ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ - Βασίλης Μάλτας

Μονομερής ιστορικά, εθνικοπατριωτική και θρησκοληπτική θεματολογικά, πρόχειρη κατασκευαστικά

Ήδη λίγο μετά την έναρξη της ταινίας, ο Σμαραγδής έχει δώσει το στίγμα της: εθνικοπατριωτική, θρησκοληπτική θεματολογικά, και, κυρίως, χαμηλού επιπέδου αισθητικά ταινία. Βλέπουμε τη λευκοφορεμένη Παναγία με μελοδραματική έκφραση κι ανοιχτά τα χέρια, σαν να ευλογεί από ψηλά τον νεαρό Καποδίστρια που, έχοντας πέσει από το άλογο, σέρνεται λιπόθυμος στο πλακόστρωτο (είναι πραγματικό περιστατικό της ζωής του που είχε πει ότι είδε την Παναγία να τον σώζει). Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι η απεικόνιση της Παναγίας ως  προστάτιδα: είναι η κιτς, στα όρια του γελοίου κινηματογράφηση με απουσία πνευματικότητας και μεταφυσικού δέους όπου, επιπλέον, η μεγάλη διάρκεια δεν επιχειρεί να μεταδώσει τον ψυχισμό του θρησκευόμενου Καποδίστρια παρά να επιβάλλει το ρεαλιστικό του προσωπικού οράματος κι ότι η προστασία της Παναγίας είναι σύμφυτη στον ελληνισμό,

Υπάρχει συνέχεια, βέβαια: ο ακραία συντηρητικός Μέτερνιχ, από τους γνωστότερους Ευρωπαίους διπλωμάτες και πολιτικούς εκείνης της εποχής που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο για τρεις δεκαετίες, απεικονίζεται καρικατουρίστικα: διαολίζεται ακούγοντας το όνομα του Καποδίστρια χτυπώντας μανιασμένα το χέρι του στο γραφείο (με γκρο πλάνο του χεριού!) και πετώντας ό,τι βρίσκει! Κι όταν αποφασιστεί η δολοφονία του Καποδίστρια, ο Μέτερνιχ αναρωτιέται, σε μια στιγμή ηθικής διαύγειας από το (δραματουργικό) πουθενά: “τελικά κερδίζουμε ή κερδίζει ο Καποδίστριας“, σκεπτόμενος τον μελλοντικό αντίκτυπο της δολοφονίας! Υπάρχει, επίσης, ο Νικόδημος που εγκατέλειψε τον μοναστικό βίο κι ακολουθεί τον Καποδίστρια, θυμίζοντάς μας ότι η Παναγία προστατεύει και καθοδηγεί τον Καποδίστρια στις αλλεπάλληλες διπλωματικές του επιτυχίες (η λευκοφορεμένη, μελοδραματική Παναγία εμφανίζεται πέντε-έξι φορές) ενώ όταν ο Καποδίστριας επιχειρεί να μυήσει ομογενείς στην επανάσταση, ο Νικόδημος λέει σ’ έναν άνθρωπο: “Κοίτα πώς θα τους πείσει“, κάνοντας spoiler και τονίζοντας την υπερφυσική πειθώ του μην τυχόν και δεν εντυπωσιαστούμε (φυσικά, οι μυούμενοι μαγεύονται, χωρίς ερωτήσεις, αντιρρήσεις, φόβους, αρνήσεις).

