Το main κείμενο που θα διαβάσετε, διατηρείται, ακριβώς όπως είχε γραφτεί. Μόνο τα αρχικά lead που διαβάζετε τώρα, προσθέτουν εισαγωγικές προσδιοριστικές φράσεις, προκειμένου οι αναγνώστες της ΠΕΚΚ να μπουν ακόμα καλύτερα στο όλο κλίμα του έργου.
Η συναισθηματικά εκρηκτική και Αντιναζιστικά εκλογικευμένη μορφή σεναρίου και δομή σκηνοθεσίας του ντοκιμαντέρ “Επιστροφή στην Πατρίδα”, των Άκη Κερσανίδη και Χρύσας Τζελέπη, θα μιλήσει πρώτα στο μυαλό και έπειτα στην ψυχή του Σινεφίλ.
Το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει μια σημαντική κινηματογραφική έκφραση στον τομέα ταινιών Τεκμηρίωσης, έχοντας μεθοδική Αντιναζιστική επιμόρφωση.
Ανάλυση
Εισαγωγή...
Μέσα από την παρακολούθηση του ντοκιμαντέρ “Επιστροφή στην Πατρίδα”, ο θεατής παρατηρεί ενόσω εξελίσσεται έξυπνα η ταινία, ότι οι συν-σεναριογράφοι και συν-σκηνοθέτες Χρύσα Τζελέπη και Άκης Κερσανίδης φρόντισαν να ακολουθήσουν, σφαιρικά και προσεκτικά, σημαντικές παραμέτρους των έργων Τεκμηρίωσης. Αυτές αφορούν τόσο εξω-κινηματογραφικές, όσο και ενδο-κινηματογραφικές δράσεις.
Καταρχάς, κατόρθωσαν να αποκτήσουν καλλιτεχνική σχέση ακλόνητης εμπιστοσύνης με το κεντρικό πρόσωπο του έργου, ψυχίατρο Τίτους Μίλεχ. Προκειμένου εκείνος να ελευθερώσει ακόμη περισσότερο τη βιωματική του εμπειρία, η οποία συνιστά μια σπάνια Αντιναζιστική έκφραση από τον μετατραυματικό πυρήνα της. Μια καθοριστική έκφραση, τόσο για τις υπογραμμισμένα τεκμηριωμένες, ολέθριες συνέπειες του ναζισμού, όσο και για την αποτελεσματική έκβαση του Αντιναζιστικού ντοκιμαντέρ.
Καθότι ο Γερμανός ψυχίατρος Τίτους Μίλεχ, αποτελεί τον κεντρικό άξονα όλου του έργου, τον κεντρικό αφηγητή και παράλληλα το πρωταγωνιστικό του πρόσωπο. Εκείνος γίνεται η προσωποποίηση του ντοκιμαντέρ, βαδίζοντας στο μονοπάτι της αυτογνωσίας, της σύνδεσης πληροφοριών και της συναναστροφής με κάθε πρόσωπο-κλειδί. Αυτή λοιπόν η καλλιτεχνική σχέση ακλόνητης εμπιστοσύνης, μεταξύ των συν-σκηνοθετών Τζελέπη-Κερσανίδη και του Μίλεχ, είναι μεν μια εξω-κινηματογραφική δράση του έργου, η οποία όμως -έτσι όπως έχει δομηθεί η εν λόγω ταινία- ρυθμίζει αδιαμφισβήτητα στα πάντα τις υπόλοιπες ενδο-κινηματογραφικές δράσεις.
Γενικώς...
Έπειτα οι ίδιες οι ενδο-κινηματογραφικές δράσεις, έχουν πολλά επίπεδα επιμόρφωσης, ενσυναίσθησης, αλλά και κινηματογραφικής αφήγησης προς τον Σινεφίλ. Όπως παρατηρούμε στους τίτλους τέλους, το σενάριο της ταινίας βασίστηκε στο βιβλίο του Μίλεχ.
