Τα λόγια του κοριτσιού Κάρλα είναι μέχρι στιγμής δεμένα. Και η ψυχή της βυθισμένη, μέσα σε μια συναισθηματική λίμνη μετατραυματικής αποκοιμίσεως.
Στην ταινία, η αφηγηματική σχέση σκηνοθεσίας/ηρωίδας/θεατή είναι διαπεραστικά επικοινωνιακή και επομένως, έχει τεράστια σημασία.
Παράλληλα, η σκηνοθέτρια Κριστίνα Τουρνατζή, με τη ραφιναρισμένη κινηματογραφική της αφήγηση, κατάφερε να βρει το Βίωμα της επίπονης, θαμμένης Θύμησης του πληγωμένου κοριτσιού!
Ανάλυση
Απαραίτητη Εισαγωγή…
Η δραματική, ευαισθητοποιημένη ταινία “Karla” (2025) είναι βασισμένη σε αληθινή δικαστική υπόθεση. Η Ελληνογερμανίδα καλλιτέχνιδα Κριστίνα Τουρνατζή, για το έργο “Karla” επικεντρώθηκε στη σκηνοθεσία και εμπιστεύτηκε τη συνεργασία με τη σεναριογράφο Υβόννη Γκόρλαχ. Για την ακρίβεια, η Τουρνατζή εξήγησε στην Γκόρλαχ, πώς τροποποιείται στην πορεία κινηματογραφικά ένα γοητευτικά θαρραλέο μεν, μα πολύπλοκο στην πράξη σενάριο, προκειμένου αυτό να γίνει τελικά αρκετά πιο επικοινωνιακό.
Όπως και να έχει, το κινηματογραφικό αποτέλεσμα αυτής της ενδιαφέρουσας αφηγηματικής συνεργασίας, με το έντονο δραματικό περιεχόμενο και την εναγώνια παιδική ματιά για αναζήτηση Κοινωνικής Δικαιοσύνης, υποστηρίζει ένα πραγματικά αξιόλογο έργο. Ένα κινηματογραφικό έργο που μέσα από την παιδική ευαισθησία, την εναντίωση στην οικογενειακή προδοσία, την αναζήτηση βοήθειας από τη δικαστική επαγρύπνηση δίνει φωνή, ανασυγκρότηση, διεκδίκηση γαλήνης και συνεπώς ελπίδα για νέο ξεκίνημα, στα συγκλονισμένα θύματα ενδοοικογενειακού βιασμού.
Γενικώς…
Η δραματική, ατμοσφαιρική ταινία θα μας ταξιδέψει στην μεταπολεμική Γερμανία του 1962. Το μονοπάτι της 12χρονης Κάρλα κερδίζει το ενδιαφέρον του θεατή αμέσως. Η Κάρλα, μολονότι βρίσκεται σε οικογενειακή εκδρομή στην εξοχή, επιθυμεί να διαφύγει γρήγορα από τον πυρήνα τούτης της ομάδας ανθρώπων, την οποία κάποιοι εξωτερικοί παρατηρητές θα αποκαλούσαν οικογένεια. Αλλά όχι πλέον η μικρούλα Κάρλα. Όχι, δεν αποτελούν για εκείνη αυτά τα άτομα οικογένεια. Τουλάχιστον, όχι με την πραγματική, ενωτική και αγαπημένη έννοια της οικογένειας. Κάτι άλλο, αφόρητο είναι…
Έτσι, η ίδια νιώθει, ότι δεν ανήκει πια εκεί… Όλα λοιπόν ξεκινούν με μια φαινομενικά αθώα, οικογενειακή εκδρομή, σε δασική έκταση. Σε εισαγωγικό ρόλο, το έξυπνο μοντάζ της ταινίας θα μας δείξει τότε το αποφασισμένο κορίτσι -την ώρα που παίζει κρυφτό με τα αδέρφια της και εκείνα μετρούν- να εγκαταλείπει το ξέφωτο της εξοχής κατά τη διάρκεια της μέρας και τρέχοντας ασταμάτητα, να απομακρύνεται, φτάνοντας τελικά τη νύχτα στην πυκνοκατοικημένη πόλη. Και πιο συγκεκριμένα, σε ένα αστυνομικό τμήμα.
