Μια ακόμα ιστορική βιογραφία διά χειρός Γιάννη Σμαραγδή λοιπόν. Μόνο που αυτή την φορά το πρόσωπο που ενδιαφέρει τον έμπειρο σκηνοθέτη δεν είναι ένας άνθρωπος της Τέχνης όπως ο ζωγράφος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος/ «El Greco», ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης/ «Καβάφης» ή ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης/ «Καζαντζάκης». Είναι ένας άνθρωπος της πολιτικής. Και όχι απλώς της πολιτικής αλλά εκείνος που ενώ μπορούσε να δώσει στους Ελληνες την ευκαιρία να πάνε σκαλιά ψηλότερα από όπου βρίσκονταν, δολοφονήθηκε από εκείνους που την ήθελαν στο τέλμα.
Οπότε εφόσον θέμα της ταινίας είναι ο Ιωάννης Καποδίστριας, ένα πρόσωπο που ο ίδιος ο Σμαραγδής εκτιμάει απεριόριστα, κάπου περιμένεις την ανάγκη του, από τους τίτλους της ταινίας ακόμη, να υποκλιθεί μπροστά του – κάτι που θα δούμε σε όλα τα πρόσωπα που τον έχουν απασχολήσει μέχρι σήμερα. Όμως αυτό δεν σημαίνει αγιογραφία, όρος που στην κριτική κινηματογράφου χρησιμοποιείται με κατάχρηση. Σημαίνει σεβασμός.
Και τελικά, αυτό που ο Γιάννης Σμαραγδής φαίνεται ότι στην ουσία θέλει, είναι με αφορμή τον Καποδίστρια, να μιλήσει για ένα και μόνο πράγμα: την αμαρτία της χώρας αυτής να σκοτώνει τα καλύτερα παιδιά της, εκείνα που μπορούν να την βοηθήσοιυν να γίνει καλύτερη. Ο Καποδίστριας πλήρωσε με την ζωή του την προσπάθειά του να φτιάξει την Ελλάδα ακριβώς όπως την είχε οραματιστεί, ακριβώς όπως θα έπρεπε να φτιαχτεί ώστε να κερδίσει την ευκαιρία να γίνει μια χώρα – πρότυπο.
Χέρι ελληνικό τον δολοφόνησε στο Ναύπλιο αλλά οι ευλογίες ξένων δυνάμεων βρίσκονταν πίσω του (Αγγλοι, Γάλλοι, ο Μέτερνιχ). Και αυτή η ταινία, λεπτό προς λεπτό, σκηνή προς σκηνή, αυτό ακριβώς το παρασκήνιο θέλει να «ξεμπροστιάσει».
Η επιθυμία της είναι να περιγράψει με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ακόμα και διδακτικά σε ορισμένα σημεία, την αδυναμία των Ελλήνων να καταλάβουν ότι οι καλύτεροι ηγέτες του κόσμου είναι οι καλύτεροι γιατί δεν φοβούνται να χώσουν το μαχαίρι ως το κόκαλο αδιαφορώντας ακόμα και για την ίδια την ύπαρξή τους. Από τις θυσίες που απαιτούν να γίνουν για το καλύτερο του τόπου τους, αυτοί άνδρες δεν αποκλείουν τον εαυτό τους. Αυτοθυσιάζονται.
Με αυτά τα δεδομένα, που τα βλέπουμε ολοφάνερα μπροστά μας καθ’ολη την διάρκεια του «Καποδίστρια», μιας υπέρλαμπρης παραγωγής που σέβεται τον θεατή που θα πληρώσει για να την δει, δεν μπορείς παρά να χαρείς μόνο και μόνο από το γεγονός ότι τελικά αυτή η ταινία …υλοποιήθηκε. Να σημειωθεί εδώ ότι η φωτογραφία του Αρη Σταύρου είναι το λιγότερο «Οσκαρική» και ότι ο Αντώνης Μυριαγκός στον ρόλο του τίτλου υπήρξε ιδανικός όχι μόνο λόγω της εκπληκτικής ομοιότητάς του με τον Καποδίστρια αλλά και της έμφυτης ικανότητάς του να παίζει πάρα πολύ καλά με το βλέμμα. Τίποτα πάνω του δεν «φωνάζει». Αυτός ο ρόλος θα τον ακολουθεί για πολύ καιρό. Ισως για πάντα.
Ασφαλώς και υπάρχουν κάποιες ενστάσεις. Οι «μεταφυσικές» σκηνές της «επαφής» του Καποδίστρια με το Θείο, θα μπορούσαν να είναι λιγότερο κραυγαλέες και πιο εσωτερικές. Και θα ήμουν ψεύτης αν δεν έλεγα ότι ο καταδικασμένος έρωτας του Καποδίστρια με την Ρωξάνδρα Στούρτζα (Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη) κόρη του Σκαρλάτου Στούρτζα (πάμπλουτου Έλληνα από το Ιάσιο της Μολδαβίας) και της Σουλτάνας Μουρούζη, βρίσκεται στην ταινία, μόνο και μόνο για τους ευνόητους λόγους: για να υπάρχει κάποιος βασικός γυναικείος ρόλος.
Μπορούν όμως κάποια πταίσματα να χαλάσουν την γενική εικόνα; Όχι, αυτό είναι άδικο.
Γιατί όλα αυτά δεν είναι παρά λεπτομέρειες που τελικά μπορείς να παραβλέψεις μπροστά στο εύρος της παραγωγής (η ταινία ξεπερνά το δίωρο) και σε αυτό που τελικά ο «Καποδίστριας» θέλει να πει, το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό.
Και κάτι τελευταίο. Οσο ο καιρός περνάει, τόσο αυτή η ταινία «κάθεται» καλύτερα μέσα σου, σε σημείο μάλιστα, που θες να την ξαναδείς για να την εμπεδώσεις.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