Αλλά όπως διαπιστώνουμε μέσα από την όλη παρακολούθηση της ταινίας, η σύνθετη κινηματογραφική ροή του ντοκιμαντέρ αποκτά μια σχέση Ισότητας μαζί του. Συνδυάζει τα αξιοπρόσεκτα Αντιναζιστικά πιστεύω του ψυχολογικά τραυματισμένου Μίλεχ, με τη διακριτική πλην μελετημένη προοπτική των Κερσανίδη και Τζελέπη για κινηματογραφική ενσυναίσθηση απέναντι στον θεατή. Τα ημερολόγια ταξιδιού του Μίλεχ, κατά τα έτη 2000 και 2001, συναντούν τη σημερινή του επιστροφή σε γερμανικά εδάφη.
Σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας και αντιμετώπισης μιας χώρας, την οποία ο Μίλεχ αποφάσισε να εγκαταλείψει εξαιτίας του ναζιστικού της παρελθόντος. Το ταξίδι είναι ταυτοχρόνως παροντικό, παρελθοντικό, κοινωνικοϊστορικό και επομένως αποκτά μια θεμελιώδη διαχρονικότητα. Μέσα από πρόσωπα που επεξηγούν ή ρίχνουν φως στο καλλιτεχνικό εγχείρημα και μέσα από εικόνες, τοποθεσίες και χώρους που ανατριχιάζουν, συγκλονίζουν, αλλά πάντοτε επιμορφώνουν με τον δύσκολο, ειλικρινή και αποτελεσματικό τρόπο τις πρώτες μεταπολεμικές, καθώς και τις ακόμη πιο νέες Αντιναζιστικές γενιές.
Ναι, η διαδρομή του Μίλεχ ξεκινώντας από το πρώτο “κέντρο ευθανασίας” του ναζιστικού καθεστώτος, κάστρο Γκράφενεκ με το ανάλογο Μνημείο Τεκμηρίωσης, ήταν απαραίτητη. Απαραίτητη, για να γίνει κατανοητή η απόδοση των παρελθοντικών διαπροσωπικών-οικογενειακών σχέσεων του Μίλεχ, του κάθε πολίτη και κατ’ επέκταση της όλης επιζήμιας ναζιστικής και μεταπολεμικής εχθρικής νοοτροπίας πολλών Γερμανών πολιτών, απέναντι σε διάφορες κοινωνικές ομάδες (εδώ γίνεται αναφορά για την αντιμετώπιση των σχιζοφρενών, των ανθρώπων με διανοητική καθυστέρηση και των σωματικά νοσούντων από τους ναζί).
Έτσι, το τραυματικό βίωμα των λεγομένων της μητέρας του Τίτους Μίλεχ (με τα οποία λεγόμενα ο ίδιος διαφωνούσε κάθετα και τα απέρριπτε μετά βδελυγμίας) θα συναντήσει τη γενική ναζιστική και μεταπολεμική νοοτροπία πολλών Γερμανών πολιτών, επεξηγώντας μάλιστα εμμέσως στο ντοκιμαντέρ πώς εντελώς συγκεχυμένα πάτησε ο καπιταλισμός με τη γερμανική βιομηχανία στις φρικώδεις ρίζες του ναζισμού. Με τις ζοφερές και εφιαλτικές φράσεις: “με τον θάνατό τους θα επέτρεπαν στους ικανούς πολίτες να ζήσουν καλύτερα και στο κράτος να εξοικονομήσει τεράστια χρηματικά ποσά” και “η θανάτωση των μη παραγωγικών θα ήταν τεκμήριο ανθρωπισμού.”
