ΑΝΕΜΩΝΗ - Γιάννης Κρουσίνσκυ

Προερχόμενοι από συγκεκριμένα γενεαλογικά, κοινωνιολογικά και φιλμικά δεδομένα, συζητώντας και γράφοντας το σενάριο της ταινίας μαζί, οι Ρόναν και Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις, έχουν μια ιδιαίτερη, φιλτραρισμένη άποψη, για αυτά τα ιστορικά γεγονότα.

Επί της ουσίας, τα απότοκα των “Ταραχών” καταγράφονται μυθοπλαστικά στην ταινία “Ανεμώνη”, είτε σε στρατιωτικό, είτε σε εθνικό, είτε σε θρησκευτικό βαθμό. Αυτό το τριπλό απόσταγμα συνεπειών εξερευνάται έξυπνα στην ταινία, σε πιο ανθρώπινη διάσταση.

Το σημαντικό μειονέκτημα της ταινίας ωστόσο είναι, ότι τα συγκεκριμένα πολιτικοϊστορικά γεγονότα χρειάζεται να τα γνωρίζει καλά από πριν ένας θεατής ή να τα ψάξει μετά την παρακολούθησή της. Καθότι δυστυχώς εδώ απουσιάζουν σαν βασική ενημέρωση.

Ανάλυση

Απαραίτητη Εισαγωγή…

Το ιστορικό πλαίσιο της ταινίας “Ανεμώνη” (2025) αναζητά και ανακαλύπτει τις βαρύτατες συνέπειες, που αποτυπώθηκαν στη Βόρειο Ιρλανδία, από τις λεγόμενες “Ταραχές” ή πιο σωστά “The Troubles” (1968-1998). Μολονότι δεν αναγράφεται κάποια χρονολογία μέσα στο περιεχόμενο της ταινίας, το σενάριο υπονοεί βάσει της ηλικίας του Μπράϊαν Στόκερ, γιου του κεντρικού ήρωα Ρέϊ Στόκερ, ότι έχουν περάσει 20 χρόνια. Έτσι λοιπόν, βάσει της αντιφατικής δομής του, το έργο εν μέρει διαθέτει ένα ενδιαφέρον χρονολογικό και κοινωνιολογικό σκεπτικό.

Δηλαδή παρουσιάζοντας από τη μια πλευρά, πανοραμικά την αποστασιοποιημένη και πλέον πιο ειρηνική, πολιτικοϊστορική κατάσταση. Μα από την άλλη, εξετάζοντας ενδοσκοπικά τις ανεξίτηλες ψυχοκοινωνικές επιδράσεις που έχει αφήσει ως αποτύπωμα στο πέρασμα της, η εν λόγω συνθήκη, σε πολίτες. Και ειδικά, σε πρώην στρατιώτες. Έτσι, το συγκεκριμένο έργο με αυτή την ορατή νοηματική δομή μετατραυματικού σοκ, μας οδηγεί να συμπεράνουμε, ότι -λογικά- τούτο το σενάριο έχει ως παροντικό του χρονικό διάστημα κατά προσέγγιση το 1998-1999. Όμως, από ό,τι φαίνεται, αφορά προσέγγιση στα τέλη του ’80. Έχω τις ενστάσεις μου με την ταινία εκεί, διότι κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει με το υπόλοιπο περιβάλλον (φερειπείν, θα έπρεπε τότε η σκηνοθεσία να αναλύσει, σε έκταση και δομή, τα “ειρηνικά τείχη” της εποχής).

