ο άστεγος δένοντας καλώδιο στο καλοριφέρ που έσφιξε στον λαιμό του (“Συνήθως οι άνθρωποι κρεμιούνται από κάτι που βρίσκεται ψηλά κι όχι χαμηλά όπως ένα καλοριφέρ που βρίσκεται στο πάτωμα”, διευκρινίζει ο σκηνοθέτης), ξαφνικοί ήχοι τέκνο μουσικής από αόρατη πηγή δυσκολεύουν και υπονομεύουν μια συζήτηση της Ορσόλια, ένας παλιός φοιτητής της επιδίδεται σε ατελείωτη επίδειξη βουδιστικών διδαχών επιδιώκοντας κρυφά να κάνει σεξ, διασώστες που χωρίς ιδιαίτερη ζέση επιχειρούν ανανήψεις ενθυμούμενοι τον τίτλο του τραγουδιού “Stayin’ alive”! Γνώριμος Ράντου Ζούντε αν και χωρίς την καυστική ένταση προηγούμενων ταινιών του, αν και με συμπάθεια προς τις ενοχές κι αντιφάσεις της ηρωίδας του. “Στην ταινία υπάρχει το στοιχείο του παραλόγου, όμως πάντα υπάρχει παραλογισμός στις ιστορίες της πραγματικής ζωής. Έχει μεγάλη σχέση με τον πολιτισμό μας στην Ρουμανία, με την αλλαγή από την απολυταρχική, στυγνή δικτατορία σε χαοτική και νεοφιλελεύθερη κοινωνία όπου η διαφθορά αναμειγνύεται με συγκεκριμένες ελευθερίες, με το συμφέρον των εταιρειών και των επιχειρήσεων… Αυτές οι εντάσεις αναμειγνύονται και δημιουργούν καταστάσεις που ακούγονται παράλογες όταν τις αφηγούμαι αν και συμβαίνουν κάθε μέρα”, δηλώνει ο σκηνοθέτης. Με ακίνητη κάμερα-παρατηρητή της κοινωνικής ζωής κι αυστηρά αποδραματοποιημένο τόνο, η ταινία αναφέρεται στη σημερινή κατάσταση της μετακομμουνιστικής Ρουμανίας- της μετακομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώπης, ολόκληρης της Ευρώπης. Είναι μονάχα κρίμα που αυτή η ενδιαφέρουσα ταινία με το σαφές πολιτικό σχόλιο αποδυναμώνεται από την υπερβολικά μεγάλη διάρκεια των διαλόγων- θαρρείς ότι ο πάντα προβοκατόρικος Ζούντε έχει στοιχηματίσει πόσο θα αντέξουμε τη λογοδιάρροιά τους!

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module