Ναι, η επίπονη αυτοκριτική του Μίλεχ για την απογοητευτική νοοτροπία της γενέτειράς του, πόλης Τύμπιγκεν, ήταν καταλυτική. Προκειμένου να αντιληφθεί ο θεατής, πώς η οικογένεια του ιδίου αλλά και τέσσερις στους πέντε Γερμανούς πολίτες βάλθηκαν αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου να μιλούν για τον δικό τους μικρό μεταπολεμικό καημό. Και όχι για τα εκατομμύρια των Θυμάτων του ναζισμού. Έκλαιγαν για τη δική τους μοίρα και όχι για εκείνους που σφάγιασαν. Να σημειώσουμε εδώ, ότι ο Τίτους αισθάνεται τύψεις ως απόγονος -και μόνο- Γερμανών πολιτών που βρέθηκαν πολύ κοντά σε ναζιστικά πιστεύω και έτσι χρησιμοποιεί φράσεις όπως “σφαγιάσαμε.” Τέσσερις στους πέντε Γερμανούς δεν αυτοκτόνησαν. Η αυτοκτονία του Τίτους είναι μερική. Απαρνήθηκε τη μητρική του γλώσσα, απαγορεύοντας στον εαυτό του και το άκουσμά της. Απαγορεύοντας να τη μιλήσει και στο παιδί του. Ωστόσο, η σημαντική βαθιά κατανόηση τούτων των αιτίων, του επέτρεψε να τη χρησιμοποιεί περιστασιακά...
Ναι, το ψυχοφθόρο ταξίδι επίσκεψης του Μίλεχ στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης Ζαξενχάουζεν, Οστχόφεν, Ντόρα-Μίτελμπαου, Μπούχενβαλντ, Φλόσενμπερκ, είναι κομβικό. Δεν μπορούμε φυσικά να ξεχωρίσουμε κάποια επίσκεψη σε αυτούς τους χώρους, που έχουν την ίδια Κοινωνικοϊστορική Βαρύτητα. Όμως, μπορούμε να μιλήσουμε σε κινηματογραφικό επίπεδο στο Ντόρα-Μίτελμπαου, για τις εικόνες με τα συντρίμμια, τον λάκκο και τη συσχέτιση με τους πυραύλους-βόμβες Β1 και Β2 από τον υποκριτή βέρνερ φον μπράουν (το γράφω σκοπίμως δίχως πρώτα κεφαλαία γράμματα στους ναζί, ως μορφή απαξίωσης). Καθώς και για όλη τη νοοτροπία “αλλαγής” που ασπάζονταν οι πολεμοχαρείς και αιμοδιψείς τότε Γερμανοί πολίτες. Το ίδιο δυνατές κινηματογραφικά, είναι και στο Μπούχενβαλντ οι εικόνες αντίφασης, μεταξύ Θυμάτων που θανατώθηκαν με τους χειρότερους και νοσηρότερους τρόπους και παρασημοφορημένων θυτών που παρίσταναν τους αθώους και αγνούς, με δήθεν τρυφερότητα μόνο για τις δικές τους οικογένειες...
Ναι, το όλο χωροχρονικό ταξίδι του Μίλεχ σε αναμνήσεις, πρόσωπα, σπίτια, πανεπιστήμια, Μνημεία και διασχίζοντας τοποθεσίες, υπό το διακριτικό παράθυρο εκμυστήρευσης της κάμερας, εμπλουτίζει το μυαλό του θεατή! Μαθαίνοντάς τον, τι εστί Βίωμα, Τραύμα, Πολιτισμός, Ιστορία, Επιστήμη και Ανθρώπινο Ον που δεν ξεχνά και δεν παύει να συσχετίζει γεγονότα, διαχωρίζοντας ανθρώπινες ενέργειες/απάνθρωπες πράξεις. Ο Τίτους Μίλεχ, με το στιλάτο παλτό και το καπελάκι, θυμίζει οπτικά έναν αληθινό ντετέκτιβ της Ιστορίας και εγκεφαλικά ακριβώς αυτό που εκείνος είναι. Δηλαδή ένας Γερμανός ψυχίατρος, που τόσο ενστικτωδώς όσο και συνειδητοποιημένα απαρνήθηκε τον ναζισμό, τη γερμανική γη, τη γερμανική γλώσσα και την όλη “γερμανικότητα”, όπως ο ίδιος τονίζει.
