Ο πρώτος Κυβερνήτης
Ανήμερα τα Χριστούγεννα και λίγες μέρες πριν από την έλευση του 2026 έκανε πρεμιέρα η πολυαναμενόμενη ταινία του Γάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας». Μια ταινία που είχε αρχίσει να απασχολεί όχι μόνον τους σινεφίλ αλλά και πολλούς που αναζητούσαν μέσα από αυτήν να επιβεβαιωθούν. Τώρα το γιατί αυτοί οι τελευταίοι αναζητούσαν την επιβεβαίωση των όσων πιστεύουν σε μια ταινία τι να πω; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!
Σαρώνει τα εισιτήρια
Ο κατά Σμαραγδή, λοιπόν, «Καποδίστριας» που ήδη προβάλλεται έκανε εντυπωσιακή εισπρακτική εμφάνιση στις αίθουσες κόβοντας τις τέσσερις πρώτες μέρες 150.000 εισιτήρια και οδεύοντας, με την αλλαγή του χρόνου, ολοταχώς προς τις 200.000. Αριθμός εντυπωσιακός αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι το 1996, ο «Καβάφης» είχε κόψει ΣΥΝΟΛΙΚΑ 180.000 εισιτήρια. Βέβαια η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία του Σμαραγδή παραμένει ο «Ελ Γκρέκο» (2007) που έκοψε 1.200.000 εισιτήρια ενώ ο «Καζαντζάκης» (1996) έκοψε 100.000 εισιτήρια.
Ξεκίνησαν, λοιπόν, οι προβολές του «Καποδίστρια» με γεμάτες αίθουσες κάτι που πρέπει να ικανοποιεί όλους όσοι ενδιαφερόμαστε και αγαπάμε το σινεμά -και ιδίως το ελληνικό σινεμά- και υποστηρίζουμε την παραδοσιακή μορφή θέασης της ταινίας στην αίθουσα. Το κέρδος, λοιπόν, είναι αφενός οικονομικό, κάτι που δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους αφού η κινηματογραφική βιομηχανία, από την ώρα που γράφεται το σενάριο μέχρι τη στιγμή που θα κοπεί το εισιτήριο στο ταμείο, απασχολεί κάποιες χιλιάδες ανθρώπους που ζουν από αυτό. Αφετέρου το γεγονός ότι οι θεατές επιλέγουν να δουν την ταινία στην αίθουσα μαζί με άλλους, και όχι κατά μόνας μέσα από τις πλατφόρμες ή το διαδίκτυο, αναδεικνύοντας έτσι την κοινωνικότητα του σινεμά, είναι το επόμενο και πολύ σημαντικό κέρδος.
Ο «Καποδίστριας» λοιπόν -όπως και άλλες ταινίες όπως το «Υπάρχω» του Τσεμπερόπουλου πέρυσι και η «Σπασμένη φλέβα» του Οικονομίδη πριν από μερικές εβδομάδες, δίνουν ανάσες στο ελληνικό σινεμά και στις κινηματογραφικές αίθουσες και ελπίζω -μεσοπρόθεσμα- να αρχίσουν να αλλάζουν τον τρόπο που οι θεατές επιλέγουν να δουν μια ταινία και να αφήσουν το τηλεκοντρόλ, να βγουν από το σπίτι και με την παρέα τους να επιλέξουν την παραδοσιακή κινηματογραφική αίθουσα.
Εισιτήρια και κριτική
Όμως η εισπρακτική επιτυχία μιας ταινίας δε συμβαδίζει απαραίτητα και με την καλλιτεχνική της αξία. Δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ ή κατά της ποιότητας ο μεγάλος ή μικρός αριθμός εισιτηρίων. Βέβαια το ιδανικό είναι αυτά τα δύο να συμβαδίζουν (όπως συνέβη με το «Υπάρχω» και με τη «Σπασμένη φλέβα») αλλά δεν συμβαίνει πάντοτε. Τι περισσότερες φορές μάλιστα, προβάλλονται εξαιρετικές ταινίες που, δυστυχώς, περνούν απαρατήρητες. Αντίθετα με άλλες που κινούνται στη μετριότητα αλλά εξαιτίας του θέματός τους και ενός συγκεκριμένου κοινού που τις στηρίζει ακριβώς λόγω του θέματός τους, τα πάνε πολύ καλά εισπρακτικά. Μια τέτοια περίπτωση είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, και ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή. Μάλιστα με αφορμή την προβολή της και τις υπέρ ή κατά κριτικές που έχουν γραφτεί μέχρι στιγμής, η πλευρά των υποστηρικτών της ταινίας ενθαρρυμένη από τη εισπρακτική της επιτυχίας, δεν έχασαν τη ευκαιρία να τα βάλουν με τους κριτικούς και την κριτική. Υποστηρίζουν κατά κάποιον τρόπο, την αδιαμεσολάβητη σχέση (κάτι μου θυμίζει αυτό) του κοινού με τις ταινίες, αφού οι κριτικοί (και η κριτική) κατά την άποψή τους, “δεν χρειάζονται”. Όμως το θέμα της κριτικής είναι πολύ μεγάλο και δεν είναι της παρούσης. Ίσως κάποτε θα πρέπει να το ανοίξουμε επειδή όλοι εκείνοι που τα έχουν με τους κριτικούς της τέχνης, είναι άνθρωποι οι οποίοι κάνουν κριτική στα πάντα (στην πολιτική, στους διαιτητές, στο φαγητό, στο ντύσιμο κ.λπ) χωρίς οι ίδιοι να έχουν καμία σχέση με όσα κριτικάρουν. Και πολύ καλά κάνουν, θα πω εγώ, αλλά ας διατηρήσουν τη σεμνότητά τους κι ας μας επιτρέψουν κι εμάς να κάνουμε τη δουλειά μας. Όμως μάλλον ξέφυγα, ώρα είναι να επιστρέψω στην ταινία του Γιάννη Σμαραγδή που αποτέλεσε την αφορμή για όλη αυτήν τη λογοδιάρροια. (Ακόμη μια επιτυχία της ταινίας: δημιουργεί ερεθίσματα για διάλογο).