Το αμυντικά αμίλητο κορίτσι δεν θα ξεστομίσει καμία κουβέντα στον νεαρό αστυνομικό. Ένας ανώτερος σε θέση αστυνομικός και μεγαλύτερης ηλικίας, θα αρχίσει να ακούει κάποια λεγόμενα της μικρής. Ωστόσο, η ίδια θα μιλήσει, περισσότερο για να ζητήσει κάτι πολύ ώριμο και παράξενο για την ηλικία της. Η Κάρλα επιθυμεί να μιλήσει απευθείας σε δικαστή… Πράγματι, ο πολύπειρος δικαστής Λάμι θα εμφανιστεί απορημένος μέσα στη νύχτα, για να καταγράψει τα όποια λεγόμενα της προβληματισμένης ανήλικης.
Βεβαίως, η Κάρλα αρχικώς δυσκολεύεται να επεξηγήσει, τι ακριβώς της συνέβη. Οι πρώτες σαφείς κουβέντες του κοριτσιού αφορούν τη νόμιμη διαδικασία για μία καταγγελία. Μία καταγγελία, την οποία επιθυμεί να κάνει ένα μικρό κορίτσι της ηλικίας της, όταν κάποιος ενήλικος άντρας πραγματοποιήσει άσεμνες πράξεις εις βάρος της. Το θέμα είναι, ότι η Κάρλα Έμπελ, καταγγέλλει για τέτοιες σωματικές ανάρμοστες πράξεις, τον Καρλ Έμπελ. Δηλαδή, τον πατέρα της…
Η απελευθερωμένη εμπιστοσύνη και ειπωμένη καταγγελία του κοριτσιού θα αρχίσει να λειτουργεί καλύτερα στο δικηγορικό γραφείο του δικαστή Λάμι. Εκεί, η Κάρλα θα μάθει, ότι ο χρόνος του πρόθυμου δικαστή είναι πολύτιμος, αλλά ότι ο ίδιος θέλει και μπορεί να τη βοηθήσει, μόνο εάν εκείνη καταφέρει να ακολουθήσει τη σωστή διαδικασία καταγγελίας. Δηλαδή, να θυμηθεί και να του αναφέρει λεπτομερώς τα πάντα. Η Κάρλα αδυνατεί να κάνει μια τέτοια κατάθεση. Αλλά σίγουρα, δεν επιθυμεί να γυρίσει πίσω στο σπίτι της.
Η μελετημένη ματιά της σκηνοθέτριας Τουρνατζή στο έργο “Karla” (2025) έχει κατανοήσει την ουσία της διαμαρτυρίας και επομένως ευθυγραμμίσει την πορεία της, σε έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο καλλιτεχνικής έκφρασης! Δηλαδή, στο ότι το τραύμα του βιασμού έχει συγκλονίσει τόσο πολύ την κεντρική ηρωίδα Κάρλα, ώστε η ίδια να μην μπορεί εύκολα να φέρει ξανά στη μνήμη της εκείνες τις εφιαλτικές εικόνες. Πόσο μάλλον, να τις ξεστομίσει λεπτομερώς. Και ακόμα πιο δύσκολα, αυτές να καταγραφούν επισήμως.
Το τραύμα της, αφορά πολλά επίπεδα κατεστραμμένων ανθρώπινων σχέσεων. Τη γενική οικογενειακή προδοσία, την κατακρήμνιση του πατρικού προτύπου, την ανύπαρκτη μητρική δυναμικότητα, την ίδια την αρρώστια του πατέρα να πράττει κάτι τέτοιο, την εξίσου βρώμικη αποσιώπηση της μητέρας να μην επεμβαίνει, αν και γνώριζε τι συμβαίνει. Κατά συνέπεια, οι διαπροσωπικοί συνδετικοί κρίκοι πατέρα και μητέρας, καθώς και οι κοινωνικοί ρόλοι άντρα και γυναίκας έχουν αλλοιωθεί, δείχνοντας αλλιώτικο πρόσωπο από αυτό που συνήθως συναντά κάθε παιδί μεγαλώνοντας φυσιολογικά, σε άλλες συνθήκες. Μακριά από αυτές τις άλλες φυσιολογικές συνθήκες, εδώ λοιπόν υπάρχει ένα τραυματικά αλλιώτικο, τρομακτικό πρόσωπο, που επέδειξαν ετούτοι οι γονείς στην Κάρλα.