Έξυπνα λοιπόν οι Κερσανίδης και Τζελέπη κινηματογραφούν τον Μίλεχ σαν σε επίπεδο μυθοπλασίας και συνδέουν τα σεναριακά λεγόμενά του για τη γερμανική γη (σαν “τόπος εγκλήματος”) με τη θέαση επιπέδου ντοκιμαντέρ των τοποθεσιών. Με αφοσίωση, στην οπτική του ίδιου του εδάφους. Δηλαδή, δεν κάνουν λόγο οι σκηνοθέτες για βιομηχανία, οικονομία και πρόοδο της μεταπολεμικής και μοντέρνας Γερμανίας σε σχέση αντιδιαστολής με το παρελθόν του ναζισμού. Κάνουν κάτι αλλιώτικο. Αρκετά ουσιώδες. Ενόσω ταξιδεύει με μεταφορικά μέσα ο Μίλεχ, εξετάζουν από το παράθυρο της δικής του οπτικής την ίδια τη γερμανική γη, με δέντρα, με γρασίδι, με λιβάδια, με απέραντες εκτάσεις, απέναντι στο φρικτό παρελθόν του ναζισμού. Γη καλυμμένη με στάχτες Θυμάτων από τα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης. Αλλά προσέξτε, ακολουθώντας πάντα το σκεπτικό του Μίλεχ.
Έτσι οι συν-σκηνοθέτες δίνουν και κάποια βάση στους γερμανικούς αυτοκινητόδρομους και στους στύλους σε γέφυρες, που έχουν κατασκευαστεί περίτεχνα από υλικό γρανίτη. Καθότι, για να φτιαχτεί αυτός ο γρανίτης και για να τον χαρούν ακόμη και οι σημερινοί Γερμανοί πολίτες, υπέφεραν και σφαγιάστηκαν Θύματα στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης. Άρα, το κυρίαρχο σκηνοθετικό-σεναριακό τους σκεπτικό φαίνεται να περιλαμβάνει την καταγραφή της εδαφικής προσέγγισης και την πρώτη ύλη επάνω στα γερμανικά εδάφη, κατά τη συσχέτιση με το ζοφερό ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας. Εξάλλου, αυτή η μηχανιστική έννοια “πρώτη ύλη” ταιριάζει με τη διατυπωμένη διαμαρτυρόμενη διαπίστωση του Μίλεχ. Ότι δηλαδή, φερειπείν στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Ζαξενχάουζεν, οι ναζί δυστυχώς αντιμετώπισαν τα Θύματα με εκμετάλλευση μέχρι θανάτου, απλώς σαν να ήταν πρώτες ύλες…
Συμπερασματικά
Πρόκειται συνολικά για μια σύνθετη κινηματογραφική έκφραση, η οποία διαθέτει μεθοδικό άξονα ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η έγκυρη συνδεσιμότητά της να διαγράφει μια σταθερή πορεία, εύληπτης και γοητευτικής αφήγησης. Με σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ, διεύθυνση φωτογραφίας και κεντρικό πρόσωπο σε αλληλο-ενίσχυση αφήγησης. Σαν να νιώθει ο θεατής οικειότητα μαζί με τούτη την αφήγηση, αλλά καταλαβαίνοντας ταυτοχρόνως, ότι το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ θα του προσφέρει και κάτι καινούργιο. Τι ακριβώς είναι αυτό; Μα φυσικά ο σπάνιος συνδετικός κρίκος του έργου, μέσα από το κεντρικό πρόσωπο του Γερμανού ψυχιάτρου, Τίτους Μίλεχ.
Ο ίδιος επιμένει να ομιλεί τη γαλλική γλώσσα. Παντρεύτηκε στη Γαλλία μια κοπέλα, η οποία είχε εβραϊκή καταγωγή. Η κόρη του επομένως είναι Εβραία και ο ίδιος (καί για αυτόν τον λόγο) δεν θέλει να της μιλά γερμανικά. Παρά την Αντιναζιστική του απόφαση να φύγει μακριά από τη Γερμανία, έχοντας αυστηρή πεποίθηση απάρνησης και αποστροφής ακόμη και για την τονικότητα της μητρικής του γλώσσας, θεωρεί τον εαυτό του ως ένα αναπόδραστο προϊόν της γερμανικής-ναζιστικής τρέλας. Καθότι έζησε για 31 χρόνια στη Γερμανία.