Όπως και να έχει, θα πρέπει εκ των πραγμάτων να εξηγήσουμε σε εισαγωγικό επίπεδο κάποια πράγματα, για τις “Ταραχές” του 1968-1998, τα οποία δεν περιγράφονται καθόλου ξεκάθαρα μέσα στην ταινία. Καθότι δεν είναι υποχρεωμένοι όλοι οι θεατές, που θα προσέλθουν στις Αίθουσες, να γνωρίζουν τη νεότερη ιστορία της Βορείου Ιρλανδίας (με αποτέλεσμα, να ενδέχεται να χάσουν τη συσχέτιση της Μεγάλης Εικόνας). Και ύστερα κατευθείαν, θα εντάξουμε σε πιο ειδικό βαθμό τους κεντρικούς χαρακτήρες της ταινίας “Ανεμώνη.” Σε αυτές τις αιματηρές διαμάχες υπήρχαν λοιπόν, δύο κύριες πλευρές αμείλικτης αντιπαράθεσης. Όπου τούτη η τραγική περίοδος περιγράφεται περισσότερο ιστορικά, ως εθνο-εθνική σύγκρουση και όχι τόσο ως θρησκευτική (μολονότι υπήρξε ο λεγόμενος “σεχταρισμός”, δηλαδή η σκόπιμη διαίρεση πολιτών σε θρησκευτικές ομάδες, με ύπουλα κίνητρα από ελεγκτικές πολιτικές βλέψεις). Οι “Ταραχές” επηρέασαν έντονα τη Βόρειο Ιρλανδία, ενώ την Αγγλία και το Έϊρε σε μικρότερη ένταση.

Από τη μια πλευρά υπήρχαν οι Ενωτικοί (Unionists) ή αλλιώς Νομιμόφρονες (Loyalists), οι οποίοι επιθυμούσαν η Βόρειος Ιρλανδία να παραμείνει προσαρτημένη-ενωμένη με το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά πλειονότητα εκείνοι ήταν στο θρήσκευμα Προτεστάντες. Στον αντίποδα, υπήρχαν οι Εθνικιστές και Ρεπουμπλικανοί Ιρλανδοί της χώρας, οι οποίοι ήθελαν η Βόρειος Ιρλανδία να αποσχιστεί από το Ηνωμένο Βασίλειο και να ενωθεί με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας (Έϊρε). Αυτοί στην πλειονότητά τους ήταν Καθολικοί στο θρήσκευμα. Από την πλευρά ένοπλης ενίσχυσης στον στόχο των Ενωτικών, ήρθαν βρετανικά στρατεύματα (British Armed Forces) και επίσης τάχθηκαν υπέρ τους ορισμένες, υποστηρικτικές ιρλανδικές δυνάμεις (Irish Defence Forces). Σαφώς υπήρξαν και παραστρατιωτικές δυνάμεις των Ενωτικών, αλλά όχι στο μεγαλύτερο ποσοστό. Ενώ στην αντίπερα όχθη, υπέρ των Εθνικιστών Ιρλανδών ήρθε -μεταξύ άλλων- η παραστρατιωτική οργάνωση Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός (πιο γνωστή ως IRA).

Γενικώς…

Όπως καταλαβαίνετε, το όλο θέμα αυτής της ιστορικής βορειοϊρλανδικής διαπάλης διαθέτει μεγάλη βαρύτητα, για την Κοινή Γνώμη των ανθρώπων στις ανάλογες νήσους (βρετανικές και μη). Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Επομένως δεν μπορείς να μιλήσεις, ούτε εκ του ασφαλούς, ούτε και να είσαι απόλυτος για τις πεποιθήσεις που κυριάρχησαν στις δύο αντίθετες βορειοϊρλανδικές πλευρές, όσον αφορά πάντα τα αλλιώτικα αιτήματα και επιθυμίες Ένωσης. Βέβαιος μπορείς να είσαι, παρά μόνο για την εκατέρωθεν αδικαιολόγητη, καταληκτική βιαιότητά τους. Μια ακατάπαυστη βιαιότητα, που σκότωσε μέχρι και αθώους πολίτες. Και φυσικά, βέβαιοι μπορούμε να είμαστε για τις ολέθριες συνέπειες, που άφησε τούτη η διχαστική βιαιότητα.

Αυτό το κεντρικό σκεπτικό, υπεύθυνης προσέγγισης, το γνωρίζουν καλά οι σεναριογράφοι γιος (Ρόναν) και πατέρας (Ντάνιελ) Ντέϊ-Λιούις, έχοντας στα αλήθεια αγγλό-ιρλανδικές ρίζες (για την ακρίβεια αυτό αφορούσε πιο άμεσα τον παππού, Σέσιλ Ντέϊ-Λιούις). Ωστόσο, ως πολύπειρος και πολυτάλαντος ηθοποιός πολλών ταινιών, μα και ως πρωτο-ταξιδεμένος συν-σεναριογράφος του έργου “Ανεμώνη”, ο Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις παράλληλα στην πραγματική του ζωή φέρει διπλή υπηκοότητα. Βρετανική και Ιρλανδική. Επιπροσθέτως έχει σημασία να αναφέρουμε, πως με την περίπτωση των “Ταραχών” της Βορείου Ιρλανδίας ο μεθοδικός Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις είχε ασχοληθεί ξανά κινηματογραφικά, με ιδιαίτερη μελέτη στο παρελθόν, πρωταγωνιστώντας στο φιλμ “In the Name of The Father”(1993).