Σε “ρηχά” νερά
Σκηνοθετικά δεν υπάρχει κάτι άξιο λόγου. Ο Γιάννης Σμαραγδής κινείται σε ρηχά νερά, η σκηνοθεσία είναι επίπεδη, χωρίς καμία πρωτοτυπία. Το ίδιο επίπεδοι και χωρίς συναισθηματικό βάθος είναι και οι χαρακτήρες του. Αν εξαιρέσουμε τον Καποδίστρια όλοι οι άλλοι μοιάζουν ως απλά πιόνια που χρειάζονται για να διεκπεραιωθεί το όλο εγχείρημα. Μοιάζουν περισσότερο με καρικατούρες παρά με ανθρώπινους χαρακτήρες. Ο δε Καποδίστριας ξεχωρίζει μέσα σε αυτό το συρφετό των άθλιων, κακόβουλων τύπων, λάμπει σαν το χρυσάφι για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, τις διπλωματικές ικανότητες, την ευστροφία του και πάνω απ’ όλα την αγάπη του για την πατρίδα.
Με λίγα λόγια, ο Γιάννης Σμαραγδής όχι μόνον δεν αποφεύγει αλλά επιδιώκει την αγιοποίηση του ήρωά του, κάτι που έχει ήδη γραφτεί κι από άλλους. Ξεχωρίζει εξαρχής το Καλό από το Κακό, με το μανιχαϊστικό σχήμα να κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος της ταινίας. Όμως, ας με συγχωρήσουν οι “οπαδοί” της ταινίας, αλλά δεν υπάρχουν μονοδιάστατοι άνθρωποι. Όλοι ζούμε και παλεύουμε με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές μας αντιθέσεις, με τα πάθη και τα διλήμματά μας. Αντίθετα ο Καποδίστριας του Σμαραγδή είναι ένας άνθρωπος χωρίς ελαττώματα, ένα τέλειο ανθρώπινο ον, που περισσότερο μοιάζει με Θεό! Άλλωστε κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του υποστήριξε ότι «ο Καποδίστριας ήταν ο άγιος της ρωμιοσύνης» (Το Βήμα 30/12/2025, Γιάννης Ζουμπουλάκης) ενώ σε άλλη συνέντευξή του υποστήριξε ότι μετά την προβολή ης ταινίας αναμένεται να αγιοποιηθεί ο Καποδίστριας ενώ αποκάλυψε σχετική συνομιλία του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο (Mega “Morning news”). Οπότε κάπου εδώ παύουμε πλέον να μιλάμε για Ιστορία αλλά για Θεολογία. Η επιστήμη που έχει ως βάση της την έρευνα, επιχειρείται να αντικατασταθεί από τη ρήση “πίστευε και μη ερεύνα”. Και πιστέψτε με δεν αυθαιρετώ, άλλωστε ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν κρύβει -και καλά κάνει εφόσον έτσι επιθυμεί- τη βαθιά θρησκευτικότητά του και τη θρησκευτική προσέγγιση του ήρωά του χρησιμοποιώντας μάλιστα και την Παναγία ως κεντρικό θρησκευτικό σύμβολο της αφήγησης. Προσδίδοντας έτσι μια μεταφυσική και υπερβατική διάσταση στον χαρακτήρα του Καποδίστρια.
Οραματιστής και αυταρχικός
Ας έρθω τώρα στο ιδεολογικό μέρος της ταινίας σε αυτό που εκφράζει και, επιθυμεί να εκφράσει κι ο Γιάννης Σμαραγδής. Προφανώς και είναι δικαίωμά του να δώσει όποιο ιδεολογικό πρόσημο επιθυμεί στο έργο του. Από την άλλη βέβαια είναι και δικό μας δικαίωμα να κρίνουμε αυτό το έργο σύμφωνα με τα δικά μας αισθητικά αλλά και ιδεολογικά κριτήρια. Και όσον αφορά τα αισθητικά ήδη τα είπαμε. Όσον αφορά τα υπόλοιπα που σχετίζονται με τον ιστορικό ρόλο του Ιωάννη Καποδίστρια μπορούμε να πούμε πολλά και διάφορα. Θα σταθώ σε κάποια λίγα που θεωρώ ως τα πλέον σημαντικά. Άλλωστε έχουν ήδη γραφτεί πολλά που μπορεί έχουν κουράσει το σινεφίλ αναγνωστικό κοινό.