Μετά από συζήτηση με παλιά του συμμαθήτρια, ο Τίτους μέσα από το παράδειγμα του Αντιναζιστή συγγραφέα Έριχ Κέστνερ παραδέχεται, ότι μπορείς να παραμείνεις στη Γερμανία και να μη γίνεις ποτέ ναζιστής. Αν βρεις βεβαίως, κάποιες σωτήριες ρίζες. Απλά, ο ίδιος ο Τίτους δεν βρήκε αυτές τις ρίζες και έτσι έφυγε από τη Γερμανία αμέσως μετά το Λύκειο. Το ταξίδι της πρώτης νιότης του περιελάμβανε υποτροφία στη Γαλλία, ταξίδι στην Πολωνία, ταξίδι στην Κρήτη. Χωρισμό με την τότε μνηστή του, Νόρα. Οριοθέτηση στόχων ζωής σε ένα μικρό καταφύγιο-σπίτι (κατά ειρωνικό τρόπο στην “οδό κανιβάλων”) κοντά στην περιοχή Βύντσμπουργκ. Ώστε να αποφασίσει να ζήσει τελικά στην Ελλάδα. Η προβολή της Ελλάδας θα γίνει στο ντοκιμαντέρ κυρίως μέσα από την ανάδειξη της θάλασσας.
Εν καιρώ, μέσα στη διάρκεια του ντοκιμαντέρ, στη Θεσσαλονίκη ο Τίτους καθήμενος απέναντι σε μια Ελληνίδα απόγονο Θυμάτων και Επιζώντων (σε μια συγκλονιστική περιγραφή αποκαλύψεων από την ίδια σχετικά με κρίσιμα γεγονότα) του Ολοκαυτώματος από το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Άουσβιτς-Μπίρκεναου, νιώθει μεγάλη θλίψη και ενοχικότητα. Και την αγκαλιάζει! Ο Άγριος Θυμός της Ελληνίδας αυτής για τα εγκλήματα του ναζισμού συναντά την ενσυναίσθηση και την απόλυτη κατανόηση του Τίτους. Η αγκαλιά τους, διαπερνά την Ιστορία. Λυπάται ο Τίτους, αισθανόμενος τα λάθη των προγόνων του. Κάτι που δεν θα έκαναν ποτέ ούτε οι παππούδες του, ούτε και οι γονείς του!
Η συναισθηματικά εκρηκτική και Αντιναζιστικά εκλογικευμένη μορφή σεναρίου και δομή σκηνοθεσίας του ντοκιμαντέρ “Επιστροφή στην Πατρίδα”, των Άκη Κερσανίδη και Χρύσας Τζελέπη, θα μιλήσει πρώτα στο μυαλό και έπειτα στην ψυχή του Σινεφίλ. Θα τον συνταράξει επιμορφωτικά, θα του υπενθυμίσει ανθρώπινα και μη στοιχεία. Με συνέπεια, να δώσει έτσι έναν πολύ πιο ελεύθερο τρόπο Αντιναζιστικής σκέψης στον Σινεφίλ. Το συναίσθημα θα έρθει εν καιρώ, μαζί με την ενισχυμένη συνειδητοποίηση. Το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει μια σημαντική κινηματογραφική έκφραση στον τομέα ταινιών Τεκμηρίωσης, έχοντας μεθοδική Αντιναζιστική επιμόρφωση.
Καθότι, τούτο το έργο διαθέτει ταυτοχρόνως διαχρονική Προβληματική όσον αφορά τον κοινωνικοϊστορικό πυρήνα του, βιωματική αφήγηση σχετικά με την επίπονη μετατραυματική συνειδητοποίηση του κεντρικού προσώπου Τίτους Μίλεχ, καθώς και νεανικό πάθος εναγώνιας αναζήτησης αλλιώτικων κινηματογραφικών οδών για την Αντιναζιστική επαλήθευση. Κομβικό σημείο Ισορροπίας μέσα σε όλα αυτά, είναι η διακριτική κινηματογραφική μεθοδικότητα των Τζελέπη και Κερσανίδη.
