Ο σκηνοθέτης Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμάρκ είναι ένας κοσμογυρισμένος και πολυσπουδαγμένος άνθρωπος. Από την γενέτειρα Κολονία του '73 βρέθηκε στα δύο του χρόνια στη Νέα Υόρκη, στα οκτώ στο Βερολίνο, στα 11 στην Φρανκφούρτη και στα 14 στις Βρυξέλλες. Τ' όνειρό του μικρός ήταν να γίνει μπεστσελερίστας ή κυβερνήτης γερμανικού κρατιδίου. Πήγε στο Λένινγκραντ για να σπουδάσει ρωσικά και να διαβάσει τους αγαπημένους του συγγραφείς στη γλώσσα τους. Κι ύστερα πετάχτηκε ως την Οξφόρδη όπου σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες και φιλοσοφία.
Ο σερ Richard Attenborough, που γνώρισε εκεί, τον θεώρησε σπουδαίο αφηγητή και τον συμβούλεψε να γίνει σκηνοθέτης. Αυτός τον άκουσε και γύρισε στο Μόναχο για να φοιτήσει στην ακαδημία κινηματογράφου και τηλεόρασης. Αγαπημένοι του σκηνοθέτες ο Peter Weir του "Κύκλου των χαμένων ποιητών" [Dead Poets Society, 1989], ο Bob Zemeckis του Φορέστ Γκαμπ [1994] κι ο σενάριος Harold Ramis της "Ημέρας της μαρμότας" [Groundhog Day, 1993]. Μεταξύ 1996 και 2002 έκανε πέντε μικρού μήκους και μόλις το 2006 την πρώτη μεγάλου, την περί ης ο λόγος, η οποία και σάρωσε ευρωπαϊκά και διεθνή βραβεία.
"Οι ζωές των άλλων" λοιπόν είναι μια απρόσμενη και πλήρης από κάθε άποψη πρώτη ταινία. Το θέμα της εκτυλίσσεται στη σοσιαλιστική δημοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας. Πρόκειται για έναν πετυχημένο συγγραφέα [Sebastian Koch], τον οποίο το σύστημα χρησιμοποιεί ως άλλοθι, και την όμορφη ηθοποιό συμβία και μούσα του [Martina Gedeck], η οποία είναι το τραγικό αντικείμενο πόθου και εκβιασμού. Κυλώντας ο χρόνος ανακαλύπτουμε βέβαια ότι άλλος είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής και οραματιστής, ο άνθρωπος σκιά [Ulrich Muhe] αυτού του φέρελπι θεατράνθρωπου. Ο υπουργός [Thomas Thieme] και ο προϊστάμενός του [Ulrich Tukur] ζητούν την κεφαλή του συγγραφέως επί πίνακι αλλά αυτός τους χαλά τις μηχανορραφίες με διπλά γαζιά.
Πολύ σημαντική η φορτισμένη ατμόσφαιρα, μέσω των σκηνικών, των κοστουμιών, των αντικειμένων και των συνηθειών, που αναπαρίστανται με ευρηματική σχολαστικότητα. Είναι τόσο ρεαλιστική που σχεδόν διαφεύγει της προσοχής και αυτό φανερώνει επισταμένη έρευνα και μελέτη. Αλλά και όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες και οι ειδικότητες [μοντάζ, φωτογραφία, χορογραφία, συγχρονισμός, πατινάρισμα και εφέ, οι μουσικές των Gabriel Yared & Stephane Moucha] χτίζουν αργά μα σταθερά [χωρίς κορώνες και υπερβολές] ένα πλέγμα σιγουριάς, ένα θέατρο παραλόγου πάνω στο οποίο θα βαδίσει η αφήγηση. Δεύτερον και σημαντικόν είναι η εκλογή των ηθοποιών. Διαθέτουν πλούσια θεατρική και κινηματογραφική πείρα και δένουν απόλυτα μεταξύ τους.
