O Τζεμ ένα πρωί αποχαιρετά τον γιο του και την γυναίκα του προκειμένου να ταξιδέψει για να βρει τον αδελφό του Ρέι, ο οποίος ζει απομονωμένος και μακριά από τους ανθρώπους σε ένα σπίτι μέσα σε ένα δάσος. Όταν οι δύο άντρες συναντηθούν, η μεταξύ τους σχέση είναι τεταμένη και ο Τζεμ θα προσπαθήσει να επαναφέρει τον αδελφό του πίσω και σε αυτούς που έχει πληγώσει, επαναφέροντας στην μνήμη παλαιότερες καταστάσεις και βίαιες συμπεριφορές.
Σε σκηνοθεσία του Ρόναν Ντέι Λιούις (γιος του Ντάνιελ Ντέι Λιούις) ο οποίος μαζί με τον πατέρα του συνυπογράφει και το σενάριο, η ΑΝΕΜΩΝΗ (το αγαπημένο λουλούδι του πατέρα των δύο αδελφών στην ταινία) μιλάει για φαντάσματα του παρελθόντος, για προγενέστερες βίαιες καταστάσεις και συγκρούσεις αλλά και κυρίως για τις επιπτώσεις τους στην μετέπειτα ζωή. Είναι ένα κοινωνικό δράμα ψυχολογικής κατάρρευσης και αλλοπρόσαλλων συμπεριφορών που διαλύει οικογενειακούς δεσμούς και κοινωνική ενσωμάτωση, όλα αυτά όμως ενταγμένα σε ένα υπερβολικά βίαιο σκοτεινό, επιτηδευμένο κινηματογραφικά δυσοίωνο πλαίσιο που επισκιάζει κάθε νόημα και μήνυμα της ταινίας.
Ο Σον Μπιν και ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις είναι επιβλητικοί ως ηθοποιοί και οι αναμετρήσεις τους στην ταινία θα μπορούσαν να καθηλώσουν αν το σενάριο δεν έδινε δύο εξοντωτικούς μονολόγους στον Ντάνιελ Ντέι Λιούις και αν είχε γίνει μία καλύτερη δουλειά στο μοντάζ, δηλαδή στον ρυθμό της ταινίας. Η παράλληλη πλοκή με τον γιο που υποφέρει λόγω μπούλινγκ και τον φόβο της κληρονομικής βίαιης συμπεριφοράς, δίνεται με υπερβολικά δραματικό τρόπο, η Σαμάνθα Μόρτον διεκπεραιώνει πάντα με το γνωστό στενάχωρο ύφος της το οποίο έχει κάνει μανιέρα σχεδόν σε όλους τους ρόλους της, ενώ το καλλιτεχνικό κομμάτι της ταινίας και κυρίως η φωτογραφία που παραπέμπει σε θρίλερ επιβίωσης μοιάζει να κλέβει την παράσταση και να λοξοδρομεί την ταινία από την ίδια την ουσία της.
Προσπαθώντας να εντυπωσιάσει τόσο οπτικά όσο και με τον πρωταγωνιστή της, η ΑΝΕΜΩΝΗ είναι μία ταινία που χρησιμοποιεί την υπερβολή (ερμηνευτικά, καλλιτεχνικά ακόμα και σεναριακά), δοκιμάζει λίγο την αντοχή του θεατή με τον ρυθμό της, επιβιώνει όμως χάρις στην παρουσία του Ντάνιελ Ντέι Λιούις και το ωραίο της φινάλε. Αρκούν;
Αχιλλέας Βασιλείου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα cinepivates.gr
