Μικρό ψάρι στην Ελλάδα της οικονομικής πραγματικότητας παρουσίαζε τον Νεοέλληνα ο Γιάννης Οικονομίδης τόσο στην ομότιτλη ταινία του όσο και στη «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς». Στη νέα του, βουτηγμένη σε μια εφιαλτική ατμόσφαιρα, ταινία «Σπασμένη φλέβα», ο σκηνοθέτης μας μεταφέρει από το χώρο του υποκόσμου και της μαφίας των δύο προηγούμενων ταινιών του, στο δικό μας, καθωσπρέπει κόσμο, που όμως τελικά δεν διαφέρει και πολύ από τον προηγούμενο. Με τη μαφία τη φορά αυτή να είναι νόμιμη και πολύ μεγαλύτερη, μια και είναι η τράπεζα, «το στόμα του λύκου», όπως την περιγράφει ο αποξενωμένος πατέρας του Θωμά, του αντί-ήρωα της ταινίας.
Ο Θωμάς, μεσήλικας μικροεπιχειρηματίας, με αβάσταχτα χρέη, μικροαστός, που από τη μια οι απερίσκεπτες αποφάσεις του και από την άλλη ο κίνδυνος η τράπεζα να του πάρει το σπίτι του, και ιδιαίτερα όταν ένας τοκογλύφος, συνοδευόμενος με τον μπράβο του, τον απειλεί αν δεν του επιστρέψει μέχρι τη Δευτέρα τις 300.000 ευρώ που του δάνεισε, παράλληλα με τον εχθρικό προς αυτόν γιο του, που επιμένει να πάρει κι αυτός τις 20.000 ευρώ που κάποτε του δάνεισε, αρχίζει μιαν απελπισμένη, εξοντωτική προσπάθεια να βρει τα χρήματα, απειλώντας και παρακαλώντας φίλους, συγγενείς, συνεργάτες και μια μεσήλικη πλούσια γκόμενα που της υπόσχεται να φύγει μαζί της, πρόσωπα που με διάφορες δικαιολογίες του αρνούνται.
Με το γνωστό, χειμαρρώδες «οικονομιδικό» στιλ, που εισήγαγε με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία, «Σπιρτόκουτο», ένα ρεαλιστικό στιλ, με άμεσους, καθημερινούς, ηθελημένα συχνά διογκωμένους, διαλόγους, που αγγίζει τα όρια του νατουραλισμού, με εξαιρετικό σενάριο, γραμμένο από τον ίδιο και τον Βαγγέλη Μουρίκη, με εικαστικά έξοχα πλάνα και τους εύστοχα επιλεγμένους φυσικούς χώρους να τοποθετούν τα πρόσωπα στον κοινωνικό τους χώρο (η φωτογραφία είναι του Δημήτρη Κατσαϊτη), ο Οικονομίδης επεκτείνει την ιστορία του στον κοινωνικό της χώρο, που του δίνει την ευκαιρία να κάνει μια οξυδερκή, και σε βάθος, από την οποία δεν λείπει το χιούμορ, κριτική των δομών μιας κοινωνίας που στηρίζεται και εξασφαλίζει την ύπαρξη της στην οικονομική και όχι μόνο εκμετάλλευση του ατόμου.
Από το πρώτο κιόλας συμβολικό πλάνο της ταινίας, με τη χελώνα στη γυάλα (που αντικαθιστά την φορά αυτή το μικρό ψάρι) να προσπαθεί να επιβιώσει, ο Οικονομίδης μας προετοιμάζει για τον απελπιστικό αγώνα του Θωμά να μπορέσει να επιβιώσει, έστω και ελεγχόμενα, σε μια κοινωνία όπου το άτομο είναι θύμα της ελεύθερης οικονομίας μιας αστικής κοινωνίας που οδηγείται σταδιακά και με σιγουριά στον εξευτελισμό και την εξαφάνισή της. Ένας διαρκής αγώνας, με τη γεύση αρχαίας τραγωδίας, για να ξεφύγει από αυτή την κλειστοφοβική κόλαση, να γλιτώσει από του να πηδήξει στο γκρεμό στον οποίο τώρα βρίσκεται, όπως ο ίδιος εξηγεί σε μια από τις φιλενάδες του. Και όταν τελικά φτάνει στα άκρα, εξυφαίνει ένα απίθανο, κάπως μπουνιουελικό, ανάμεσα στην ειρωνεία και το σαρκασμό, σχέδιο, για να μπορέσει να σωθεί και να σώσει την οικογένειά του. Να επουλώσει, αν είναι δυνατόν, τη σπασμένη φλέβα του, σπασμένη φλέβα που δυστυχώς επεκτείνεται και σε όλους μας, όπως εύστοχα τραγουδάει ο Λεξ στους τελικούς τίτλους της ταινίας.
Με τον Βασίλη Μπιρμπίκη να φτιάχνει έξοχα το ρόλο του βασανισμένου, ταλαίπωρου μικροεπιχειρηματία, άλλοτε επιθετικού, αποφασισμένου να να βρει διέξοδο, άλλοτε κάθιδρου και απελπισμένου από τις απογοητεύσεις των υποτιθέμενων φίλων του, ερμηνεία συγκρατημένη, που σκιαγραφεί με τον καλύτερο και πιο πειστικό τρόπο το δράμα του, την προσπάθεια του να ξεφύγει από τον ζωντανό εφιάλτη του, μαζί και τον χαρακτήρα του, ή, πιο σωστά, τη «μοίρα ενός ανθρώπου που είναι ο χαρακτήρας του», όπως αναφέρει το ωραίο απόφθεγμα που επέλεξε ο Οικονομίδης για εισαγωγικό στην ταινία του.
Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr
