ΛΟ - Βασίλης Μάλτας

Η γύμνια του άδειου οικογενειακού σπιτιού που εμπνέει την απέκδυση από μια περίκλειστη συνείδηση

Η Ηπειρώτικη λέξη “Λο” σημαίνει “Σώπα”. Μια προστακτική για σιωπή όταν δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με κάτι που ντρεπόμαστε, φοβόμαστε ή αρνούμαστε να δούμε κατάματα.

Στο διαμέρισμα όπου μεγάλωσε ο 50χρονος σήμερα σκηνοθέτης, καλώδια κρέμονται μετέωρα, σοβάδες έχουν αρχίσει να ξεκολλάνε, οι γυμνοί τοίχοι και τα πατώματα αντηχούν τις συνομιλίες του με την σύντροφό του στο Παρίσι μέσω ανοιχτής ακρόασης. Έχει επιστρέψει από την Γαλλία στην Ελλάδα, σ’ αυτό το άδειο διαμέρισμα εδώ κι έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας του, για να αποφασίσει αν το κληρονομήσει -μαζί με τα χρέη του- ή αν αποποιηθεί την κληρονομιά χάνοντας το σπίτι των παιδικών του αναμνήσεων- και, ταυτόχρονα, το μέρος της ελληνικής ιστορίας που “αντιστοιχεί” χωρικά σ’ αυτόν και την οικογένειά του. “Επιστρέφει. Φεύγει” ή “Φεύγει. Επιστρέφει”, όπως ακούμε στην ταινία: είναι η επιστροφή στην Ελλάδα που ωθεί στο φευγιό ή το φευγιό από την Ελλάδα που γεννά τη νοσταλγία της επιστροφής; Μέσα του παραμένει ασαφές ποιο κυριαρχεί- ή, άραγε, αυτή η εκκρεμότητα είναι η επιθυμητή κατάσταση, με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί ή με τα δύο πόδια εδώ αλλά τη σκέψη εκεί;

Προσωπικά αντικείμενα της μητέρας του, φωτογραφίες του γάμου της με ολοφάνερη χαρά στο πρόσωπό της, δυσνόητα χειρόγραφα σημειώματά της, η γραπτή προτροπή της προς τον γιο της, σαν διαθήκη, να διαβάσει το αγαπημένο της βιβλίο “Ένας Άντρας” της Οριάνα Φαλάτσι, το βιβλίο για τον έρωτά της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη που τη συγκινούσε, με τον αγωνιστή ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών που αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, που επέδειξε αξιοθαύμαστη αντοχή στα βασανιστήρια της χούντας. Επιπλέον, θραύσματα παιδικών αναμνήσεων που αναδύονται από κάθε γωνιά, κάθε τοίχο, κάθε δωμάτιο- γιατί, τα σπίτια είναι πάντα τόποι ταυτότητας και μνήμης, γιατί “τα σπίτια είναι σώματα” όπως ακούμε στην ταινία- υπενθυμίζοντάς του θαρρείς, τονίζοντάς του την ανάγκη να αναμετρηθεί πια με εκείνη την οικογενειακή εντολή της σιωπής: “Λο” την οποία κουβαλά μέσα του από παιδί μέχρι σήμερα. Την οικογενειακή σιωπή λόγω μιας οδυνηρής, ντροπιαστικής πεποίθησης για τον πατέρα του που δεν εξηγήθηκε ποτέ στον σκηνοθέτη- για τον πατέρα που είχε ήδη φύγει και είχε φτιάξει μια νέα οικογένεια, τον πατέρα που τόσες φορές δεν είχε έρθει να τον δει όταν ήταν παιδί αφήνοντάς το να ξεροσταλιάζει στην είσοδο της πολυκατοικίας (κι εκείνο μετρούσε τα αυτοκίνητα που περνούσαν από μπροστά του:  “…256…257…258…”), τον πατέρα με τον οποίο ο σκηνοθέτης έχει να μιλήσει περισσότερα από 20 χρόνια: η επιβολή της σιωπής και η καθήλωση στο παιδικό του παράπονο προξένησαν το ανοιχτό ακόμα τραύμα του. Πώς, όμως, να επουλωθεί εάν δεν διερευνήσει τα γεγονότα, δεν επικοινωνήσει με τον αποκλεισμένο πατέρα του, δεν μάθει τον λόγο της σιωπής, δεν αποφασίσει ο ίδιος πια για τη στάση του; Και ποια σχέση, άραγε, θα μπορούσε να έχει  αυτή η μητρική προτροπή για το βιβλίο της Φαλάτσι με το οικογενειακό μυστικό; Θαρρείς ότι η γύμνια ενός άδειου πια σπιτιού όπου έχουμε μεγαλώσει, εμπνέει μια εσωτερική απέκδυση από μια περίκλειστη από αντίθετες απόψεις συνείδηση, από κάθε διαμορφωμένη από τους ενήλικες άποψη στην παιδική μας ηλικία την οποία κουβαλάμε μεγαλώνοντας αυτοπροστατευτικά και, ταυτόχρονα, αυτοπεριοριστικά, από κάθε άκριτη εκτίμηση ή αδιερεύνητο στιγματισμό ενός άλλου. Είναι χαρακτηριστικό το εμβόλιμο απόσπασμα από αρχειακό υλικό της δίκης ενός ένστολου της ΕΑΤ-ΕΣΑ που δηλώνει ότι υποχρεώθηκε να καταταχτεί νέος σ’ αυτό το σώμα ασφαλείας της δικτατορίας και να εφαρμόσει ιδέες που “ανήκαν στη σφαίρα του παραλογισμού”.