Οπότε συνολικά εξυπακούεται, πως προερχόμενοι από τα συγκεκριμένα γενεαλογικά, κοινωνιολογικά και φιλμικά δεδομένα, συζητώντας και γράφοντας το σενάριο της ταινίας μαζί, οι Ρόναν και Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις, έχουν μια ιδιαίτερη, φιλτραρισμένη άποψη, για αυτά τα ιστορικά γεγονότα. Έτσι, η προσεκτική διατύπωση στην ιστορία και την αισθητική της ταινίας “Ανεμώνη” (2025) μαρτυρά την ευαισθητοποιημένη οπτική, καθώς και δικαιολογεί την εξερεύνηση με τακτ των διαβασμένων καλλιτεχνών Ντέϊ-Λιούις. Πατέρας και γιος συνεργάστηκαν ιδανικά.

Στο θέμα μας, πράγματι η ταινία “Ανεμώνη” (2025) καταφέρνει να μιλήσει για αυτή την τραγικότητα κοντά στα απότοκα της σύγκρουσης μεταξύ Ενωτικών/Εθνικιστών. Διότι ενώνει έξυπνα τη μυθοπλαστική διαπροσωπική ιστορία των κεντρικών ηρώων, με το πανοραμικό αληθινό πολιτικοϊστορικό κομμάτι. Αλλά το πετυχαίνει με έναν τρόπο, που ο θεατής δεν θα περίμενε. Το ίδιο ισχύει όμως και για το διχαστικό θρήσκευμα, με τον διαφορετικό τρόπο που καταγράφεται στην ταινία. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Όσον αφορά στο μυθοπλαστικό διαπροσωπικό κομμάτι πλοκής της ταινίας, ο κεντρικός ήρωας Ρέϊ Στόκερ, κατοικώντας μοναχικά σε μια καλύβα, έχει απομακρυνθεί για 20 ολόκληρα χρόνια από τις κοινωνικές συναναστροφές. Ακόμη και από την οικογένειά του. Απομονώθηκε σε ερημική δασική έκταση, εγκαταλείποντας τότε την έγκυο γυναίκα του (Νέσα) και το αγέννητο παιδί του (Μπράϊαν). Ο Τζεμ Στόκερ, αδερφός του Ρέϊ, αποφασίζει να πάει πλέον να τον βρει. Αυτό συμβαίνει, επειδή ο Μπράϊαν Στόκερ, 20χρονος γιος του Ρέϊ και ανιψιός του Τζεμ, είναι ψυχολογικά πολύ μπερδεμένος και οργισμένος στη δική του ζωή. Σαν συνέπεια της ανερμήνευτης απουσίας του πατέρα του, επί δύο δεκαετίες...

Όσον αφορά τώρα στην αληθινή πανοραμική πολιτικοϊστορική συσχέτιση με την πλοκή του έργου, ο Ρέϊ Στόκερ και ο αδερφός του, Τζεμ Στόκερ, ανήκαν μέσα σε στρατιωτικά Σώματα της βορειοϊρλανδικής πλευράς των Ενωτικών. Αυτό το συμπεραίνουμε, κατά τον διάλογο των δύο αδερφών, όπου ο Ρέϊ διηγούμενος μια παλιά ιστορία στον Τζεμ αναφέρει τη στρατιωτική στολή με το έμβλημα της βασίλισσας (*αυτή η ιστορία θα μας απασχολήσει και αλλιώτικα, για το θρήσκευμα, όπως θα δούμε παρακάτω). Αλλά αυτή η στρατιωτική τους ένταξη επιβεβαιώνεται και από άλλες κουβέντες ή σχετικά πλάνα.

