FATHER MOTHER SISTER BROTHER - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Φιλμ πολύ μικρό στο μάτι, με τρεις ιστορίες χωρίς πολλά-πολλά διακυβεύματα, με λιγοστή κίνηση, και με μικρά μοτίβα-λεπτομέρειες που επαναλαμβάνονται ενώνοντας τόπους, πόλεις, καταστάσεις, ανθρώπους και ιστορίες χωρίς κανείς να το καταλαβαίνει. Όχι πως αυτό γίνεται με κάποιο ευρύτερο σκοπό – είναι απλώς η υπενθύμιση πως όλοι και όλες και όλα συνδεόμαστε, είναι τα ρεφρέν, μια ποίηση της καθημερινότητας.

Στην ταινία, παρακολουθούμε τρεις ιστορίες γύρω από τις σχέσεις ενηλίκων με τους (συχνά απομακρυσμένους) γονείς τους, αλλά και μεταξύ τους. Μεγάλες διαδρομές και αμήχανες συζητήσεις σε ένα αυτοκίνητο. Μακρές σιωπές γύρω από ένα τραπέζι. Η μελαγχολία των όσων έχουν χαθεί, μπροστά σε μια απουσία, σε κάτι που δεν είναι εκεί.

Ο Τζάρμους ρίχνει στο ρινγκ μερικούς σπουδαίους ηθοποιούς, από την Κέιτ Μπλάνσετ και τον Άνταμ Ντράιβερ μέχρι την Βίκι Κριπς, την Σαρλότ Ράμπλινγκ, την Ίντια Μουρ και τον… Τομ Γουέιτς; Αφήνει τα γνώριμα πρόσωπα να χαθούν μέσα σε ρόλους και αποστάσεις. Κινηματογραφεί ανθρώπους σε μετάβαση, κυριολεκτική και μη.

Καδράρει άτομα που σωματικά βρίσκονται κοντά, αλλά συναισθηματικά μπορεί να απέχουν μίλια. Εντοπίζει μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, επαναλήψεις, σπίθες έγνοιας, αμηχανίες.

Κι όλα κορυφώνονται χωρίς φανφάρες αλλά πολύ συναισθηματικά, σε μια τρίτη ιστορία που δεν είναι ακριβώς τρίτη ιστορία αλλά είναι περισσότερο τρίτο κεφάλαιο, καθώς χωρίς τα δύο πρώτα δε θα είχε αυτή την επίδραση.

Σαν πρώτη αντίδραση βγαίνοντας από την προβολή στη Βενετία σκεφτόμουν πόσο μικρό είναι, πόσο νόημα βγάζει που το απέρριψαν οι Κάννες, και πόσο δεν πρόκειται να το ξανασκεφτώ στη ζωή μου. Σύντομα διαψεύστηκα – μην περιμένετε να δείτε κάποιο σαρωτικό αριστούργημα, αλλά αυτό που μπορώ να διαβεβαιώσω, είναι πως σαν ταινία φωλιάζει μέσα σου και επιδρά χωρίς να το καταλάβεις.

Και σίγουρα αξίζει την προσοχή, 6 χρόνια μετά το πιο πρόσφατο (κακό) φιλμ του Τζάρμους “The Dead Don’t Die”, ο οποίος εδώ φαίνεται σα να βρίσκει ξανά την επαφή με κάτι πολύ αληθινό. Το Χρυσό Λιοντάρι της Βενετίας συνεχίζει να μοιάζει με μια αναίτια υπερβολή, αλλά χωρίς αυτό το context και την προσδοκία από τον θεατή, το φιλμ μπορεί να λειτουργήσει με τον απλούστερο των τρόπων.

Μια πλήρης στιλιστική λιτότητα στην υπηρεσία ενός λυρισμού της καθημερινότητας πάνω στην απόσταση, τη σύνδεση, και τις κρυφές, αόρατες συνδέσεις.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

 

Smart Search Module