Όπως και άλλοι γονείς, σε άλλα παιδιά, εκείνης της νομικώς σκοταδιστικής εποχής. Για αυτό το λόγο και ο αγώνας της Κάρλα φέρει επιπροσθέτως, πανοραμική κοινωνιολογική σημασία, την οποία βεβαίως διακρίνει περισσότερο λόγω ειδικότητας ο σύμμαχος δικαστής Λάμι. Όμως όλα ξεκινούν από τους γονείς της Κάρλα. Τα μη φυσιολογικά πρόσωπα αυτά, στις υπάρχουσες αρρωστημένες ενδοοικογενειακές συνθήκες, συνιστούν απογοητευτικά απειλητικές εικόνες στην ηθικά κλονισμένη ζωή της Κάρλα. Όχι μόνο δεν της προσέφεραν μια οικογενειακή αλυσίδα αγάπης και ασφάλειας. Μα αντιθέτως, περιέσφιξαν κιόλας τη δηλητηριασμένη πια σκέψη, του ψυχοσωματικά πληγωμένου αυτού κοριτσιού, με έναν ανείπωτα εχθρικό και θρασύδειλο τρόπο. Σαν τοξική αλυσίδα.
Συμπερασματικά
Επομένως, τα λόγια του κοριτσιού Κάρλα είναι μέχρι στιγμής δεμένα. Και η ψυχή της βυθισμένη, μέσα σε μια συναισθηματική λίμνη μετατραυματικής αποκοιμίσεως! Όμως η ματιά της πληγωμένης, μα παράλληλα αποφασισμένης να μην ξαναπεράσει επουδενί κάτι τέτοιο, Κάρλα, έχει πλέον αλλάξει. Βλέπει αλλιώς τους ανθρώπους, διακρίνοντας και τη θετική σπάνια πλευρά, όπου εκείνη υπάρχει. Η εμπιστοσύνη συνεπώς, θα έρθει στη ζωή της μέσα από άλλες ηλικίες και αλλιώτικα καθήκοντα ανθρώπων. Όπως φερειπείν την ηλικία του μεσήλικα προς ηλικιωμένου, δικαστή Λάμι, αλλά και της καλοσυνάτης συνομήλικης γραμματέως του.
Αυτά τα καλώς εννοούμενα αλλιώτικα κοινωνικά πρότυπα, εκπέμπουν αμέσως κάτι διαφορετικό και υγιές στις συναισθηματικές και εκλογικευμένες κεραίες της μικρούλας, μα οξυδερκούς Κάρλα. Τα αλλιώτικα με θετικό πρόσημο κοινωνικά πρόσωπα που εμφανίζουν ο δικαστής Λάμι και η γραμματέας, λειτουργούν υποσυνείδητα σαν εν δυνάμει παππούς και γιαγιά στο μυαλό της μικρής. Εξού και οι πολλές εναλλαγές με τα γυαλιά, μυωπίας και πρεσβυωπίας, που αλλάζει συνεχώς στο έργο ο Λάμι. Έτσι λογικά τον βλέπει η Κάρλα.
Μα φυσικά πιο πολύ ο δικαστής Λάμι και η γραμματέας, φαντάζουν για την Κάρλα ως κοινωνικά, ενήλικα όντα με δυνατές ρίζες ανθρωπιάς, που δεν θα αφήσουν ποτέ μια τέτοια αδικία ατιμώρητη. Αντιθέτως, οι συντηρητικές καλόγριες στο Παρθεναγωγείο δεν μπορούν να εμπνεύσουν την Κάρλα. Παρόλο που η ίδια χρειάζεται οπωσδήποτε την προσωρινή διαμονή σε τούτο το καταφύγιο, προκειμένου να μην επιστρέψει ποτέ ξανά στο εφιαλτικό σπίτι της. Μάλιστα, έχει ενδιαφέρον η σεναριακή αγωνία της Κάρλα να μην μάθουν οι καλόγριες, γιατί η ίδια βρίσκεται εκεί πέρα.
Ωστόσο, με τη νεαρή προστατευόμενη, ατίθαση Άντα, η μικρότερη Κάρλα θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει σε αληθινό επίπεδο, αναπτύσσοντας φιλική σχέση. Ωραίες, οι σκηνές που τα κορίτσια ακούνε μουσική στο καλλιτεχνικά επαναστατικό -εν έτει 1962- ραδιόφωνο, κρυμμένες κάτω από τα σεντόνια τους. Ενδιαφέρον το κοντράστ με το υπόλοιπο περιβάλλον, που εξακολουθεί να της υπενθυμίζει συντηρητισμό και παράνοια. Λόγου χάριν, όταν η Κάρλα προσπάθησε να ξεχάσει για λίγο τον ανυπολόγιστο πόνο της, τότε η υπεύθυνη του Παρθεναγωγείου (η οποία ήξερε, τι ακριβώς συνέβη στην Κάρλα), την φόρτωσε με ασύνδετες ενοχές (“πώς μπορείς και διασκεδάζεις, μετά από κάτι τέτοιο;”).