“Από ποια μνήμη αφηγείται η φωνή στα ακουστικά που φοράνε;”, αναρωτιέται στην ταινία ο σκηνοθέτης παρατηρώντας τους τουρίστες στο Παναθηναϊκό στάδιο, εκεί όπου τον πήγαινε βόλτα η μητέρα του τα πρωινά όταν ήταν μικρός, εκεί όπου έκανε η χούντα τους κιτς αρχαιοελληνίζοντες επετειακούς εορτασμούς και προπαγανδιστικές τελετές της, εκεί όπου σήμερα δεν υπάρχουν ίχνη αυτού του παρελθόντος. Μερικά  χιλιόμετρα παρακάτω, μια πολυκατοικία που φωτογραφίζει ένας περαστικός, που έχει ανεγερθεί στη θέση του παλιού κτιρίου στην οδό Μπουμπουλίνας όπου η χούντα βασάνιζε συστηματικά αριστερούς και κομμουνιστές: “Να ξέρει άραγε την ιστορία αυτού του κτιρίου;” αναρωτιέται ο σκηνοθέτης. Η κατεδάφιση, ο εξωραϊσμός, η αλλαγή χρήσης των κτιρίων, όλα ενταγμένα στο πλαίσιο της μεταπολιτευτικής συγκάλυψης της ιστορικής αλήθειας και συσκότισης τη συλλογικής μνήμης: η σιωπή που είχε επιβληθεί  στους κόλπους της οικογένειας του σκηνοθέτη εκείνη την εποχή όταν ήταν παιδί, συνδέεται με τη συλλογική σιωπή της ελληνικής κοινωνίας, τις λίγες μέχρι το Πολυτεχνείο του 1973 αντιστασιακές πρωτοβουλίες ενάντια στη χούντα, την αποδοχή της από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ή την τρομοκρατημένη σιωπή ενός άλλου μέρους της κοινωνίας (χαρακτηριστικά τα πλάνα από αρχειακό υλικό όπου ρεπόρτερς της κρατικής τηλεόρασης ρωτούν περαστικούς τη γνώμη τους για το καθεστώς οι οποίοι αποφεύγουν να απαντήσουν), τη μεταπολιτευτική συρρίκνωση της τιμωρίας των υπευθύνων της δικτατορίας και της Κυπριακής τραγωδίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. “Αποφάσισα να βγω έξω στην πόλη και έκπληκτος διαπίστωσα ότι η πόλη είναι σαν ένας αντικατοπτρισμός του διαμερίσματος. Γιατί όπως και στο άδειο διαμέρισμα υπάρχει μια απουσία ενός συγκεκριμένου ίχνους, που να αποδεικνύει το ο,τιδήποτε, το ίδιο συμβαίνει και στην πόλη της Αθήνας”, συμπληρώνει ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του στη Γεωργία Σκονδράνη στο notesfromlife.net.

Γιατί, όσο οδυνηρή, όσο παραποιημένη, όσο απωθημένη κι αν είναι η μνήμη, πάντα θα ζητά τη δικαίωσή της στη συνείδησή μας, γιατί η αμνησία είναι ένα είδος θανάτου. Γιατί, μια κοινωνία που δεν θέλει να θυμάται, ρέπει στην επανάληψη των ίδιων λαθών, των διχασμών, των θεσμικών, αντιδημοκρατικών εκτροπών- κάτι που επιβεβαιώνεται στους καιρούς μας όχι μόνο στην Ελλάδα μα και στην Ευρώπη. Κινηματογραφώντας με το κινητό του το άδειο σπίτι και την πόλη με τα λίγα εναπομείναντα κτίρια εκείνης της εποχής και τα οποία, όπως λέει στην ταινία ο σκηνοθέτης, θαρρείς του ζητούν “ετεροχρονισμένα κάτι που αδυνατώ να κατανοήσω”, το παρελθόν συνδιαλέγεται με το παρόν, οι προσωπικές του αναμνήσεις με τη συλλογική μνήμη, η προσωπική σιωπή κι απώθηση συναντιούνται με τη συλλογική σιωπή κι απώθηση, το προσωπικό τραύμα αναζητά σημεία τομής με το συλλογικό τραύμα της εποχής της χούντας. Η μνήμη και τα κομμάτια της πραγματικότητας που λείπουν, η ανάγκη για σήκωμα του πέπλου με σκοπό το ξεκαθάρισμα προσωπικών λογαριασμών, τη συγχώρεση και, παράλληλα, με τη συσχέτισή τους με το παρελθόν της κοινωνίας, γίνονται τα υλικά αυτού του υπαρξιακού, δοκιμιακού, στοχαστικού, ποιητικού ντοκιμαντέρ, αυτού του “φιλμικού αυτοπορτραίτου” όπως το χαρακτηρίζει ο Θανάσης Βασιλείου, όπου η θλίψη που αναδύεται, η μνήμη που ζωντανεύει και η γνώση που ανακαλύπτεται, χαρτογραφούν τη διαδρομή για την αποδοχή και την ωρίμανση. Η ταινία του μας αφορά και μας αγγίζει.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module