ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΦΛΕΒΑ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Ο Γιάννης Οικονομίδης μέσα από το σινεμά του πάντοτε ακτινογραφούσε τα αδιέξοδα του μικροαστικού νεοελληνικού ονείρου, από τα μπαρουτοκαπνισμένα φιλμ στο ξεκίνημα της καριέρας του (την ταινία-χειροβομβίδα “Ψυχή στο Στόμα” και φυσικά το “Σπιρτόκουτο”) μέχρι στο φλερτ με τις ταινίες είδους που ακολούθησαν.

Το εύρος της ιστορίας του αυτή τη φορά μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο στο “Σπιρτόκουτο”, αλλά τελικά δεν είναι λιγότερο ασφυκτικό. Το δράμα αυτή τη φορά μπορεί να εκτυλίσσεται σε περισσότερα σκηνικά, αλλά ο πόλεμος είναι ξανά σε τέσσερις τοίχους – τέσσερις την φορά, καθώς ο Θωμάς Αλεξόπουλος περιπλανιέται στον έναν αδιέξοδο χώρο μετά τον άλλον, συναντά ανθρώπους από το παρελθόν του σα να επρόκειτο για φαντάσματα μιας γκρεμισμένης ζωής. Τώρα, αυτό δεν είναι παρά ένα κυνηγητό πάνω στα ερείπια, απέναντι στον χρόνο που τελειώνει.

Πάντα αγαπάμε μια σωστά εκτελεσμένη ιστορία με το λεγόμενο ‘ticking clock’ τοποθετημένο στο ξεκίνημα: Ένας ήρωας που έχει ένα αυστηρά καθορισμένο χρονικό διάστημα για να μπορέσει να πετύχει κάποιον σχετόν αδιανόητο στόχο. Τώρα είναι ο Θωμάς που χρωστάει ένα δυσθεώρητο ποσό σε έναν τοκογλύφο που δεν κάνει πίσω. Δεν του χαρίζει ούτε μισή μέρα, ούτε μισό ευρώ. Σε αυτό το κυνηγητό, ο Θωμάς πάντα σκέφτεται πως εντάξει – κάπως θα τα φέρω και πάλι βόλτα, ή στην ανάγκη ρε αδερφέ, θα του δώσω λιγότερα, και θα τα πάρει.

Είναι αυτή η βαθιά ριζωμένη νεοελληνική βεβαιότητα πως «θα γίνει ρε παιδί μου η δουλειά». Κάποιος θα βοηθήσει. Κάποιος θα κάνει τα στραβά μάτια. «Όλο και κάπως θα τη σκαπουλάρουμε». Αυτό το ένστικτο του Θωμά ενεργοποιείται μέσα σε μια κοινωνία που σχηματίζει γύρω του μόνο αδιέξοδα, μόνο εμπόδια. Είναι περίτεχνη η άσκηση ισορροπίας από το σενάριο που έγραψε ο Οικονομίδης μαζί με τον Βαγγέλη Μουρίκη, να τοποθετούν στο κέντρο μιας πλήρως νεοελληνικής τραγωδίας, ένας ήρωα που δεν είναι γραμμένος με συμπάθεια.

Δεν χρειάζεται να έχουμε δηλαδή ένα αθώο θύμα στο επίκεντρο αυτής της καταστροφής για να νιώσουμε στο πετσί μας το συστημικό αδιέξοδο. Ο Θωμάς της ταινίας δεν είναι παρά το παράγωγο αυτού του συστήματος. Μιας Ελλάδας που μοιάζει πλήρως ακινητοποιημένη, σε απόγνωση – ακόμα.

Η ταινία είναι δομημένη με ένα τρόπο που μεταδίδει αυτή την ακινησία. Ο Θωμάς εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε σκηνή της ταινίας (κι όταν απουσιάζει, είναι τελικά παρών με έναν σοκαριστικά επίπονο τρόπο), η οποία είναι χτισμένη ως μια σειρά από συναντήσεις. Σε κάθε σκηνή, ο Θωμάς στέκεται απέναντι από κάποιο άτομο της προσωπικού ή επαγγελματικού κύκλου του, κια ζητά, και παρακαλά, και φωνάζει. Είναι αυτός, εναντίον όλων – ένα άτομο τη φορά.

Ο γιος που δε θέλει να τον βλέπει. Ο τοκογλύφος που μετρά τις ώρες μέχρι να πάρει το σπίτι του Θωμά στα χέρια του. Η σύζυγος που εκρήγνυται. Η πρώην που δεν θέλει να ακούει πια από αυτόν. Η ηλικιωμένη ερωμένη που θέλει να του δώσει τα πάντα – κάθε άτομο θα μπορούσε να ζει τη δική του παράλληλη ταινία, τη δική του Σπασμένη Φλέβα, στηριζόμενο από τις ερμηνείες ενός συλλογικά εξαιρετικού καστ. Όμως υπάρχει κάτι σε αυτή την ακολουθία σκηνών. Ο Θωμάς εξαντλεί τη λίστα και μετά την πιάνει από την αρχή, σε ένα σπιράλ απόγνωσης που υπογραμμίζει την πλήρη αδυναμία απόδρασης.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης, σηκώνοντας όλη την ταινία στις πλάτες του, πετυχαίνει ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα παίζοντας τον Θωμά ως άνθρωπο που έχει ταυτόχρονα κάτι το εντελώς ωμό αλλά και κάτι το απίστευτα παραληρηματικό – μοιάζει διαρκώς να μην έχει την παραμικρή συναίσθηση για το τι στα αλήθεια συμβαίνει (όπως στις λιγοστές αλλά μεγάλης σημασίας σκηνές-κλειδιά του με την Κλέλια Ρένεση), ζώντας στο δικό του σύμπαν.

Κι ο Οικονομίδης καταφέρνει να εξελίξει το στυλ του, σε μια ταινία που στηρίζεται λιγότερο στην ορμητικότητα της στιγμιαίας ατάκας, και περισσότερο στην μεθοδικότητα μιας ιστορίας που κλιμακώνεται εντυπωσιακά –και, ειλικρινά, σοκαριστικά– δένοντας σε κόμπο αυτό το τρελό γαϊτανάκι του Θωμά Αλεξόπουλου.

Δανειζόμενος ξεκάθαρα τους κώδικες της τραγωδίας της αρχαίας Ελλάδας για να πει μια ιστορία απόγνωσης για την νέα, ο Οικονομίδης (που έτσι κι αλλιώς χαρτογράφησε την μικροαστική Ελλάδα όσο κανείς μες στον 21ο αιώνα) αφουγκράζεται τον μη-παλμό μια ματωμένης, ακινητοποιημένης χώρας και παραδίδει την πιο μεστή, κοφτερή και απολύτως εύστοχη ταινία του εδώ και πολλά χρόνια.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module