Οι καταπιεσμένες γυναίκες στην πατριαρχική, ρατσιστική Χάιφα με την Ισραηλινή κοινότητα και την Παλαιστινιακή μειονότητα
Στα δημοτικά σχολεία της Ισραηλινής πόλης της Χάιφα με την Παλαιστινιακή κοινότητα, τα παιδιά διδάσκονται ότι προστάτες τους είναι “ο Θεός”, “ο Μπίμπι” (:Νετάναχιου), “οι στρατιώτες του IDF”- και, ως σχολική εργασία, θα τούς ανατεθεί να γράψουν ευχαριστήριο γράμμα στους “προστάτες” τους: ώστε, μέσω της εκπαίδευσης που συμβάλλει αποφασιστικά στη διαιώνιση της μισαλλοδοξίας και των εθνικών φαντασιακών περί φυλετικής και πολιτισμικής ανωτερότητας (σταθεροποιώντας στους εγκεφάλους συγκεκριμένα πρότυπα αντίληψης κι επεξεργασίας των παραστάσεων, και παγιώνοντας φοβικά ασυνείδητα όπου ριζώνει ο ολοκληρωτισμός), αυτά τα παιδιά να γίνουν οι “ήρωες” ή “μάρτυρες” που θα σκοτώσουν τον παλιό συμμαθητή, τον παλιό συμφοιτητή, τον αλλοεθνή φίλο, συνάδελφο ή γείτονα, που θα σκοτωθούν για τη δόξα ενός εθνικιστικά μιλιταριστικού κράτους,.
“Κόρες του Ισραήλ, μακριά από τους Άραβες”, είναι γραμμένο στα πλακάτ των Ισραηλινών στους δρόμους της Χάιφα: αντίθετα με την καταδίκη του έρωτα ανάμεσα σ’ έναν Παλαιστίνιο και μία Ισραηλινή, η σχέση ενός Ισραηλινού με μια Παλαιστίνια δεν απορρίπτεται: ο φυλετικός ρατσισμός (οι Παλαιστίνιοι, αν και κοινωνικά ενσωματωμένοι στην Χάιφα, θεωρούνται υποδεέστεροι- πόσο μάλλον μια Παλαιστίνια) συναντιέται με τις πατριαρχικές αντιλήψεις, τόσο ότι στην ερωτική πράξη προέχει η ικανοποίηση του άντρα (πόσο μάλλον, αν πρόκειται για Ισραηλινό με Παλαιστίνια) όσο κι ως προς τη διατήρηση του ελέγχου της εξουσίας πάνω στο γυναικείο σώμα (πόσο μάλλον, αν πρόκειται για Ισραηλινή). Μια Ισραηλινή, έγκυος στη σχέση της με έναν Παλαιστίνιο, αναθεωρεί την κοινή τους απόφαση για έκτρωση, σπάζοντας κοινωνικά πρότυπα και ταμπού- ένα παιδί, όμως, στην Χάιφα με αίμα κι από τις δύο εθνότητες, είναι ανεπιθύμητο για Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους: η αυτοδιάθεσή της προκαλεί αντιδράσεις στη μεγαλύτερη αδελφή της η οποία, αναπαράγοντας τυφλά την εγγραφή της αντρικής κυριαρχίας στο γυναικείο ασυνείδητο ως φυσική πραγματικότητα, επιχειρεί με κάθε τρόπο και πέρα από κάθε ηθική να τής αλλάξει απόφαση και, παράλληλα, να απομακρύνει τον Παλαιστίνιο από τη ζωή της. Προκαλεί, επίσης, την αντίδραση του Παλαιστίνιου που, με νοοτροπία διαμορφωμένη από το κοινωνικό πλεονέκτημα του αντρικού φύλου, θέλει να έχει τον τελικό λόγο για τη γέννηση του παιδιού. Στην άλλη πλευρά, μία Παλαιστίνια αποκρύπτει τη σχέση της με έναν Ισραηλινό από τη μητέρα της, όχι τόσο φοβούμενη την αντίδρασή της όσο μην θέλοντας να την στενοχωρήσει, να την φέρει σε δύσκολη θέση