Ο Muhe [θυμίζει λίγο τον Κέβιν Σπέισι] συνεργάστηκε με Γαβρά [Αμήν], Χάνεκε [Funny Games, Το βίντεο του Μπένι] και Χάινερ Μίλερ. Ο Koch [με την κοψιά του Τζερόμ Κράμπε] κέρδισε δυο βραβεία Adolf-Grimme την ίδια χρονιά για δυο διαφορετικές παραγωγές. Η Μάρτα είναι η γνωστή μας γλυκιά μαγείρισσα Bella Martha. Οι Tukur και Thieme συναντήθηκαν στο "Taking Sides" του Istvan Szabo ενώ ο πρώτος έπαιξε και στην πολυβραβευμένη "Πτώση" [Der Untergang] του Oliver Hirschbiegel. Οι λεγόμενοι "περιφερειακοί" ηθοποιοί [Thomas Arnold, Hans-Uwe Bauer, Ludwig Blochberger, Matthias Brenner] είναι εξίσου σπουδαίοι και αποτελεσματικοί "πασαδόροι" στα περάσματά τους.
Η δομή και η αφήγηση δεν είναι απόλυτα γραμμικές, θα τις έλεγα μάλλον τριφασικές. Στολίζονται με πισωγυρίσματα και φλας μπακ αλλά και ετεροχρονισμένες αναπαραγωγές της ίδιας κατάστασης από την οπτική γωνία ενός δεύτερου ή τρίτου παρατηρητή. Υπάρχουν επίσης εναλλαγές ρόλων που υπονομεύονται από τις ανατροπές της αφήγησης και άλλες που καθιερώνονται χάρις σ' αυτήν. Υπάρχει ο διπλός ρόλος του συγγραφέα-θύματος που αναπλάθει τα γεγονότα αλλά κι αυτός της ηθοποιού-θύματος που ερμηνεύει ρόλους επί της πραγματικότητας. Κι ο σκηνοθέτης-σκιά-θύτης-και-θύμα που κινεί τα νήματα και καθοδηγεί, με το βλέμμα πολλές φορές, τους ήρωες αυτού του σατιρικού δράματος σε πράξεις. Υπάρχει τέλος και το ιστορικό πλαίσιο που προσφέρει την αλήθεια του [Στάζι, ωτακουστές και εκκαθαρίσεις] ως βάση για μια μεγαλειώδη επιστροφή στο σήμερα. Τρέχουν και διάφορες αναγνωρίσεις, με την αρχαιοδραματουργική αξία του όρου, καθώς και αυτοαναφορές στο μεγαλείο του θεάτρου, του ρόλου, του τύπου και της ζωής, που εναλλάσσονται με άνεση και σατανική μαεστρία.
Τρεις σκηνές, φορείς των εναλλαγών αυτών, θα άξιζαν να μην περάσουν απαρατήρητες. Πρώτη αυτή όπου ο συγγραφέας θέλει να διαπιστώσει αν τον παρακολουθούν. Η εξέλιξή της καταλήγει σε διπλή ανατροπή απ' την οποία βγαίνουν μακροπρόθεσμα όλοι κερδισμένοι κι όλοι πληρώνουν τίμημα, "ίδια αθώοι κι ίδια φταίχτες", πράγμα πολύ παράδοξο και οξύμωρο. Δεύτερη και πλέον αριστουργηματική όταν ο άνθρωπος-σκιά υπενθυμίζει στην ηθοποιό του πως ήρθε η στιγμή να δώσει ρεσιτάλ με την ερμηνεία της ζωής της. Τρίτη και απολαυστικότερη η "ανώδυνη" σκηνή του ασανσέρ με τον μικρό που ενίσταται γιατί "οι μπάλες δεν έχουν όνομα" και τον μεγάλο που ανθίσταται στον ίδιο του τον κακό εαυτό.
Κι όλα τα παραπάνω, η άγρια χαρά του απαιτητικού θεατή και το ξεδίψασμά του σε μια πηγή δροσιάς, χωνεύονται τόσο λειτουργικά και τόσο φυσιολογικά μέσα στο σώμα της ιστορίας που μπορούν να τέρψουν όλους όσους θα πάνε να τη δουν, ανεξαρτήτως απαιτήσεων, ανεξαιρέτως επιπέδου και αντίληψης. Κι έτσι οφείλει να δίνει απλόχερα τα κάλλη του ο κινηματογράφος στις μέρες μας: με τόλμη, περίσκεψη και αρετές, με πρότυπα ουμανισμού και ευελιξίας, ως φορέας πολιτισμού και ψυχαγωγίας.
Κώστας Καρδερίνης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα mic.gr