Αυτό που κυριαρχεί στη ταινία είναι ο εμμονικός εθνικός μύθος με τον οποίο μεγάλωσαν γενιές και γενιές που λέει ότι «για όσα δεινά μας συμβαίνουν, φταίνε οι ξένοι που μας επιβουλεύονται». Αυτό λέει και η ταινία αλλά αυτό που ξέρουμε από την Ιστορία, είναι ότι οι “κακοί” ξένοι ήταν εκείνοι που έσωσαν την τελευταία στιγμή την Επανάσταση με τη νίκη στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν όντως ένας πολιτικός με όραμα. Ένας άνθρωπος ο οποίος έβλεπε μπροστά και είχε σχέδιο οργάνωσης και εκσυγχρονισμού της Ελλάδας. Από την άλλη όμως όσοι ήταν εναντίον του δεν το έκαναν επειδή ήταν εχθροί του λαού, όπως τα παρουσιάζει η ταινία, αλλά επειδή είχαν συνδέσει το δικό τους όραμα για ελευθερία και ανεξαρτησία με μια κοινωνία φιλελεύθερη, κάτι που δεν περιελάβανε το αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης που οραματίστηκε ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας.
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι υποστήριξε μεν την ιδέα μιας ελεύθερης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία Ελλάδας, υπήρξε δε υπουργός Εξωτερικός τους Τσάρου της Ρωσίας και τα συμφέροντα αυτής της χώρας υπερασπιζόταν και αυτά, προφανώς, ήθελε να προωθήσει και στην ανεξάρτητη Ελλάδα. Κάτι που φάνηκε από τη στήριξη που έδωσε στο Ρωσόφιλο Κόμμα κάτι που δικαιολογεί και την αντιπάθεια των Άγγλων προς το πρόσωπό του.
Επειδή όμως τα πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη τη συνθετότητα της εποχής και της ιστορικής συγκυρίας στην οποία έδρασε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Μια εποχή αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, επαναστατικών αλλαγών, πολιτικών εξελίξεων. Άρα μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τοποθετήσουμε και έτσι να κρίνουμε τους πρωταγωνιστές των γεγονότων. Οποιαδήποτε μονοσήμαντη προσέγγιση, όπως αυτήν που κάνει η ταινία, και λάθος είναι και απλοϊκή και αδικεί ή ευνοεί κάποιους από αυτούς.
Μεγάλος διπλωμάτης και πολιτικός ο Ιωάννης Καποδίστριας, οραματιστής μιας σύγχρονης Ελλάδας που έψαχνε τη θέση της στο νέο ευρωπαϊκό τοπίο, ένας άνθρωπος που δεν δίστασε να συγκρουστεί για αυτό που θεωρούσε σωστό. Από την άλλη αυταρχικός και δεσποτικός, τόσο που η διακυβέρνησή του τον έφερε σε αντίθεση με τους ηγέτες της Επανάστασης που το όραμά τους ήταν διαφορετικό. Γι’ αυτό και είναι απολύτως λανθασμένη, κατά την άποψή μου, η αγιοποιημένη προσέγγιση του Γιάννη Σμαραγδή. Που τελικά υπηρετεί το εθνοπατριωτικό αφήγημα περί του Κυβερνήτη “που συγκρούστηκε με τα ντόπια και ξένα συμφέροντα τα οποία και συνασπίστηκαν για τον δολοφονήσουν”. Ένα αφήγημα που, κατά παράδοξο τρόπο, φέρνει συχνά κοντά το δεξιό με τον “αριστερό” πατριωτισμό (με πολλά εισαγωγικά!).
Σαν επίλογος
Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή είναι μια ταινία με επίπεδη σκηνοθεσία και με χαρακτήρες που στερούνται συναισθηματικού βάθους. Αξιοπρόσεκτη είναι η ερμηνεία του Αντώνη Μυριαγκού στο ρόλο του Κυβερνήτη, ενώ πολύ καλή δουλειά έχει γίνει στα σκηνικά και τα κουστούμια.
Όσον αφορά τα ιστορικά γεγονότα, δεν εμβαθύνει και παραμένει στην επιφάνειά τους. Αγιοποιεί τον Καποδίστρια, του προσδίδει μια μεταφυσική, θρησκευτική διάσταση. Επί πλέον εξυπηρετεί το εθνικό αφήγημα περί των κακών ξένων που επιβουλεύονται την Ελλάδα και κυριαρχείται από το μανιχαϊστικό σχήμα Καλού-Κακού. Με λίγα λόγια πρόκειται για μια μονόπλευρη προσωπογραφία που απευθύνεται κυρίως στο συναίσθημα συγκεκριμένου εθνικού ακροατηρίου.
Στράτος Κερσανίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kersanidis.wordpress.com