Αυτό όμως που έχει σημασία, είναι να καταλάβουμε, ότι ως υπερασπιστές των Ενωτικών οι Ρέϊ και Τζεμ ανήκαν στρατιωτικά στις βρετανικές (British Armed Forces) ή στις υποστηρικτικές ιρλανδικές δυνάμεις (Irish Defence Forces). Τώρα, εάν πιο συγκεκριμένα οι Ρέϊ και Τζεμ ανήκαν στρατιωτικά στο Military Reaction Force, στο RUC (Royal Ulster Constabulary) ή στο RUC Special Branch, δεν νομίζω, ότι έχει και τόση σημασία για τον θεατή που δεν φέρει καταγωγή από τη Βόρειο Ιρλανδία ή που δεν αισθάνεται Βορειοϊρλανδός (μια σπάνια αίσθηση εθνικής ταυτότητας). Πάντως, βάσει της δομής της ταινίας, δεν νομίζω ότι ανήκαν σε παραστρατιωτική βρετανική οργάνωση. Σημασία όμως έχουν άλλα στοιχεία. Λόγου χάριν, ενδιαφέρον έχει η εξερεύνηση στα ενδότερα της πλευράς των Ενωτικών, που διαλέγουν εδώ οι σεναριογράφοι Ρόναν Ντέϊ-Λιούις και Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις.

Καθότι ουσιαστικά στο σενάριό τους δεν στέκονται σε μια χρόνια αντιπαράθεση μεταξύ Ενωτικών και Εθνικιστών. Αλλά αντιθέτως προχωρούν την ιστορία, σε έναν ενδότερο διχασμό και μια προσπάθεια αυτοκριτικής μεταξύ Ενωτικών. Και αυτό αποδεικνύεται, κυρίως λόγω του ότι ο 20χρονος γιος, Μπράϊαν Στόκερ, ακολουθεί παρόμοια στρατιωτικά βήματα πατέρα και θείου (στην ουσία, σχεδόν μετά-ενωτικά βήματα). Αλλά ο λόγος που καυγαδίζει βίαια με ξυλοδαρμό εις βάρος κάποιου συναδέλφου του, είναι επειδή υπερασπίζεται το παρελθόν του πατέρα του. Και τούτο επειδή ο πατέρας του εθεωρείτο κακός Ενωτικός από ομοϊδεάτες. Και κατ’ επέκταση, κακός στρατιώτης, που δεν έκανε καλά τη δουλειά του. Διότι κατηγορήθηκε, ότι ξεπέρασε τα όρια της εμπόλεμης κατάστασης, αν και ο ίδιος βρισκόταν σε εφεδρική δράση στρατιωτικής επιχείρησης.

Η δε πλευρά του θρησκεύματος, παρουσιάζεται μεταξύ των αδερφών Τζεμ και Ρέϊ. Εάν δεν ασχολείται κάποιος θεατής με θρησκείες, δεν μπορεί να κατανοήσει εύκολα, εάν οι Ρέϊ και Τζεμ είχαν προτεσταντική ή καθολική θρησκευτική ανατροφή. Ίσως όμως και να μην έχει ιδιαίτερη σημασία, καθότι αυτό που ξεχωρίζει είναι, ότι εκεί οι απόψεις τους παρουσιάζονται διχασμένες. Ο μεσήλικας Τζεμ εξακολουθεί να υπηρετεί τυφλά τη θρησκεία, ως βασική καθοδηγήτρια στη ζωή του. Ενώ ο μεσήλικας Ρέϊ εξακολουθεί να αποστρέφεται τη θρησκεία, μιλώντας για τα κακώς κείμενά της. Για την ακρίβεια, μέσα από την *εξιστόρηση των φρικτών εμπειριών του Ρέϊ παρατηρούμε να θίγεται πανοραμικά ένα τεράστιο θέμα. Αυτό της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων από ιερείς.

Συμπερασματικά

Δεδομένου, ότι τα δύο αδέρφια έχουν την ίδια θρησκεία, μα αλλιώτικα βιώματα-τραύματα, μπορούμε να θεωρήσουμε την άποψη της ταινίας “Ανεμώνη” σκοπίμως ως αντι-σεχταριστική (εναντίον της θρησκευτικής διαίρεσης πολιτών), μα με έναν πρωτότυπο και πιο εξονυχιστικό τρόπο καλλιτεχνικής έκφρασης. Δηλαδή, ότι μπορεί ο διχασμός να συμβεί ακόμη και μέσα στο ίδιο θρήσκευμα. Άρα, τούτη η αντι-σεχταριστική πινελιά της ταινίας ανταποκρίνεται μέσα στο όλο αντιπολεμικό θέμα του μετατραυματικού σοκ, που αποκάλυψαν τα τραγικά αποτελέσματα των διχαστικών “Ταραχών” της Β. Ιρλανδίας.