Όλα λοιπόν, μέσα από το ταραγμένο βλέμμα της ψυχής της Κάρλα, στρέφονταν αναπόφευκτα σαν μονόδρομος σωτηρίας, στις πολύτιμες ενέργειες του δικαστή Λάμι. Στην ταινία, η αφηγηματική σχέση σκηνοθεσίας/ηρωίδας/θεατή είναι διαπεραστικά επικοινωνιακή και επομένως, έχει τεράστια σημασία. Παράλληλα, η σκηνοθέτρια Κριστίνα Τουρνατζή, με τη ραφιναρισμένη κινηματογραφική της αφήγηση, κατάφερε να βρει το Βίωμα της επίπονης, θαμμένης Θύμησης του πληγωμένου κοριτσιού! Μεγάλη κινηματογραφική σημασία και ευστροφία φέρει συνεπώς, η εύστοχη έκφραση της σκηνοθεσίας, κατά την παράλληλη καλοζυγισμένη απόσταση από το τραγικό συμβάν και τη λεπτεπίλεπτη εισαγωγή στο τραύμα της κεντρικής 12χρονης ηρωίδας.
Κάτι το οποίο, θα γίνει εν καιρώ. Καθότι εμείς ως θεατές θα διαπιστώσουμε, μέσα από τον έξυπνα αντιφατικό συνδυασμό μιας πάρα πολύ διακριτικής, μα συνάμα ανιχνευτικής σκηνοθεσίας, τον ενδιάμεσο τρόπο, ώστε να γίνει οπτικά η ψυχολογική κατάθεση σε εμάς και η δικαστική κατάθεση στον δικαστή Λάμι. Και μερικές, πιο σπάνιες φορές, αυτά τα δύο στοιχεία να λειτουργήσουν ταυτοχρόνως σε Λάμι και θεατές. Διότι πράγματι, η καταβύθιση των συναισθημάτων στον (μετά) τραυματικό κόσμο της Κάρλα θα ειπωθεί σκηνοθετικά με πολύ ευαισθητοποιημένο τρόπο. Κυριολεξία και μεταφορά θα αποδοθούν μέσω της λίμνης...
Ενώ η εσωτερική διακόσμηση, με το στρώμα του κρεβατιού, θα συγκεντρώσει σχεδόν όλο το δραματουργικό βάρος του σεναρίου. Μέσω διακριτικής θέασης από σκηνοθεσία και μοντάζ, που αποκαλύπτουν μόνο μία φορά, κάτι οριακά παραπάνω από την κοντινότερη ένδειξη για το τραύμα του βιασμού. Όπου αυτό το οριακά κάτι παραπάνω όμως, μαρτυρά την απόλυτη αλήθεια επί του θέματος, στην εκτάκτως αλλαγμένη, μα σταθερά διακριτική, σχέση σκηνοθεσίας/ηρωίδας/θεατή! Αυτά, όσον αφορά την εικόνα. Όμως γενικότερα, ο ήχος συνοδεύει πιο τακτικά το τραύμα του βιασμού. Η Κάρλα μοιάζει να το ακούει σαν μύγες στο εφιαλτικό δωμάτιο, αλλά αργότερα θα καταλάβουμε, ότι αντιθέτως ο ήχος αφορούσε μέλισσες στην εξοχή. Αποτυπώνεται έτσι στο μυαλό του θεατή/ακροατή, η ενσυναίσθηση μιας βρώμικης ανάμνησης. Καθότι το ψυχολογικό τραύμα των πολλών και σε διάφορα μέρη επίπονων ψυχοσωματικών αναμνήσεων, η Κάρλα το βιώνει μέσα στο μυαλό της, σαν θόρυβο και σαν βρωμιά.
Ωραίο, το σεναριακό ευφυολόγημα με τις μουσικές συσκευές κουρδίσματος “διαπασών.” Προκειμένου να μπορεί η Κάρλα να βρει επικοινωνία με τον δικαστή Λάμι, όταν η ίδια αναζητά με διαύγεια επίπονες αναμνήσεις. Και φυσικά αποτελεί και σήμανση σωστής, κυριολεκτικής και μεταφορικής, τονικότητας, μιας και ο πατέρας της ήταν μουσικός και όπως αποδείχτηκε, μόνο καλλιτεχνική παιδεία δεν είχε σαν άνθρωπος… Μια τελευταία λεπτομέρεια, εδώ καθαρά για τον προσδιοριστικό, κριτικό λόγο. Θεωρώ, ότι δεν ευσταθεί να αποκαλέσουμε τούτη την ταινία ως “Σινεμά Δωματίου.” Καθότι υπάρχουν και εξωτερικοί χώροι, οι οποίοι μάλιστα παίζουν καταλυτικό ρόλο στην υπόθεση αυτού του παιδικού τραύματος.
