Το κουράγιο να ζουν και η άρνηση του θανάτου από τους Παλαιστίνιους στη Γάζα
Η Φατμά Χασόνα, η 24χρονη Παλαιστίνια φωτορεπόρτερ στην Γάζα, δεν έχανε το διάπλατο χαμόγελό της μιλώντας στην Σεπιντέ Φαρσί, την Ιρανή σκηνοθέτιδα στο Παρίσι, στις επικοινωνίες τους μέσω βιντεοκλήσεων ούτε όταν αναφερόταν στα εναέρια δολοφονικά χτυπήματα των Ισραηλινών ούτε όταν έδειχνε τα κατεστραμμένα κτίρια από τις Ισραηλινές βόμβες (οι βιντεο-συνομιλίες τους άρχισαν τον Απρίλη του 2024 όταν η Φαρσί επικοινώνησε με την Χασόνα για να καταγράψει το ανθρώπινο μαρτύριο στην Γάζα, μετά την άρνηση των Ισραηλινών να μεταβεί εκεί). Παρά τα κατεστραμμένα κτίρια, τη σκόνη από τα ερείπια που θαρρείς ότι θα διαπεράσει την οθόνη του κινητού της Φαρσί και θα φτάσει ως εμάς, τις τροχιές των Ισραηλινών πυραύλων στον ουρανό, τον ήχο από βόμβες (στην ταινία, δεν θα δούμε εικόνες πολέμου ούτε θανάτους), η Χασόνα παραμένει αισιόδοξη, αναφέρεται στη σημασία να φωτογραφίζει τη συνύπαρξη θανάτου και ζωής, στους ανθρώπους που επιμένουν να μένουν εκεί, να αντέχουν και να επιβιώνουν, στην επιθυμία να ταξιδέψει στον κόσμο- δεν θέλει, όμως, να εγκαταλείψει τη Γάζα όσο βομβαρδίζεται, όσο καταστρέφεται, λέγοντας ότι εκεί θα είναι πάντα το σπίτι της. Μπορεί να μας ξενίσει το χαμόγελό της και η λάμψη στα μάτια της, είναι πιθανό να αναρωτηθούμε αν η ευψυχία της είναι μια αυτοπροστατευτική απώλεια της επαφής με την αδυσώπητη πραγματικότητα ή πορεία προς την τρέλα- παρά να αναρωτηθούμε αν οι αμφιβολίες μας, η καχυποψία μας για την αυθεντικότητα τής στάσης της απορρέουν από την ήττα μας, υπαρξιακή και συλλογική στις δυτικές κοινωνίες (από την αποδοχή της απώλειας ανθρώπινων δικαιωμάτων μας ως αναπότρεπτη έως την συγκρότηση αντιστάσεων ενάντια στο θανατικό που σπέρνει ο καπιταλισμός στον κόσμο ως ανέφικτη, από τον φόβο της απώλειας της ασφάλειάς μας έως τον φόβο της συνειδητοποίησης ότι έχει ήδη απολεσθεί), έχοντας θάψει βαθιά μέσα μας δυνάμεις σαν αυτές των Παλαιστινίων κάτω από έναν ανακουφιστικό, απονευρωμένο μέσα στην ήττα μας φόβο.
Το χαμόγελο της Χασόνα δεν σβήνει- το χαμόγελό της σβήνει, όμως: “Υπάρχουν πολλοί τρόποι να πεθάνουμε στη Γάζα”, λέει στην Φαρσί μερικούς μήνες μετά: από βόμβα, από ελεύθερο σκοπευτή, κάτω από τόνους ερείπια, εξάντληση στα χιλιόμετρα μετά τις εκκενώσεις σπιτιών, το μολυσμένο νερό (και τα χιλιόμετρα για εύρεση πόσιμου νερού), από πείνα, κρύο λόγω συχνών διακοπών ρεύματος, ακόμα κι “από φόβο”. Η Χασόνα μιλάει πια για κατάθλιψη, λέει ότι παρατηρεί σιωπηλά χωρίς αντίδραση. Όπως όλοι στην Γάζα, τρώει όλο και λιγότερο και μόνο κονσέρβες, μένει νηστική όλο και περισσότερες μέρες, αισθάνεται όλο και πιο αδύναμη- δεν χάνει το κουράγιό της, όμως: σε μια συνομιλία, θα γελάσει μιλώντας για τη λαχτάρα της για κοτόπουλο και σοκολάτα. Μπροστά στα μάτια των Παλαιστινίων σκοτώνονται συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, έγκυες γυναίκες, παιδιά, βρέφη, άμαχοι, θάνατοι από τις Ισραηλινές βόμβες που ρίχνονται με την επίσημη δικαιολογία της στοχευμένης εξόντωσης ηγετικών μελών της Χαμάς ενώ σκοπεύουν στην εξάλειψη της συλλογικής Παλαιστινιακής παρουσίας στην Γάζα. Όταν το οικογενειακό σπίτι καταστράφηκε, η Χασόνα έμεινε σε άλλο σπίτι όπου μοιραζόταν ένα δωμάτιο μαζί με άλλους εννέα ανθρώπους. “Κάθε λεπτό που περπατάς στον δρόμο, κρατάς την ψυχή σου στα χέρια και περπατάς”, θα πει στην Φαρσί. Άραγε, κοντεύει η ψυχή να εγκαταλείψει τα βασανισμένα σώματα των Παλαιστινίων και χρειάζεται να την κρατούν στα χέρια, κόβεται η ανάσα και σταματά να χτυπά η καρδιά μπροστά στη τραγωδία και χρειάζεται να κρατούν την ψυχή τους σφιχτά στα χέρια; Μπορεί, πριν δούμε την ταινία, να μας ξενίσει ο τίτλος της, να σκεφτούμε ότι ποιητικίζει ή θέλει να εκβιάσει συναισθηματικά, όμως εκφράζει την ψυχική κατάσταση όσων παραμένουν ζωντανοί εκεί αρνούμενοι να συνηθίσουν τον θάνατο- που, όσα κι αν μαθαίνουμε, όσο κι αν τους θαυμάζουμε, παραμένει αδύνατον να συλλάβει ο νους μας τι πραγματικά ζουν.
