Μια ταινία πρωτίστως μαρτυρία, χρήσιμη, αναγκαία.
[Στις 29/1/2024, τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της Ισραηλινής γενοκτονίας στην Γάζα, η 6χρονη Χιντ Ρατζάμπ βρισκόταν σ’ ένα αυτοκίνητο με έξι συγγενείς της, εγκαταλείποντας τη συνοικία τους στην Γάζα μετά από Ισραηλινή εντολή για εκκένωσή της. Όμως, παρά την εντολή τους, οι Ισραηλινοί άνοιξαν πυρ κατά των Παλαιστινίων που έφευγαν και το αυτοκίνητο της Χιντ Ρατζάμπ σφυροκοπήθηκε (με 335 σφαίρες…), με συνέπεια να σκοτωθούν ο θείος της, η θεία της και τρία ξαδέλφιά της ενώ η μικρή κι ένας άλλος ξάδελφός της έμειναν ζωντανοί. Ένας θείος της στην Γερμανία επικοινώνησε τηλεφωνικά με την ανθρωπιστική οργάνωση της “Ερυθράς Ημισελήνου της Παλαιστίνης” (“Palestine Red Crescent Society”), δίνοντας έναν αριθμό τηλεφώνου των επιβατών στο αυτοκίνητο ώστε να επικοινωνήσουν με τους επιζώντες και να επιχειρήσουν τη διάσωσή τους. Ο αρχικά επιζήσαντας ξάδελφος σκοτώθηκε λίγο αργότερα από Ισραηλινά πυρά και η μικρή έμεινε μόνη στο αυτοκίνητο, σκεπασμένη από τα πτώματα των συγγενών της- για πόσο προστατευμένη, άραγε;)]
– “Οι συγγενείς μου κοιμούνται” .
– “Πότε θα έρθετε να με πάρετε από δω;”
– “Είναι όλοι νεκροί”.
Είναι λόγια, επίμονες ερωτήσεις, συνειδητοποιήσεις της φρικτής πραγματικότητας, όλο και πιο φοβισμένα, όλο και πιο απελπισμένα, της Χιντ Ρατζάμπ: ακούμε την πραγματική φωνή του μικρού κοριτσιού από τις καταγραμμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες ανάμεσα σ’ αυτήν και τους διασώστες εκείνη την ημέρα, στις 29/1/2024. Θα την ακούσουμε να λέει επίσης ότι ένα τανκ έχει στραμμένη την κάνη προς το αυτοκίνητο, θα την ακούσουμε να κλαίει, να σωπαίνουν μην έχοντας κουράγιο να μιλήσει άλλο θα ακούσουμε πολυβολισμούς, θα ακούσουμε τις φωνές των διασωστών να προσπαθούν να την εμψυχώσουν, να της υπόσχονται ότι είναι κοντά, ότι δεν θα καθυστερήσουν να την απελευθερώσουν από το αυτοκίνητο. Όμως, αν και πράγματι υπήρχε διαθέσιμο ασθενοφόρο μόλις 8 λεπτά μακριά από το αυτοκίνητο, η διάσωση καθυστερούσε: γιατί, έπρεπε πρώτα να ληφθούν οι εγκρίσεις του Ισραηλινού στρατού, του διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και του ΟΗΕ στο πλαίσιο των πρωτοκόλλων ασφαλούς διέλευσης του ασθενοφόρου. Ένας γραφειοκρατικός κυκεώνας, ένας Καφκικός εφιάλτης όπου κανένας αρμόδιος δεν αποφασίζει έγκαιρα, δεν παίρνει πρωτοβουλίες παρά νίπτει τας χείρας του τελικά…
Θα μπορούσε, άραγε, να επιχειρηθεί διάσωση παρακάμπτοντας τα πρωτόκολλα, όπως επιμένει, απαιτεί ο φορτισμένος από τις επικοινωνίες του με το κοριτσάκι διασώστης Ομάρ, όντας βέβαιος για την επιτυχία τού σχεδίου του; Ή, αντίθετα, έχει δίκιο ο Μαχντί, υπεύθυνος των δρομολογίων που έχει βιώσει την απώλεια πολλών συναδέλφων του σε επιχειρήσεις διάσωσης κι αναμένει τις εγγυήσεις όλων για ασφαλή διέλευση; Έχει δίκιο ο Ομάρ κατηγορώντας τον Μαχντί ότι με στάσεις σαν την δική του την οποία χαρακτηρίζει ως παθητική, παγιώνεται η Ισραηλινή κατοχή στην Γάζα, είναι μελετημένα τολμηρός ή λειτουργεί με το θυμικό; Είναι γραφειοκράτης, άτολμος ο Μαχντί ή εκτιμά ψύχραιμα τις συνθήκες καθώς κάθε λεπτό εξαφανίζονται ολόκληροι δρόμοι από βομβαρδισμούς και οι ηλεκτρονικοί χάρτες μέσω των οποίων καθοδηγεί τηλεφωνικά τα ασθενοφόρα, γίνονται άχρηστοι κι επικίνδυνοι αποτυπώνοντας κάτι που έχει πάψει να υπάρχει πριν μια στιγμή, καθώς η μόνη δυνατή παρέμβαση στην αδυσώπητη πραγματικότητα συχνά είναι να ρισκάρουν την απώλεια όσο το δυνατόν λιγότερων συναδέλφων τους; Πώς δεν αναγνωρίζει ο ένας τον πόνο του άλλου, πώς απορρίπτει ο ένας τον πόνο του άλλου; Είναι ακατάλληλος ο Ομάρ γι’ αυτήν τη