Έτσι, σε πιο σφαιρικό βαθμό παρατηρούμε, ότι στην πρώτη του ταινία Μεγάλου Μήκους ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Ρόναν Ντέϊ-Λιούις παρουσιάζει ένα κινηματογραφικό έργο, όπου επιθυμεί να δώσει έναν άλλο τόνο στην ιστορική βορειοϊρλανδική διαμάχη των “Ταραχών.” Και πολύ πιο συγκεκριμένα, στα αρνητικά αποτελέσματα που εκείνη η διαμάχη άφησε πίσω της. Τόσο για την αιματηρή αντιπαράθεση Ενωτικών/Εθνικιστών, όσο και για τον δηλητηριώδη διχασμό μεταξύ Προτεσταντών/Καθολικών.

Η κινηματογραφική προσέγγισή του είναι ιδιόμορφη, αλλά εν μέρει έχει το νόημά της, κρατώντας απόσταση από τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα, μα ταυτοχρόνως, κάνοντας εστίαση στις διαπροσωπικές ιστορίες των ανθρώπων οι οποίοι τα έζησαν. Και που στις ζωές τους χαράχθηκαν οι ολέθριες συνέπειες αυτών των γεγονότων. Επί της ουσίας, τα απότοκα των “Ταραχών” καταγράφονται μυθοπλαστικά στην ταινία, είτε σε στρατιωτικό, είτε σε εθνικό, είτε σε θρησκευτικό βαθμό. Αυτό το τριπλό απόσταγμα συνεπειών εξερευνάται έξυπνα στην ταινία, σε πιο ανθρώπινη διάσταση. Αντιμιλιταριστική, αντισεχταριστική και δίχως εθνικόφρονες διδακτισμούς, η διάσταση του έργου λοιπόν.

Επιπλέον, με πανέξυπνο τρόπο ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί, προς όφελος της αφήγησης του έργου του, το αφηγηματικό μέσο της Διήγησης. Δηλαδή, τα κεντρικά πρόσωπα του σεναρίου διηγούνται σε κοντινό τους άνθρωπο κρίσιμα γεγονότα, με ευρύτερο αποδέκτη ταυτοχρόνως εμάς ως θεατές. Και τούτο συμβαίνει, όταν σχεδόν σε όλο το έργο έχουμε ωφέλιμα ερωτηματικά, τόσο εμείς ως απόμακροι θεατές, όσο και τα κοντινά πρόσωπα της πλοκής. Και έτσι ταυτοχρόνως, αναζητούμε πρόθυμα μαζί τις πολύτιμες απαντήσεις.

Η μεγάλη διαφορά της Διήγησης με τη Συνειρμική Αφήγηση, είναι ότι δια της Διηγήσεως δεν ανατρέχουμε σε παραστατικές εικόνες του παρελθόντος. Δεν υπάρχει δηλαδή flashback με αναμνήσεις. Αντιθέτως, ζούμε έντονα τη Διήγηση ως θεατές-αναγνώστες-ακροατές. Ο λόγος που το πετυχαίνει αυτό η ταινία είναι, ότι δημιουργεί σκοπίμως κενά στην ιστορία της, για πολύ ώρα. Και την κατάλληλη στιγμή, έρχονται οι πολυπόθητες συμπληρωματικές απαντήσεις.

Έτσι το σενάριο, η σκηνοθεσία, το μοντάζ, η διεύθυνση φωτογραφίας και οι ερμηνείες αναλαμβάνουν τον πρώτο λόγο. Με αποτέλεσμα, να κρεμόμαστε από τα χείλη των ηρώων για τούτες τις παρουσιασμένες απαντήσεις, τόσο εμείς, όσο και τα πρόσωπα της πλοκής. Ωστόσο, εάν δεν υπήρχαν πολύ καλοί ηθοποιοί στο έργο, ώστε να διατηρήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του κινηματογραφόφιλου στη διαδικασία μύησης των σχετικών Διηγήσεων, τότε δεν επρόκειτο να πετύχαινε ποτέ αυτή η μεθοδολογία. Αλλιώτικα δεν θα πετύχαινε ποτέ το στόχο της στο συμπληρωμένο παζλ της πλοκής, αυτή η μαγνητική κρισιμότητα των επιθυμητών απαντήσεων.