στην κοινότητά τους- μια ερωτική σχέση που αποδοκιμάζεται κι από νεότερους ομόφυλους της: η καταπιεζόμενη Παλαιστινιακή κοινότητα από τη ρατσιστική κι όλο και πιο στρατικοποιούμενη, κυρίαρχη πληθυσμιακά Ισραηλινή κοινότητα, αναπαράγει την καταπίεση που υπόκειται, εντός των τειχών της οικογένειας και της κοινότητας. Στην Χάιφα της μεσοαστικής και μεγαλοαστικής τάξης (πόλη με σημαντική συμβολή στην Ισραηλινή οικονομία), τόσο οι Ισραηλινοί όσο και οι Παλαιστίνιοι άντρες ενστερνίζονται την πατριαρχική νοοτροπία ενώ οι γυναίκες, αν και θύματά της αλλά έχοντάς την εσωτερικεύσει, επιθυμούν την άσκηση ελέγχου πάνω στα σώματα των γυναικών της νεότερης γενιάς: η καταπίεση που εκπορεύεται από την κορυφή της εξουσιαστικής ιεραρχίας μιας κοινωνίας, διαχέεται ως τους πολίτες και τον μικρόκοσμό τους οι οποίοι, αναπαράγοντάς την, ουσιαστικά την επικυρώνουν πάνω στη ζωή τους. Μια κοινωνία διασπασμένη σε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους, άντρες και γυναίκες, προηγούμενη και νεότερη γενιά γυναικών, διασπασμένη από εθνοτικές και πολιτισμικές διαφορές, οι κοινότητες διασπασμένες από πατριαρχικά πρότυπα κι αμφισβητήσεις της αξίας της αιματολογικής καθαρότητας από τις νεότερες γυναίκες, οικογένειες διασπασμένες από το χάσμα των γενεών και τα πατριαρχικά πρότυπα- άνθρωποι διασπασμένοι από τον εαυτό τους αποδεχόμενοι ως θέσφατα τις αξίες που διδάσκονται κι εμπεδώνονται στην παιδική τους ηλικία, άνθρωποι λιγότερο και περισσότερο καταπιεσμένοι σ’ ένα περιβάλλον εθνοτικών, φυλετικών κι έμφυλων διακρίσεων με μηδαμινή, μικρότερη ή μεγαλύτερη συνειδητότητα της ανελευθερίας τους, σε μια αλληλεξάρτηση στην ανελευθερία όπου οι πιο καταπιεσμένες είναι οι γυναίκες.
“Κανένας δεν είναι πραγματικά ελεύθερος μέχρι να γίνουν ελεύθερες οι γυναίκες, και κανένας δεν είναι πραγματικά ελεύθερος μέχρι να είμαστε όλοι ελεύθεροι”, δηλώνει ο σκηνοθέτης, Παλαιστίνιος με Ισραηλινή υπηκοότητα: γιατί, οι κοινοί και αλληλοδιασταυρούμενοι αγώνες για ισότητα και δικαιώματα χωρίς ιεραρχήσεις κι αποκλεισμούς, προσδίδουν νόημα στους ευρύτερους αγώνες ενάντια στα συστήματα των εγγενών πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων και των φυλετικών διαχωρισμών. Με επίκεντρο μια μεγαλοαστική Παλαιστινιακή οικογένεια (“Απέφυγα την πορνογραφική φτώχεια- δεν θέλω να χρησιμοποιώ αυτόν τον χαρακτηρισμό αλλά δεν βρίσκω καλύτερη έκφραση- καθώς δεν ήθελα οι θεατές να πιστέψουν ότι πρόκειται για καταπιεστικές σχέσεις ανάμεσα σε φτωχούς ανθρώπους. Επέλεξα μια πλούσια, μορφωμένη οικογένεια για να αναλύσω την πολιτισμική καταπίεση”), η ταινία δομείται με τέσσερις ιστορίες, καθεμία από την οπτική γωνία ενός