δουλειά όπου ανθρώπινες ζωές κρέμονται από μια κλωστή, όπως και η Ράνα που έχοντάς τον αντικαταστήσει στις επικοινωνίες με το κορίτσι, καταρρέει συναισθηματικά ή ο παρορμητισμός του και η αφιλτράριστη (υπέρ)συναισθηματική της έκφραση είναι χρήσιμες, εξισορροπητικές ιδιότητες; Ή είναι ακατάλληλος ο Μαχντί, είναι θεωρητικολόγος η Νισρίν, η ψυχολόγος της οργάνωσης που διαρκώς ζητά τον έλεγχο της συναισθηματικής φόρτισης ώστε να μην αγχώνουν το κορίτσι (και, άραγε, εμψυχώνοντας διαρκώς την μικρή, ταυτόχρονα δίνουν κουράγιο στους εαυτούς τους;), οι οποίοι προσπαθούν να επιχειρήσουν και να συνδράμουν πάντα μέσα στις δεδομένες συνθήκες και ζητούν συγκεκριμένες συμπεριφορές από τούς συναδέλφους τους; Πώς, μέσα στην αγωνία για την τύχη του κοριτσιού που κλιμακώνεται ανυπόφορα και μέσα στη γνώση της τεράστιας δυσκολίας των συνθηκών, μπορεί να αποκλίνουν οι απόψεις ενώ όλοι επιθυμούν τη διάσωση και να αποφευχθούν θάνατοι συναδέλφων τους;
Η ταινία εκτυλίσσεται στον χώρο των γραφείων της οργάνωσης δημιουργώντας μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα- οι μόνες εικόνες των ανθρώπων από την “άλλη άκρη του σύρματος”, αυτών που βλέπουν τον θάνατο να πλησιάζει, θα είναι φωτογραφίες από υλικό αρχείου του γαζωμένου από τις σφαίρες αυτοκινήτου και των τυλιγμένων πτωμάτων. Η Μπεν Χάνια χρησιμοποιεί στοιχεία ντοκιμαντέρ (εικόνες των πραγματικών διασωστών σε επικοινωνίες με το μικρό κορίτσι, ηχητικά αρχεία αυτών των επικοινωνιών- που χρησιμοποιήθηκαν με έγκριση της μητέρας της Χιντ Ρατζάμπ- όπου όταν ακούγεται η φωνή της μικρής, στην οθόνη εμφανίζεται παλμογράφημα από ηχητικά κύματα) και δραματοποιεί πραγματικά γεγονότα εκείνης της ημέρας ώστε μέσα από το δράμα ενός μικρού παιδιού, να προκαλέσει ευαισθητοποίηση και σοκ στους δυτικούς θεατές που όσα κι αν γνωρίζουν (αν επιθυμούν να γνωρίζουν…) για τη γενοκτονία στην Γάζα, αδυνατούν να συλλάβουν το μέγεθος της τραγωδίας εκεί. Και μας καθιστά συμμέτοχους στην αγωνία, την απόγνωση, τις συγκρούσεις, τη θλίψη, την ψυχική καταπόνηση των ανθρώπων που αγωνίζονται από το δικό τους μετερίζι στην Παλαιστινιακή ανθρωπιστική οργάνωση, που επιμένουν να βρίσκονται καθημερινά εκεί, συχνά περνώντας μέρες ή και μήνες χωρίς να βλέπουν το σπίτι τους. Έχει νόημα, λοιπόν, μια κριτική από αισθητικής σκοπιάς μπροστά στο επείγον του μηνύματος και της πρόθεσης της διάδοσής του;
Γιατί, είναι φορές που η ταινία υπερτονίζει τις συναισθηματικές αντιδράσεις των διασωστών με τις σχεδόν μελοδραματικές ερμηνείες και τα γκρο πλάνα στα πρόσωπά τους, καταλήγοντας να δίνει σχεδόν ίδια σημασία στο προσωπικό τους δράμα μ’ αυτό της μικρής- πόσο φανερή η διαφορά με τη διακριτική σκηνοθεσία της Σεμπιντέ Φαρσί στο ντοκιμαντέρ “Κράτα την ψυχή σου στα χέρια και περπάτα”- ενώ, η τεταμένη σχέση ανάμεσα στους δύο άντρες απεικονίζεται επιφανειακά μέσα στις συγκρούσεις και τις περιστασιακές συγκλίσεις τους όταν θαρρείς θυμούνται ότι δουλεύουν για τον ίδιο σκοπό κι ενάντια στον ίδιο αντίπαλο. Αυτές οι ενστάσεις για την υπερσκηνοθεσία και την υπερδραματοποίηση, όμως, δεν μπορεί παρά να υποχωρούν μπροστά στο βάρος των ιστορικών γεγονότων που δεν παραποιούνται στην ταινία (οι Ισραηλινές αρχές δεν είχαν αναλάβει την ευθύνη αυτών των φόνων ισχυριζόμενες ότι δεν υπήρχαν στρατιωτικές τους δυνάμεις κατά τη διαδικασία εκκένωσης, κάτι που αποδείχτηκε ψέμα μετά από λίγο καιρό με βάση αδιάσειστα στοιχεία) και μπροστά στον σκοπό της σκηνοθέτιδας. Η ασφυξία που νιώθουμε, δικαιώνει την Μπεν Χάνια: η ταινία είναι πρωτίστως μαρτυρία, χρήσιμη, αναγκαία.
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
