Η ταινία αντλεί τη δομή της από ένα ιστορικό γεγονός: τις υποχρεωτικές παραχωρήσεις εδαφών της Φινλανδίας προς τη Σοβιετική Ένωση στον Β΄ ΠΠ. Έτσι, μέσα σε μια νύχτα, μια ολόκληρη περιοχή έχει αλλάξει γεωπολιτικά και, κατά συνέπεια, οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί βρέθηκαν στη λάθος πλευρά των νέων συνόρων. Άνθρωποι που δεν μετακινήθηκαν ούτε εκατοστό, ξύπνησαν ξαφνικά ξένοι στην ίδια τους τη γη, χωρίς καν να το επιλέξουν.
Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας από αυτούς. Ένας άνθρωπος που, επιστρέφοντας από το SISU του 2022, διαπιστώνει ότι το σπίτι του –το πραγματικό σπίτι του– δεν του ανήκει πια. Λες και κάποιος τράβηξε μια γραμμή στον χάρτη και εξαφάνισε όσα αγάπησε: γυναίκα, παιδιά, γη, πατρίδα. Για αυτόν το «σπίτι» δεν είναι ιδέα. Είναι φιλοσοφία, στάση ζωής. Είναι τα ξύλα που μύριζε μικρός, η γη που πάτησαν τα παιδιά του, τα θεμέλια που έστησε με τα χέρια του. Είναι μια ζωντανή ύλη που κουβαλάει μνήμες, όνειρα, απώλειες. Και σα να μη φτάνει αυτό, οι στρατιώτες έχουν σκοτώσει τη γυναίκα του και τα δυο τους παιδιά.
Εδώ λοιπόν η ιστορία αλλάζει ρότα και από γεωπολιτική μεταλλάσσεται σε προσωπική. Δεν έχουμε μπροστά μας έναν υπερήρωα, αλλά το απόσταγμα μιας εποχής όπου η πολιτική βία έχει τη δύναμη να εξατμίζει ολόκληρες ζωές. Το σενάριο δεν αναπαριστά τον πόλεμο ως σύγκρουση εθνών, αλλά σαν την πιο ωμή και άδικη εισβολή στον ιδιωτικό χώρο ενός ανθρώπου.
Κι όμως, ο Αατάμι μαζεύει κυριολεκτικά τα κομμάτια του και ξεκινάει με στόχο το ταξίδι της μεγάλης επιστροφής, όχι μόνον για την ιδεολογική του αποκατάσταση, αλλά και για την οργανική του συμμετοχή στην κοινωνία στην οποία μεγάλωσε: τη Φινλανδία. Η ταινία δεν το φιλοσοφεί. Το αφήνει να πονάει. Και αυτό το κάνει αληθινό. Η ιστορία δεν βασίζεται σε ηρωισμούς, αλλά σε μια απλή, γήινη ανάγκη: να πάρει πίσω τα ξύλα που έφτιαξαν τη ζωή του και να τα μεταφέρει εκεί που ανήκουν, σε φινλανδικό έδαφος.
Ο Αατάμι Κόρπι εμφανίζεται σε αυτή την εκδοχή κρατώντας την κληρονομιά της φήμης του, ως ο άνθρωπος με την ακλόνητη αποφασιστικότητα, την αντοχή και την αστείρευτη ευρηματικότητα απέναντι στους εχθρούς. Ο στόχος αυτή τη στιγμή δεν είναι η εκδίκηση. Αυτή έχει μετατοπιστεί μερικές μοίρες. Δεν την ξεχνάει, αλλά δεν ήρθε ακόμη η ώρα της.
Όταν οι στρατιώτες αποφασίζουν ότι δεν αξίζει να ζει και η μεταφορά του φορτίου του γίνεται αφορμή στοχοποίησης, η ταινία αλλάζει ρυθμό. Η επιβίωση δεν είναι επιλογή, είναι μονόδρομος. Και εκεί εμφανίζεται το πιο όμορφο στοιχείο του SISU 2: ο ήρωας δεν είναι άτρωτος, είναι χοντροκομμένα επινοητικός. Βρίσκει λύσεις που δεν χωρά ο νους. Αντιστέκεται σε γη, νερό, αέρα και τίποτα δεν καταφέρνει να τον σταματήσει, τίποτα δεν τον κρατάει κάτω. Με το αγαπημένο του σκυλάκι, σύντροφο και αξιόπιστο μάρτυρα σε όλα.
Εδώ η ταινία αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο. Δεν προσπαθεί να πείσει ότι είναι ρεαλιστική, αλλά να δείξει πως νιώθει ένας άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα και παλεύει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο υπερρεαλισμός ξεπερνά τα σύνορα του σουρεαλισμού και η αυτοδικία παύει να είναι «παραλογισμός», για να εξελιχθεί σε μια ιδιότυπη ιστορία δράσης, μίσους, αγάπης και βαθιάς ανθρώπινης λύπης.
Το SISU 2 δε φοβάται την υπερβολή. Την παίρνει αγκαλιά και την κάνει οργανικό κομμάτι της ιστορίας του. Είναι ευφάνταστα άγαρμπο και επινοητικό μέχρι το κόκαλο. Όμως, πίσω από τις σφαίρες, τις εκρήξεις και τις διαδρομές πάνω σε νάρκες, υπάρχει κάτι απλό: ένας άνθρωπος που ζητά πίσω τη γαλήνη. Ή έστω, τη μνήμη της.
Όσο οι παγίδες και οι απειλές πολλαπλασιάζονται, η ταινία γίνεται όλο και πιο καθαρή: δεν σε νοιάζει πια ποιος κυνηγά ποιον, αλλά τι προσπαθεί να κρατήσει ο άνθρωπος στο τέλος. Ένα σπίτι. Μια μνήμη. Ένα κομμάτι ζωής που δεν του το χάρισε κανείς και δεν θέλει να το παραδώσει σε κανέναν.
Αναπόφευκτα, ο ήρωας γλιστράει στη σφαίρα του μύθου. Όχι επειδή το επιδιώκει, αλλά επειδή δεν έχει άλλη επιλογή. Η ιστορία τον σπρώχνει προς τα εκεί. Το SISU 2 παίζει στα άκρα και ξέρει ακριβώς τι κινηματογραφικό DNA υπηρετεί. Είναι η σπάνια περίπτωση όπου η υπερβολή δεν είναι κιτς, είναι στιλ. Μια ταινία που δεν σου ζητά να την πιστέψεις, σου ζητά να τη νιώσεις. Και όταν τελειώσει, αυτό που μένει ως επιστέγασμα, είναι η αντοχή του Αατάμι και η αλληλεγγύη των συμπατριωτών του….
Κώστας Κωνσταντινίδης