Εάν θέλει κάποιος να εντοπίσει αυτή τη διακριτική μεθοδικότητα, δεν έχει παρά να επικεντρωθεί στο επιλεγμένο ποίημα με τίτλο “Φούγκα Θανάτου” (“Todesfuge”/“Deathfugue”) του Γαλλορουμάνου Επιζώντος Ολοκαυτώματος, Πολ Τσελάν. Το ποίημα ακούγεται στην ταινία, κατά την επίσκεψη στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Φλόσενμπεργκ. Ένα ποίημα χωρίς διανθισμένες λέξεις, αλλά μέσα από φρενήρεις επαναλήψεις (“μαύρο γάλα...τάφος...φίδια...Ο Θάνατος είναι πρωτομάστορας από τη Γερμανία…”), το οποίο μιλά παραπάνω από κατάλληλα για το ολέθριο βίωμα του Στρατοπέδου Συγκέντρωσης.
Εκεί λοιπόν, καταλαβαίνεις και τη διακριτική μεθοδικότητα που διακατέχει το εν λόγω ντοκιμαντέρ. Κατά τα άλλα, οι πιο οπτικές καλλιτεχνικές αναφορές στον Μπλάλα Β. Χάλμαν και την Τσάϊα Στόϊκα μέσα από τα έργα ζωγραφικής τους και από την καταγωγή τους, καταδεικνύουν την εχθρική προσφυγική νοοτροπία που αμφότεροι αντιμετώπισαν. Αλλά και το πόσο δημιουργικά-καλλιτεχνικά-εμφατικά αντέδρασαν...
Εν κατακλείδι, ο Τίτους Μίλεχ επιτελεί (και μέσα από τούτο το ντοκιμαντέρ) τον πολύτιμο ρόλο της διαπάλης ενάντια στη λήθη. Αναπόφευκτα.
Τεχνικές…
Voiceover
Ένα από τα πιο έξυπνα voiceover της ταινίας, είναι η στιγμή όπου καταλαβαίνουμε και πιο κινηματογραφικά ως θεατές/ακροατές, πώς νιώθει για τη γερμανική γλώσσα και την τονικότητά της ο Τίτους Μίλεχ. Οι σύνθετες γερμανικές λέξεις όλων των πολιτών που συζητούν, αποτελούν πνιγηρή αίσθηση για τον Τίτους, ενόσω εκείνος βαδίζει δίπλα τους.
Νετάρισμα
Και όχι οποιοδήποτε. Αλλά το νετάρισμα επάνω στα μαύρα κάγκελα με τις σχηματοποιημένες λέξεις, που αποδίδουν την επιγραφή “Η Εργασία Απελευθερώνει.” Αυτές οι φρικώδεις λέξεις που σχηματίζουν εκείνη την ακόμη πιο φρικώδη φράση, βρίσκονταν στα κάγκελα της πύλης του Στρατοπέδου Συγκέντρωσης Ζαξενχάουζεν. Ο φακός ανοίγει διάπλατα το μυαλό του Αντιναζιστή θεατή, μόνο με τούτο το νετάρισμα!
Αντίστροφος Καθρεπτισμός
Κατά τα λεγόμενα για την αναζήτηση ταυτότητας του Τίτους, ανάμεσα σε γερμανικές ρίζες και λύτρωση γαλλικής πολιτογράφησης, μόλις εκείνος μιλά με voiceover, η σκηνοθεσία επιλέγει να αποδώσει την ψυχοσύνθεσή του. Ο αντίστροφος καθρεπτισμός ταιριάζει γάντι στο κεντρικό πρόσωπο. Λογικά αφορά τόσο τη σκηνοθεσία, όσο και κάποιο έργο τέχνης-αρχιτεκτονικό ύφος σε δημόσιο χώρο.
Αμίλητη Αλήθεια
Όταν ο Τίτους είδε από το λάπτοπ του τον Καγκελάριο Όλαφ Σολτς να ανακοινώνει, ότι θα υπάρξει στη Γερμανία οικονομική ενίσχυση με τη δημιουργία ενός ειδικού ταμείου ομοσπονδιακού στρατού, έμεινε αμίλητος. Μπορούμε όμως να καταλάβουμε, ότι η επαναφορά της γερμανικής στρατιωτικής ενίσχυσης, μαζί με τα χειροκροτήματα, του θύμισε κάτι αποκαρδιωτικό…
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
