Όπως και το ορίτζιναλ κορεάτικο φιλμ του 2003 (“Save the Green Planet!”, το οποίο παρεμπιπτόντως μπορείτε να δείτε αυτή την εβδομάδα στο Cinobo Πατησίων), έτσι κι η “Βουγονία” ακολουθεί δύο τερματισμένους συνωμοσιολόγους που απαγάγουν μια πανίσχυρη CEO (στον gender-swapped ρόλο εδώ η Έμμα Στόουν) επειδή είναι πεπεισμένοι πως είναι εξωγήινη από την Ανδρομέδα που καταστρώνει και εκτελεί ένα σχέδιο ελέγχου της ανθρωπότητας.
Δε θα επεκταθούμε στα όσα ακολουθούν για να μπορέσετε να απολαύσετε χωρίς πολλές πληροφορίες τις αιματηρές και μη εκπλήξεις (και είναι πολλές) της ιστορίας με αποκορύφωμα ένα ντελιριακό τελευταίο 20λεπτο ανθολογίας. Ομολογουμένως ειδικά στην πρώτη μία ώρα ένα μικρό σφίξιμο το σήκωνε πάντως το φιλμ, χωρίς αυτό να σημαίνει πως μας κούρασε.
Ίσα-ίσα, ο Λάνθιμος διανθίζει τα βασικά στοιχεία της ιστορίας με πινελιές που όχι απλά κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον, αλλά απογειώνουν το σενάριο – γραμμένο από τον Γουίλ Τρέισι (του “Succession” και του “The Menu”) και διασκευασμένο από το ορίτζιναλ του Τζανγκ Τζουν-χουάν. Την ιστορία ντύνουν επιθετικοί ήχοι-μαχαιριές από τη μουσική του Τζέρσκιν Φέντριξ (του “Poor Things”) που ήδη από την εναρκτήρια σεκάνς παίρνει κάτι ζωηρό και εμψυχωτικό και το διαστρεβλώνει μέσα στην πορεία της ίδιας της σκηνής, σαν η ταινία εξαρχής να σου λέει πως θα δεις κάτι ανατρεπτικό, όσο ευθύ κι αν φαίνεται.
Μια ξυρισμένη γουλί Έμμα Στόουν, βαμμένη με μια αλοιφή και καδραρισμένη από ελαφρώς γυρτές υψηλές γωνίες, κάνουν την αιχμάλωτη CEO να μοιάζει με κάποιο απόκοσμο δημιούργημα του Βέρνερ Χέρτζογκ αφήνοντας τον θεατή σε μια ταυτόχρονη κατάσταση δέους και απειλής. Ακόμα κι όταν η βία γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, αυτό συμβαίνει με αλλοιωμένο τρόπο – το gore άλλοτε βρίσκεται στα όρια του κάδρου, άλλοτε ισορροπεί με το σλάπστικ.
Τα πάντα στην ταινία είναι αιχμηρά και τσουχτερά και το ίδιο ισχύει και για τον κόσμο τον οποίον παρουσιάζει και σατιρίζει. Η Μισέλ Φούλερ της Έμμα Στόουν χρησιμοποιεί την inclusive μοντέρνα προοδευτική γλώσσα σαν όπλο, εντελώς κυνικά. Συμμορφώνεται με νέες εργασιακές πρακτικές επιτρέποντας στους εργαζόμενους να φύγουν από τη δουλειά στις 17.30, «εκτός αν έχετε δουλειά ακόμα φυσικά, έχουμε στόχους να πιάσουμε χαχα ό,τι θέλετε κάνετε, εσείς επιλέγετε, όπως νομίζετε ε».
Ενσαρκώνει την εργαλειοποίηση του προοδευτισμού στην υπηρεσία ενός καπιταλισμού και γενικότερα μιας ανθρωπότητας σε καταστροφικό σπιράλ. Όσο η ταινία εξελίσσεται, όσο η Μισέλ χάνει τις ελπίδες και την υπομονή της, τόσο ρίχνει τα προσχήματα στο πώς μιλάει, στο πώς συνδιαλέγεται. Η Έμμα Στόουν σε άλλη μια εκπληκτική ερμηνεία, περνάει τον χαρακτήρα της μέσα από ένα ολόκληρο φάσμα από vibes οδηγώντας οργανικά στο νοσηρό φινάλε. Απέναντί της ο Τζέσι Πλέμονς σε μια ενσάρκωση της ανθρώπινης απόγνωσης, έναν χαρακτήρα που μπορείς να νιώσεις ζωντανό μπροστά σου με όλες σου τις αισθήσεις
Όπως όμως έχει συμβεί κι άλλες φορές στο παρελθόν, το αληθινό μπαχαρικό που κάνει το φιλμ τόσο γευστικά απρόσμενο, είναι το διεστραμμένο χιούμορ του σκηνοθέτη και το πόσο ταιριάζει με τα βιτριολικά σενάρια ανθρώπων εκπαιδευμένων στην σύγχρονη κυνική σάτιρα. Το εντοπίζεις παντού, από μια ημι-αποτυχημένη σκηνή απαγωγής μέχρι συζητήσεις που κρύβουν κομμάτια της αλήθειας, κι από τη σάτιρα μιας κοινωνίας που κρύβει κάτι το αδηφάγο πίσω από τον δυναμισμό, μέχρι το φινάλε-ζωντανό fever dream.
Ένα μαύρο χιούμορ που συνδυάζεται με το συναίσθημα, περιέργως, παρά όλες τις τριγύρω ενδείξεις περί του αντιθέτου – αυτό είναι που κάνει έργα όπως τον “Αστακό”, τις “Άλπεις” ή το “Poor Things” τόσο δύσκολο να τακτοποιηθούν ως ένα πράγμα, καθώς μέσα τους βρίσκεις μια καρδιά που χτυπά, μια ανθρώπινη μελαγχολία που τα διαπερνά. Κάτι που ισχύει με έναν τελείως απρόσμενο τρόπο κι εδώ, ακόμα κι όταν το φιλμ μοιάζει με το πιο μαύρο (ή κατακόκκινο αν προτιμάς) troll αστείο.
Στο ορίτζιναλ φιλμ, μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές περιλαμβάνει τη χρήση αληθινών στιγμιοτύπων από το Ολοκαύτωμα, καθώς η κουβέντα των κεντρικών χαρακτήρων περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη ροπή προς τη βία και και την καταστροφή. Εδώ δεν χρειάζεται ποτέ το φιλμ να γίνει τόσο κυριολεκτικό, παραμένοντας στη σφαίρα μιας αφήγησης ή ενός ονείρου, όμως αυτό το θυμωμένο «γαμώτο» το νιώθεις μέσα στον ιστό της ταινίας.
Στο πώς αντιδρά στον έλεγχο, στην ομογενοποίηση, στον καπιταλισμό και τους CEO, στα ίδια και τα ίδια λάθη που μας φέρνουν διαρκώς στο κατώφλι κάποιας νέας φρίκης. Μια αντίδραση γεμάτη χιούμορ και βία και αιχμηρότητα – και μια παράξενη μελαγχολία εκεί που λιγότερο την περιμένεις. Είναι το απολαυστικά διεστραμμένο αστείο του σήμερα.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