Σκεπτικό…
Άδεια Οικογένεια / Καθρεπτισμένη Αναξιοπιστία
Πρώτα βλέπουμε γεμάτο το αμάξι, με την πενταμελή οικογένεια της Κάρλα να πηγαίνει στην εξοχή. Έπειτα ακολουθεί μοντάζ, με το άδειο από ανθρώπους, γυαλιστερό εσωτερικό του ίδιου αμαξιού. Ίσως για την Κάρλα, η οικογένεια αυτή να μην υπήρχε εδώ και πολύ καιρό. Αν και τούτο το μοντάζ έγινε στην αρχή της ταινίας, θα μπορούσε να είναι, μια καλή αφήγηση καλά κρυμμένης Προοικονομίας για τον θεατή.
Πολύ αργότερα, κατά την προσωρινή διακοπή της κρίσιμης δίκης, μητέρα και Κάρλα, συναντώνται μέσα στις τουαλέτες του δικαστηρίου. Ως θεατές παρακολουθούμε τη σκηνοθεσία να αποτυπώνει τότε τη μητέρα της Κάρλα και το είδωλό της στον καθρέπτη, να προσπαθούν να αγγίξουν το παιδί. Η Κάρλα όμως τότε κάνει πίσω. Η μητέρα και το είδωλό της που καθρεπτίζεται αποτελούν από τη σκηνοθεσία, τη μεταφρασμένη διπρόσωπη όψη στο μυαλό της Κάρλα, που περιγράφει δίχως λόγια την απώλεια εμπιστοσύνης προς την απαράδεκτη και αναξιόπιστη γονέα της.
Πιο Αναλυτικά…
Ερμηνείες
Ελίζε Κριπς (Κάρλα)
Αυτό το εκφραστικό διπλό βλέμμα, δικαιολογημένης δυσπιστίας και επιλεγμένης εμπιστοσύνης, που πραγματοποιεί η ερμηνεύτρια κερδίζει γρήγορα τον θεατή. Ο φόβος σαν τελικό επίπονο στάδιο για την επίσημη καταγγελία, καθώς και η τραυματική ανάκληση των φρικτών εμπειριών στη μνήμη, πείθουν για τη βυθισμένη δραματική διάσταση της περσόνας.
Ράϊνερ Μποκ (Δικαστής Λάμι)
Πραγματικά ενδιαφέρουσα ισορροπία συναισθημάτων περσόνας, μεταξύ πεπειραμένου δικαστή και ευαισθητοποιημένου ανθρώπου, που επιθυμεί να φέρει την κοινωνική αλλαγή. Ο ηθοποιός διατηρεί την αποστασιοποίηση του ακριβοδίκαιου εφαρμοστή της Δικαιοσύνης και μεταφέρει εν καιρώ την εγγύτητα-τρυφερότητα, που αποκτά όλο και περισσότερο ο Λάμι σαν άνθρωπος, θέλοντας να βοηθήσει την Κάρλα επιτέλους να δικαιωθεί.
Καταρίνα Σούτλερ (Μητέρα της Κάρλα) – Τόρμπεν Λίεμπρεχτ (Πατέρας της Κάρλα)
Στο τέλος του έργου, η ερμηνεύτρια πραγματοποιεί ένα δραματικό κρεσέντο, αντάξιο της ρεαλιστικής ατμόσφαιρας του έργου. Εκεί κατανοούμε τη δειλία της μητέρας, που ήξερε τι γινόταν… Αλλά δεν ήξερε, ότι κάτι τέτοιο μπορεί και πρέπει να σταματήσει, έχοντας ποινικές κυρώσεις για τον άντρα της.
Παρομοίως στο τέλος του έργου, ο ηθοποιός μεταδίδει πολύ τρομακτικά το αποκαλυφθέν παραλήρημα του πατέρα-βιαστή της Κάρλα, μέσα στην αίθουσα της δίκης. Ένα παραλήρημα δίχως φωνές, αλλά με συγκεχυμένες έννοιες, που βρίσκονταν μέσα στο ανεξήγητα αρρωστημένο μυαλό του βιαστή.
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