“Η Φατμά έγινε τα μάτια μου στη Γάζα όπου αντιστεκόταν καταγράφοντας τον πόλεμο, κι εγώ έγινα ο σύνδεσμος μεταξύ αυτής και του υπόλοιπου κόσμου”, δηλώνει η Φαρσί. Οι επικοινωνίες τους διακόπτονταν όλο και συχνότερα λόγω του αδύναμου σήματος στην Γάζα, ως αποτέλεσμα ενεργειών του Ισραήλ με συνδρομή των δυτικών πολυεθνικών τεχνολογίας ενώ όταν η Χασόνα καθυστερεί να απαντήσει, αγωνιούμε αν συνέβη το κακό: η θαρραλέα της στάση μας συγκινεί, αισθανόμαστε ότι η Χασόνα μας γίνεται οικεία μέσω της οικειότητας που αναπτύσσεται ανάμεσα στις δύο γυναίκες. “Κάθε φορά που συνδεόμαστε κι έβλεπα το πρόσωπό της, ήταν θαύμα”, δηλώνει η Φαρσί: όμως στον κόσμο που φτιάξαμε, που ανεχόμαστε, τα θαύματα δεν διαρκούν πολύ… “Μου αρκεί που με ακούς. Χαίρομαι που είσαι κοντά μου”, λέει η Χασόνα στην Φαρσί που αισθάνεται ανήμπορη, ένοχη να βοηθήσει έμπρακτα στην Γάζα. “Διατηρήσαμε αυτή τη σανίδα σωτηρίας για σχεδόν έναν χρόνο. Τα αποσπάσματα από τα pixel και τους ήχους που ανταλλάξαμε, έγιναν η ταινία”, δηλώνει η Ιρανή σκηνοθέτιδα που ζει στο Παρίσι- και της έχει απαγορευτεί να επιστρέψει στην πατρίδα της όπου είχε φυλακιστεί για έναν χρόνο το 1981, στα 16 της, δηλώνοντας ότι οι δικές της εμπειρίες τής απαγόρευσης, την βοήθησαν να κατανοήσει την κατάσταση της Χασόνα. Λιτή, αποδραματοποιημένη σκηνοθεσία, τόσο διακριτική που κατά τις επικοινωνίες τους, η Φαρσί μετακινεί την εικόνα με το δικό της πρόσωπο ώστε στην οθόνη του κινητού της να φαίνεται μόνο το πρόσωπο της Χασόνα.“Η ταινία έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο απλή τεχνολογικά, χωρίς εφφέ… Ήταν ηθικά σημαντικό να είναι ακατέργαστη κι αληθινή”. Με την κάμερα στο χέρι, η Φαρσί καταγράφει τούς ψηφιακούς διαλόγους τους μέσω του κινητού της, παρεμβάλλοντας εικόνες του σπιτιού και τής ζωής της στο Παρίσι (το τάισμα των γατών, η θέα στη φύση από τα μεγάλα παράθυρα) ώστε να αντιπαραβάλλει την καθημερινότητά της- και, μαζί, τη δική μας στη Δύση- μ’ αυτήν στην Γάζα, τονίζοντας τη χαώδη διαφορά τους. Η ταινία της μας κατατρώει εσωτερικά.
Η Χασόνα έγινε και τα δικά μας μάτια, γίνεται τα μάτια για όποιον θέλει να δει τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράττουν οι απόγονοι των θυμάτων του Ολοκαυτώματος με την έγκριση των δυτικών “δημοκρατιών”, για όποιον θέλει να μην εκπέσει στην κατάσταση μιας ύπαρξης που υποδύεται τον άνθρωπο. Το ντοκιμαντέρ της Φαρσί σπάει τον αποκλεισμό της φωνής των Παλαιστινίων- χωρίς να μπορεί, βέβαια, να σταματήσει την Ισραηλινή γενοκτονία, γνωρίζουμε ότι ο κινηματογράφος και η τέχνη δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο: έχει νόημα, λοιπόν; Μπορούν, όμως, να στερήσουν τη διαφυγή σε δικαιολογίες από όποιον θέλει να πει ότι δεν ήξερε (παραφράζοντας τον Γιάννη Μπεχράκη), μπορούν να γίνουν μαρτυρίες των καιρών μας ώστε στο μέλλον, να χρησιμεύσουν για μια περισσότερο ανθρώπινη ανθρωπότητα, με λιγότερους χειραγωγημένους ανθρώπους και περισσότερους για τους οποίους θα είναι ζωτική ανάγκη η ανακάλυψη της αλήθειας και η γνώση της Ιστορίας.
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