Πρόκειται για υπέρ-αγιογραφία όπου όσα ιστορικά πρόσωπα διαφωνούν με τον κατά Σμαραγδή Καποδίστρια, δεν μπορεί παρά να είναι παραπλανημένοι, διεφθαρμένοι ή κακόψυχοι ως ανθέλληνες. Ατέλειωτα σε διάρκεια χειροκροτήματα θαρρείς όλων των Ελβετών για τον Καποδίστρια ως εμπνευστή του ελβετικού ομοσπονδιακού συστήματος διακυβέρνησης, μία διαμάχη ανάμεσα σε ελληνικές φατρίες που λύνεται με τα κουμπούρια να επιστρέφουν ακαριαία στα θηκάρια χάρη σε μία, μία μόνο σύσταση του Καποδίστρια, ο τσάρος που δεν ενοχλείται από την πολιτική του Καποδίστρια να προκαλέσει ρωσοτουρκική σύγκρουση προς όφελος της Ελλάδας παρά, αντίθετα, εκτιμά απερίφραστα την ειλικρίνειά του (στην πραγματικότητα, ο τσάρος τού είχε αφαιρέσει τη διαχείριση του ανατολικού ζητήματος, έχοντας αλλάξει τη ρωσική εξωτερική πολιτική). Το βλέμμα του αγέρωχου, ακατάβλητου Καποδίστρια μεταδίδει απροσμέτρητη υπομονή κι αντοχή, η αυτοκυριαρχία του είναι απέριττα μεγαλοπρεπής, ποτέ δεν θυμώνει, δεν ξεσπάει, δεν φοβάται, η απόλυτη ηθική του δεν βασανίζεται από εσωτερικές αντιφάσεις, στο μειδίαμά του υφέρπει ειρωνεία όταν τον απειλούν, η αυτοπεποίθησή του είναι συγκλονιστικά ταπεινή. Κι όταν πλησιάζει η ώρα της δολοφονίας του, θαρρείς ότι ανεβαίνει αγόγγυστα έναν Γολγοθά για να σταυρωθεί για την Ελλάδα: η σκηνοθετική οπτική υπερβαίνει τον ανθρώπινο θαυμασμό κι εξιδανίκευση απευθυνόμενη στο θυμικό, θέλοντας να χειραγωγήσει.

Είναι δύσκολο να συγκροτηθεί διάλογος για το ανοιχτό θέμα της πολιτικής αποτίμησης του έργου του Καποδίστρια με βάση το μελοδραματικό, μανιχαϊστικό, μεσσιανικό, παραμύθι του Σμαραγδή όπου επικρατεί η μονόπλευρη οπτική. Γιατί, πράγματι, ο Καποδίστριας προσπάθησε να οργανώσει ένα σύγχρονο κράτος, έδωσε μεγάλη σημασία στην Παιδεία, συγκρούστηκε με τους τοπάρχες κοτζαμπάσηδες, δεν δέχτηκε αμοιβή ως Κυβερνήτης ενώ διέθεσε την προσωπική του περιουσία για την αναδιοργάνωση του κράτους. Όμως, στην αφήγηση του Σμαραγδή δεν χώρεσαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα που θα χαλούσαν τη μυθοποίηση του Καποδίστρια όπως ότι προσπάθησε να συγκρατήσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη λέγοντάς του ότι η Φιλική Εταιρεία ωθούσε την Ελλάδα προς τον όλεθρο, ότι ήταν αντίθετος με την επανάσταση (μετά το ξέσπασμά της, βέβαια, εργάστηκε για την επιτυχία της), όπως η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και πολλών δημοκρατικών ελευθεριών που με το συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησής του διέψευσαν τον σκοπό του αγώνα για τη δημιουργία ενός δημοκρατικού κράτους, όπως ότι δεν ήταν ανεκτικός στον αντίπαλο Τύπο, ότι κωλυσιέργησε στο μείζον θέμα του αναδασμού των εθνικών γαιών στους φτωχούς αγρότες κι ακτήμονες.

