Μια εύψυχη έφηβη που κατήγγειλε την κακοποίησή της πριν 50 χρόνια
Το 1962, η 12χρονη Κάρλα, έχοντας περπατήσει αρκετά χιλιόμετρα, φτάνει νυχτιάτικα σε αστυνομικό τμήμα του Μονάχου ώστε να ζητήσει ακρόαση από δικαστή. Όταν μετά από ώρες επίμονης αναμονής εμφανιστεί ένας δικαστής, η έφηβη υποβάλλει μήνυση κατά του πατέρα της Καρλ Έμπελ για σεξουαλική κακοποίησή της, επικαλούμενη το άρθρο 176 του ποινικού κώδικα όπου προβλεπόταν μέχρι 10ετής φυλάκιση για άσεμνες πράξεις σε παιδιά μικρότερα από 14 χρονών. Ήταν, όμως, η εποχή που παρά τα προβλεπόμενα στον ποινικό κώδικα, τα κοινωνικά πρότυπα στη Δυτική Γερμανία επέτασσαν σεβασμό και υπακοή στους γονείς με συνέπεια, κάθε πράξη γονεϊκής βίας, ακόμα και κτηνώδους, να δικαιολογείται ως αποτέλεσμα εξώθησης από τη συμπεριφορά των παιδιών. Ήταν η εποχή που η Δυτικογερμανική κοινωνία πίστευε ότι τα κορίτσια προκαλούσαν ερωτικά τούς πατέρες τους- η δαιμονοποίηση της γυναικείας σεξουαλικότητας έφτανε, κι εξακολουθεί να φτάνει, ως τα μικρά κορίτσια: ένας ενήλικος εγκέφαλος χωρίς επίγνωση της διαμόρφωσής του από τα κοινωνικά πρότυπα, αδυνατεί να αντιληφθεί το αυτονόητο, ότι η έλλειψη κατανόησης της έννοιας της κακοποίησης από τα παιδιά, δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται την έλλειψη συναίνεσής τους. Ήταν η εποχή που στα κορίτσια της Δυτικής Γερμανίας δινόταν συχνά το όνομα των πατέρων τους- και η Κάρλα θα ζητήσει να της απευθύνονται με το όνομα Κλάρα στο παρθεναγωγείο όπου οδηγείται μετά την καταγγελία της. Ήταν η εποχή που κυριαρχούσε η συντηρητική νοοτροπία να αποφεύγεται η διασάλευση της τάξης πραγμάτων, της βασισμένης στις παραδοσιακές πατριαρχικές αξίες.
Η Κάρλα έχει ήδη σκιαγραφηθεί σαν θαρραλέο παιδί που υπερβαίνει τους φόβους του κι αγωνίζεται να διασώσει την αυτοεκτίμησή του- καθώς σήμερα εξακολουθεί να χρειάζεται κουράγιο για τη δημοσιοποίηση και καταγγελία μιας κακοποίησης παρά τις κατακτήσεις του κινήματος Me Too, μπορούμε να φανταστούμε πόση μεγαλύτερη ευψυχία χρειαζόταν γι’ αυτά πριν 60 χρόνια. Έχοντας διαφύγει από τον πατέρα της, η Κάρλα έρχεται αντιμέτωπη με τον Γολγοθά της γραφειοκρατίας και των προκαταλήψεων της δικαιοσύνης, και με το σοβαρό ενδεχόμενο να μην φτάσει τελικά στο δικαστήριο η υπόθεσή της: δικηγόροι αρνούνται να την αναλάβουν καθώς, θεωρώντας την δεδομένα χαμένη, θα στιγματίζονταν τόσο από τη δικαστική τους ήττα όσο και την ανάληψη καθαυτή μιας τέτοιας υπόθεσης, (στελεχωμένα από άντρες) “δικαστήρια που δεν διαπιστώνουν την αλήθεια παρά την διαπραγματεύονται” όπως ακούμε, επανειλημμένες ανακρίσεις και δυσπιστία των (αντρών) δικηγόρων στην καταγγελία της έφηβης, νομικής φύσης απρόσωπη απαίτηση για λεπτομερείς περιγραφές των άσεμνων πράξεων του πατέρα (μέχρι κι ο ακριβής αριθμός τους ζητάται από την Κάρλα που απαντούσε: “Στις πόσες φορές θεωρείται κακό;”): η Κάρλα, όμως, αδυνατεί να περιγράψει μια κατάσταση της οποίας δεν γνωρίζει την έννοια- στην ερώτηση πόσο πονάει “εκεί κάτω”, η έφηβη κάνει εμετό, εκφράζοντας σωματικά αυτό που δεν μπορεί να εκφράσει λεκτικά… Τα ανήλικα θύματα κακοποίησης βασανίζονται και από ντροπή όταν πια βιώσουν τον πόνο απ’ αυτό που διαπραχθεί σε βάρος τους, βασανίζονται και από βαθιά θλίψη λόγω της προδοσίας της εμπιστοσύνης τους στα ενήλικα πρόσωπα αναφοράς της ζωής τους (αν και η μητέρα της Κάρλα γνώριζε την κακοποίηση, δεν στηρίζει το παιδί της γιατί “αγαπάει τον άντρα της που παντρεύτηκε ενώπιον του Θεού”). Γιατί, ήταν η εποχή χωρίς έγνοια για την παιδική ψυχοσύνθεση και τα δικαιώματα του παιδιού, χωρίς θεραπευτικά πρωτόκολλα για την αντιμετώπιση των συνεπειών των σεξουαλικών κακοποιήσεων που θα προσέφεραν δυνατότητα