από τους κύριους χαρακτήρες ώστε αυτή “η πολυεπίπεδη αφηγηματική προσέγγιση να προτρέψει σε κατανόηση για όλους, ακόμα κι όταν οι επιλογές τους είναι κακές ή λαθεμένες… Η ταινία δείχνει καλά ανθρώπινα πλάσματα, εγκλωβισμένα όμως σε ένα ανήθικο σύστημα”, συμπληρώνει ο σκηνοθέτης, απεικονίζοντας κοινωνικές διαδικασίες που ωθούν σε συγκεκριμένες ατομικιστικές και μισαλλόδοξες απόψεις και συμπεριφορές. Νήματα ιστοριών που τείνοντας στη σύνδεσή τους, αφήνουν κάτι σε εκκρεμότητα, αποσπασματικές οπτικές που αυταπατώνται για πολυπρισματικές κι αναπαράγονται αυτοεπιβεβαιωτικά, υποκειμενικές οπτικές πάνω στα γεγονότα που παρατηρώντας τες ως θεατές αντιλαμβανόμαστε πόσο τυφλά ταυτιζόμαστε με τόσες βεβαιότητες στις δικές μας ζωές, ιστορίες, σχέσεις και δυναμικές ειδωμένες από διαφορετικές οπτικές γωνίες που τέμνονται, που συνδεόμενες προσφέρουν τη δυνατότητα κατανόησης της αλήθειας- των γεγονότων, των ανθρώπων. Με αεικίνητη, νευρώδη κάμερα στο χέρι, τόσο κοντά στα πρόσωπα που θαρρείς θα μας αγγίξει η ανάσα τους, μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα όπου “οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε πολλά κοντινά πλάνα, εγκλωβισμένοι στις βεβαιότητές τους” όπως δηλώνει ο σκηνοθέτης, με ημιφωτισμένα πλάνα στους εσωτερικούς χώρους και νυχτερινά πλάνα στους εξωτερικούς χώρους μεταδίδοντας μια κοινωνία φόβων, αποκρύψεων και περιχαρακώσεων, με ρευστό, κοφτό, πυρετικό μοντάζ που συμπυκνώνει τον χρόνο και μεταδίδει μια αναβράζουσα, θραυσματική πραγματικότητα, με ένταση να υποβόσκει κι ένα αριστοτεχνικό σενάριο (αν κι ορισμένες στιγμές, αισθανόμαστε ότι αποφεύγεται η σύγκλιση των επιμέρους ιστοριών ώστε να διατηρηθεί η ασάφεια και η αποσπασματικότητα), η ταινία αναφέρεται στην προσωπική μας ευθύνη να αναγνωρίσουμε τη σύνδεση ανάμεσα στο μερικό και το καθολικό, να συνειδητοποιήσουμε τον “φόβο μπροστά στην ελευθερία” (Έριχ Φρομ) ως προϋπόθεση για την αναγκαία κοινωνική αλλαγή, “μέχρι να είμαστε όλοι ελεύθεροι”. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τις ερμηνείες όλων των ηθοποιών που αποπνέουν αυθεντικότητα αν και καμία και κανένας τους δεν είναι επαγγελματίας παρά επιλέχθηκαν για την εγγύτητά τους με τους χαρακτήρες που θα ενσάρκωναν και χωρίς, μάλιστα, να γνωρίζουν εξαρχής το σενάριο.
Μια συναρπαστική ταινία που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον στο πολυδαίδαλο ξεδίπλωμά της, που η κοινωνική της ματιά προσφέρει ερεθίσματα να δούμε πτυχές μας μέσα στους χαρακτήρες της, με ένα αισιόδοξο, υπέροχο φινάλε που συνεγείρει. Μια ταινία που αφήνει έντονο αποτύπωμα στη μνήμη.
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