Φυσικά, ένας άλλος λόγος είναι, ότι δεν υπάρχει η αριθμητική υπερβολή. Δηλαδή, αυτές οι Διηγήσεις είναι μόνο τρεις. Τρεις σημαντικές όμως Διηγήσεις, που σημαδεύουν τον πυρήνα της ταινίας: Α) Ο Ρέϊ διηγείται στον Τζεμ την προσωπική Εκδίκησή του ενάντια στη σεξουαλική κακοποίηση, την οποία είχε υποστεί μέσω θρησκείας. Β) Η Νέσα διηγείται στον γιο της, Μπράϊαν, τι πέρασε ως στρατιώτης ο πατέρας του. Γ) Ο Ρέϊ διηγείται στον Τζεμ για το ίδιο ακριβώς θέμα, συνεχίζοντας μεταβατικά την αποκάλυψη των γεγονότων. Η άμεση μετάβαση των Διηγήσεων Β) προς Γ) είναι επίτευγμα Σινεφίλ εγκεφαλικής ταινίας!

Μέχρι τότε όμως, πολλά αποκαλύπτονται στον θεατή, σιγά σιγά. Η Νέσα ικετεύει τον Ρέϊ να επιστρέψει, για να συμβουλεύσει και να καθοδηγήσει το παιδί τους. Ωστόσο, αποκαλύπτεται ότι ο Τζεμ έγινε ο άντρας της Νέσα και ουσιαστικά πατριός του Μπράϊαν...Η κυρίαρχη μοναξιά του Ρέϊ στην καλύβα, γίνεται αισθητή. Σωστά χρησιμοποιήθηκε, στη μοναχική καλύβα του Ρέϊ, το αλλιώτικο τραγούδι “Solitude” των Black Sabbath (από το δίσκο Master of Reality). Για τους μουσικόφιλους nerds, θα έλεγα, ότι ταιριάζει το μουστάκι του αλλαγμένου -μετά το στρατό- Ρέϊ, με τούτο το άκουσμα.

Συνεπώς, πολύ ιδιαίτερη ταινία, με συγκεκριμένη άποψη μετατραυματικού σοκ για τους κατοίκους που έζησαν τις “Ταραχές” στη Βόρειο Ιρλανδία. Η συνεργασία των Ρόναν και Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις ήταν απαραίτητη, για να φτάσει τους ποιοτικούς στόχους της η ταινία. Το σημαντικό μειονέκτημα της ταινίας ωστόσο είναι, ότι τα συγκεκριμένα πολιτικοϊστορικά γεγονότα χρειάζεται να τα γνωρίζει καλά από πριν ένας θεατής ή να τα ψάξει μετά την παρακολούθησή της. Καθότι δυστυχώς εδώ απουσιάζουν σαν βασική ενημέρωση. Το σημαντικό πλεονέκτημα της ταινίας είναι, ότι με αυτή τη δομή αφαίρεσης μπαίνουμε καλύτερα μέσα στο σκεπτικό του απορημένου παιδιού Μπράϊαν, ο οποίος δεν γνώριζε, τι ακριβώς πέρασε ως στρατιώτης ο Ρέϊ Στόκερ. Μειονέκτημα, θεωρώ και την μη επεξήγηση, για το πώς επιβίωσε ο Ρέϊ επί 20 ολόκληρα χρόνια μόνος, σε μια καλύβα μέσα στο δάσος.