λύτρωσης από το τραύμα ή έστω θα ανακούφιζαν λίγο τον πόνο: για την Κάρλα, η ανάκριση είναι βασανιστική διαδικασία ξαναζώντας τον φόβο και την αγωνία, αναφέρεται στους βιασμούς χρησιμοποιώντας τη λέξη “αυτό” ενώ έχει εφεύρει μια άλλη, φανταστική ζωή όπου “εξαφανίζομαι σε έναν άλλον τόπο όπου όλα είναι διαφορετικά και είναι πια ένα άλλο κορίτσι που ζει αυτά από τον πατέρα μου αντί για μένα”, σε μια αντίδραση όπου ο εγκέφαλος ενεργοποιεί μηχανισμούς φυγής, όπου η αποπροσωποποίηση χρησιμοποιείται για ψυχική αυτοπροστασία. Για την Κάρλα, πρώτιστη σημασία έχει να την ακούσουν, να ενδιαφερθούν- είναι γι’ αυτό που αρνείται να υποβληθεί σε γυναικολογική εξέταση. Και, θα παρακαλέσει τον μόνο δικαστή που θα αναλάβει την υπόθεσή της (κι ο οποίος θα χρειαστεί να αναμετρηθεί με τις προκαταλήψεις και τους προσωπικούς δαίμονές του), να την βοηθήσει να μιλήσει: πώς θα μπορούσε ένα παιδί να ανοιχτεί για μια τραυματική του εμπειρία εάν πρώτα δεν νιώσει ασφάλεια; Γιατί, είναι πάντα ευθύνη ενός ενηλίκου να χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης με έναν ανήλικο άνθρωπο, πόσο μάλλον με έναν βαθιά τραυματισμένο ανήλικο.
Βασισμένη σε αληθινή ιστορία, η ταινία αφηγείται τον επίμονο κι επίπονο αγώνα της έφηβης να ακουστεί- ένας επίπονος αγώνας για κάθε αδικημένο, τραυματισμένο, καταπιεσμένο άνθρωπο στις κοινωνίες ανισοτήτων. Σιωπή απλώνεται θαρρείς προτρέποντάς μας να αφουγκραστούμε τη θύελλα που μαίνεται στην ψυχή της έφηβης, τα κοντινά πλάνα στην Κάρλα μεταδίδουν την αποφασιστικότητά της μαζί με τη λύπη, τη ντροπή και τον τρόμο της, τα βλέμματά της συμπληρώνουν τα ελάχιστα που αντέχει, που επιλέγει να αποκαλύψει- ακόμα και στο δικαστήριο όπου απαντά σε συγκεκριμένες μόνο ερωτήσεις. Με την κάμερα στο ύψος των ματιών της και τις θαμπές, χωρίς βάθος πεδίου εικόνες της αναδρομής στο τραυματικό παρελθόν που αποφεύγουν κάθε απεικόνιση κακοποίησης, μεταδίδεται σεβασμός στο δράμα του παιδιού ενώ το ρευστό μοντάζ μεταδίδει τόσο την προσπάθεια προσέγγισης ανάμεσα στην έφηβη και τον δικαστή (που χάρη στην έρευνά του, η Κάρλα δικαιώθηκε στο δικαστήριο και με την ύπαρξή του να έχει αποκτήσει μια πατρική διάσταση γι’ αυτήν), όσο και το χτυποκάρδι της να την πιστέψουν. Και, παρά την ένστασή μας για την απρόσμενη ανατροπή των δεδομένων στο δικαστήριο που αποδυναμώνει την ατμόσφαιρα (έστω κι αν πρόκειται για πραγματικό γεγονός), αυτή η βουβά σπαρακτική ταινία με τη διακριτική σκηνοθεσία και την υπέροχη ερμηνεία της μικρής Ελίζε Κριπς διεισδύει ανεπαίσθητα μέσα μας. “Το σημαντικότερο είναι να ακούμε τους επιζώντες. Αντί γι’ αυτό, πολύ συχνά συνεχίζουμε να τους θυματοποιούμε. Στις συζητήσεις ακούω συχνά φράσεις όπως, «Θα μπορέσουν ποτέ να είναι ξανά ευτυχισμένοι μετά από τέτοιο τραύμα;», «Η ζωή τους έχει καταστραφεί για πάντα», «Είναι κάτι που δεν ξεπερνιέται ποτέ». Απορρίπτω κατηγορηματικά αυτή την αφήγηση, γιατί στιγματίζει τους επιζώντες. Τα ΜΜΕ και το δικαστικό σύστημα τείνουν να επικεντρώνονται στον δράστη, στο ίδιο το έγκλημα, στα γεγονότα και τις λεπτομέρειες, όχι όμως στο πρόσωπο που πραγματικά έχει σημασία: το παιδί… Η μετατροπή αυτών των ιστοριών σε σοκαριστικές ειδήσεις και η αναπαραγωγή βίαιων λεπτομερειών απλώς ενισχύουν το στίγμα και τη θυματοποίηση”, δηλώνει η σκηνοθέτιδα στην Λήδα Γαλανού στο flix.gr. Στο τέλος, μαζί με τη συγκίνησή μας, δεν μπορούμε να μην σκεφτούμε πόσες γενιές παιδιών, ιδιαίτερα κοριτσιών, βασανίστηκαν σωματικά και ψυχικά από γονεϊκές κακοποιήσεις χωρίς να δικαιωθούν, να μην σκεφτούμε επίσης ότι παραμένει ένα επίκαιρο κοινωνικό πρόβλημα παρά τις θεσμικές κατακτήσεις.
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
