Το Γαλάζιο Μονοπάτι τοποθετείται σε ένα περιβάλλον που παραπέμπει σε επιστημονική φαντασία, όμως η ματιά του παραμένει σταθερά στραμμένη στο παρόν. Η ταινία αντλεί τη δυναμική της από ήδη υπαρκτούς μηχανισμούς κρατικού ελέγχου, από τεχνικά μέσα επιτήρησης και από μια πολιτική διαχείρισης του πληθυσμού που θεμελιώνεται στην υπόσχεση ενός ευοίωνου μέλλοντος. Στη βραζιλιάνικη εκδοχή αυτού του κόσμου, η ελπίδα πειθαρχεί και η ασφάλεια νομιμοποιεί τον αποκλεισμό όσων κρίνονται πλεονάζοντες.
Στο κέντρο αυτής της πραγματικότητας βρίσκεται μια ηλικιωμένη γυναίκα που, αν και κουρασμένη από τη ζωή, κουβαλά μέσα της μια άσβηστη φλόγα ελευθερίας. Δεν πρόκειται για χαρακτήρα που χαλιναγωγείται εύκολα, ούτε για σώμα πρόθυμο να παραδοθεί σε καθεστώς κηδεμονίας. Χρόνια ολόκληρα υπήρξε η ίδια ο άξονας φροντίδας της οικογένειας και η αναγκαστική αντιστροφή του ρόλου σηματοδοτεί ένα οξύμωρο σχήμα, το οποίο η ταινία χειρίζεται με διακριτική ένταση. Η κρατική επιβολή αλλαγής κηδεμόνα σε μια συγκεκριμένη ηλικία εμφανίζεται ως ακόμη ένας τρόπος αποσύνδεσης του ατόμου από τη δυνατότητα να ορίζει το ίδιο τη ζωή του.
Η κυβέρνηση που επιβάλλει αυτό το καθεστώς παραμένει διαρκώς άυλη και απρόσωπη. Η μοναδική εικόνα που αποκτά υλική υπόσταση είναι το εμβληματικό πλάνο ενός αεροπλάνου που σέρνει πίσω του ένα τεράστιο πανό με το σύνθημα «Η χώρα μας πετάει προς το μέλλον», φράση σχεδιασμένη να κατακτήσει το υποσυνείδητο των ηλικιωμένων και να μετατρέψει την αποχώρησή τους από τη ζωή σε πράξη οικειοθελή, σχεδόν επιθυμητή. Όταν, όμως, αυτή η αφήγηση δεν επαρκεί, ο καταναγκασμός παραμένει πάντοτε διαθέσιμος. Η αστυνόμευση διαχέεται σε κάθε δρόμο, σε κάθε στενό, σε κάθε γειτονιά, ως καθημερινή κανονικότητα, και το οξύμωρο σχήμα της τιμωρίας αποτυπώνεται καθαρά στον τρόπο μεταφοράς των παραβατών στην καρότσα ενός τρίκυκλου, πίσω από κάγκελα, εκτεθειμένων στο βλέμμα όλων. Η δημόσια ταπείνωση λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου για όσους συλλαμβάνονται και ως μάθημα πειθαρχίας για όσους παρακολουθούν.
Η προσωπική διαδρομή της ηρωίδας εκδηλώνεται μέσα από την επαναλαμβανόμενη προσπάθεια έκδοσης ενός εισιτηρίου που θα την φέρει πιο κοντά στο όνειρο ζωής, να πετάξει με ένα αεροπλάνο. Κάθε απόπειρα προσκρούει σε έναν σχολαστικό έλεγχο που αναστέλλει την κίνηση. Έλεγχο που ασκείται από ανθρώπους πάνω σε άλλους ανθρώπους, μετατρέποντας τον περιορισμό σε κανονικότητα.
Η διαδρομή αυτή οδηγεί την κεντρική ηρωίδα σε μια συνάντηση που λειτουργεί ως καθοριστική μετατόπιση. Μια άλλη ηλικιωμένη έχει καταφέρει να εξασφαλίσει τη θέση της μέσα στο σύστημα μέσω συναλλαγής δωροδοκίας. Διαθέτει δικό της καράβι και ένα πιστοποιητικό νομιμότητας, κρεμασμένο σαν κάδρο στο εσωτερικό του, σφραγίδα μιας ελευθερίας κερδισμένης με όρους. Μαζί ξεκινούν ένα υδάτινο road movie, μια μετακίνηση χωρίς δρόμο, όπου το νερό αντικαθιστά τον προορισμό και η διαδρομή αποκτά νόημα μέσα από τη συνύπαρξη. Το κοινωνικό τοπίο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται αυτή η διαδρομή παραμένει βαθύτατα τραυματισμένο. Ένα κράτος βυθισμένο στη φτώχεια και τη μιζέρια, με τις φαβέλες να επεκτείνονται εκθετικά και έναν παράλληλο, παράνομο μικρόκοσμο να ανθεί στους ίδιους ρυθμούς. Σε αυτόν τον μικρόκοσμο, η σκηνή της μονομαχίας ψαριών μέσα σε μια γυάλα, μπροστά σε πλήθος που στοιχηματίζει, λειτουργεί σαν καθρέφτης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαδρομή της ηρωίδας παύει να αφορά στην εκπλήρωση ενός ονείρου και μετατρέπεται σε πράξη ρήξης. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον «το πέταγμα», αλλά η άρνηση της παράδοσης. Η επιλογή να συνεχίσει να κινείται, να επιθυμεί, να διεκδικεί χώρο και χρόνο έξω από τους όρους που της επιβάλλονται, αποκτά σαφές πολιτικό βάρος. Το Γαλάζιο Μονοπάτι κλείνει με μια σιωπηλή, επίμονη αντίσταση. Σε καθεστώτα ολοκληρωτικού ελέγχου, η ζωή υπάρχει ως επιλογή και όχι ως παραχώρηση.
Κώστας Κωνσταντινίδης