Είναι βέβαιο ότι αγγίζει πολλούς θεατές το παράδειγμα της λιτής ζωής του Καποδίστρια (όχι συχνό για Έλληνα αστό πολιτικό, ιδιαίτερα αυτά τα τελευταία χρόνια με την πιο διεφθαρμένη μεταπολιτευτικά κυβέρνηση). Πέρα απ’ αυτό, θα ικανοποιηθούν ιδιαίτερα όσοι πιστεύουν σε δεσποτείες φωτισμένων ηγετών (και λυτρωτών τους από το υπόκωφο βάσανο της έλλειψης αυτοεκτίμησης), όσοι χρειάζονται έναν στιβαρό ηγέτη-επίγειο Θεό που θα τούς απαλλάξει από υπαρξιακές ευθύνες- και, όσον αφορά την Ελλάδα, τη διακυβέρνηση ενός ηγέτη-σωτήρα που θα βάλει τέλος στις εμφύλιες έριδες, τη μεγάλη πληγή της φυλής που δεν της επιτρέπουν να μεγαλουργήσει. Γιατί, έχει πάντα απήχηση η άποψη ότι είναι φυσικό, αναγκαίο, ιδιαίτερα σε κρίσιμες συνθήκες, για έναν ηγέτη με ισχυρή προσωπικότητα να αναστέλλει δικαιώματα και να κυβερνά συγκεντρωτικά, θεωρώντας δεδομένη την ύπαρξη ενός αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα στον φωτισμένο ηγέτη και τον απαίδευτο λαό, θεωρώντας δεδομένη την ανάγκη της κοινωνίας για πατερούλη. Θα ικανοποιηθούν, επίσης, οι πατριδολάτρες καθώς ο Σμαραγδής επιχειρεί να ενδυναμώσει το εθνικό φρόνημα και μέσα από ανιστόρητες απόψεις, όπως ότι όλες οι τέχνες και οι επιστήμες έχουν τη ρίζα τους στην Ελλάδα- στη φωτιά που έχει ανάψει στα social media, το συχνότερο για όσους δεν τους άρεσε η ταινία, είναι να κατηγορηθούν ότι αφορμώνται από αντεθνικό αντι-Καποδιστριασμό (είναι ειρωνικό, βέβαια, ότι οι περισσότεροι  που χαμογελάνε περήφανα βλέποντας τον εκνευρισμένο Μέτερνιχ στην ταινία, το 2015 επικρατούσαν τον οικονομικό στραγγαλισμό που επέβαλε στην Ελλάδα ο Σόιμπλε- ένα πρόσφατο ιστορικό αντίστοιχο του Μέτερνιχ).

Η φόρμα της ταινίας χαρακτηρίζεται από κατασκευαστική προχειρότητα (επιεικώς) και βρίσκεται σε άμεση σχέση με τη συγκεκριμένη απεικόνιση του Καποδίστρια. Ορισμένες σκηνές  μάλιστα, προκαλούν γέλιο, όπως στην έφοδο του Κολοκοτρώνη και των φουστανελάδων στρατιωτών του που ξεπετάγονται ορμητικά από κοντούς θάμνους σαν να παίζουν κρυφτό, όπως στη δακρύβρεκτη επίδοση του γράμματος προς τον Καποδίστρια από ένα αγόρι που φέρνει στον νου γνωστά μελό του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ή όπως με τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη που μόνο συγνώμη δεν ζητά από τον Καποδίστρια επειδή θα τον δολοφονήσει! (πιο πριν, έχοντας αποκαλυφθεί η χρηματοδότηση των σπουδών του από τον Καποδίστρια, ο νέος Μαυρομιχάλης είχε γουρλώσει τα μάτια σαν σε παιδική παράσταση). Μοναδικά θετικά σημεία, η αξιοπρεπής ερμηνεία του Αντώνη Μυριαγκού ως Καποδίστρια (για τον οποίο, ο Σμαραγδής δήλωσε ότι “πέρασε  διαδικασία εκπαίδευσης, άγνωστη στην Ελλάδα: με ύπνωση όπου μπορούσε να δει τα βασικά στοιχεία του Καποδίστρια . Στην ουσία, μεταφορικά θα το πω για να μην παρεξηγηθώ: είδε τον Καποδίστρια… Του έδωσε την άδεια ο Καποδίστριας“!), η φωτογραφία του Άρη Σταύρου και η μουσική του Μίνωα Μάτσα που, όμως, χρησιμοποιείται υπερβολικά.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module