Σαφέστατα, το γεγονός ότι η παραγωγή του έργου είναι από ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο, μας βάζει να σκεφτούμε και για τυχόν περιορισμούς στο όλο καλλιτεχνικό σκεπτικό της ταινίας (ειδικά για τις πολιτικοϊστορικές αποστασιοποιήσεις). Εν κατακλείδι, θεωρώ, ότι εάν το έργο επεξηγούσε αρκετά περισσότερα πράγματα σε ιστορικό βαθμό, εάν διέθετε καλύτερο χρονολογικό προσδιορισμό, τότε ναι, θα μπορούσε να βρίσκεται στις καλύτερες τρεις ταινίες του 2025. Αντ’ αυτού όμως, διαμέσου της ιδιόμορφα γοητευτικής δομής της, με τα θετικά και τα αρνητικά της, θα αξιολογούσα τούτη την ταινία μέσα στις δέκα μεν καλύτερες της χρονιάς, αλλά εμφανώς κάτω από την πεντάδα. Και για να είμαι πιο ακριβής, θα την κατέτασσα όγδοη, σαν ένα ενδιαφέρον σκηνοθετικό ντεμπούτο.

Σκεπτικό…

Όραμα Παντοτινού Εμβρύου

Είναι εντυπωσιακή, η αποκάλυψη του οράματος του Ρεϊ. Ένα παράξενο όραμα, το οποίο δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι θα το περιγράψει σωστά, όποιος θεατής και αν το δει στην ταινία. Πάντως κεντρική ιδέα είναι, ότι ο Ρέϊ Στόκερ αισθάνεται Δέος για την Πατρότητά του, ασχέτως εάν έφυγε στα δύσκολα, προτού καν γεννηθεί ο γιος του.

Η εικόνα που είχε έντονα μέσα στο μυαλό του, είναι ενός ενήλικου αντρικού οργανισμού, μα με την κυρίαρχη εντύπωση-ανάμνηση ενός παντοτινού εμβρύου. Σαν ένα μυθικό, επιβλητικό πλάσμα, που του βαραίνει τη συνείδηση, αλλά που παράλληλα το αγαπά. Και που δεν το ξέχασε για 20 χρόνια...Κάτι το οποίο αποδεικνύεται και με το θαρραλέο τέλος της ταινίας...Ο Ρέϊ αν και αφαίρεσε στο στρατό μια ζωή, είναι πια έτοιμος ως πολίτης να δώσει πατρική καθοδήγηση, για να σώσει μια άλλη.

Πιο Αναλυτικά…

Ερμηνεία

Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις (Ρέϊ Στόκερ)

Αντικειμενικά, πραγματοποίησε την καλύτερη ερμηνεία του έργου. Ο Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις ανταποκρίθηκε, για ακόμη μια φορά, σε έναν ρόλο ιδιαίτερης βαρύτητας. Ο πολύπειρος και πολυτάλαντος ερμηνευτής βρήκε για πολλοστή φορά, μια ξεχωριστή φωνή χαρακτήρα. Έπειτα, με την παρουσία του, ένωσε τη μοναχικότητα του ρόλου Ρέϊ, το μυστήριο πίσω από τη στρατιωτική ιστορία του, αλλά εξέφρασε ακόμη τον θυμό και τον φόβο εκείνου.

Οι πιο σημαντικές στιγμές του ηθοποιού είναι, ότι πήρε στις πλάτες του ερμηνευτικά δύο σημαντικές Διηγήσεις. Αυτές μιλούν για τα κατάλοιπα της θρησκείας και του στρατού. Τόσο σε επίπεδο πλοκής της ταινίας, όσο και σε επίπεδο πανοραμικής εμβέλειας ιστορικών γεγονότων. Σε τούτες τις Διηγήσεις, ο Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του θεατή-αναγνώστη-ακροατή. Η ερμηνευτική επιστροφή του μετά από το 2017 είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη, για την παγκόσμια Κινηματογραφική Κοινότητα.

Ναι μεν, ο Σον Μπιν (αδερφός Τζεμ) ήταν σωστός στον στωικό ρόλο του. Ναι μεν, η Σαμάνθα Μόρτον (Νέσα, πρώην σύζυγος) εξέφρασε τρυφερότητα, ρεαλισμό και πόνο. Ναι μεν, ο Σάμιουελ Μπότομλεϊ (γιος Μπράϊαν), απέδωσε τη σύγχυση του παιδιού χωρίς πατέρα. Αλλά χωρίς τον Ντάνιελ Ντέϊ-Λιούις, η ταινία “Ανεμώνη” θα έχανε όλη τη δομή της...

Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr

Smart Search Module