Το πώς οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν το ναζισμό και την ιδεολογία του, μαζί και το Ολοκαύτωμα, έχει, με πολύ λίγες εξαιρέσεις, δοθεί με τη δύναμη και τη διεισδυτικότητα που του αξίζει – ανάμεσα στις πιο πετυχημένες ήταν εκείνη της «Ζώνης ενδιαφέροντος» του Τζόναθαν Γκλέιζερ, βραβευμένης με το Χρυσό Φοίνικα των Καννών και με το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, πριν από δύο χρόνια. Να τώρα που η ταινία «Άμρουμ» του γεννημένου στη Γερμανία Τούρκου σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν, που πρωτοείδαμε στο τμήμα «Πρεμιέρες των Καννών», κατάφερε να μας δώσει ένα το ίδιο δυνατό, πολύ ανθρώπινο, δράμα, γύρω τόσο από τον «καθημερινό φασισμό», όπως θα έλεγε και ο Μιχαήλ Ρομ, όσο και από τη δύσκολη ενηλικίωση μέσα σε μια τέτοια σκοτεινή ατμόσφαιρα.
Η ιστορία, βασισμένη σε ένα σενάριο γραμμένο από τον Ακίν και τον 85χρονο Γερμανό σκηνοθέτη και ηθοποιό Χάρκ Μπομ, βασισμένο σε προσωπικές του εμπειρίες, εκτυλίσσεται στο γερμανικό νησί «Αμρουμ» το 1945, λίγο πριν από το θάνατο του Χίτλερ και το τέλος του Β´ παγκόσμιου πολέμου. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια ταινία ενηλικίωσης, εκείνης του 12χρονου Νάνινγκ, που ζει στο νησί με την πιστή στον Χίτλερ οικογένεια του. Μέσα από τις διάφορες προσπάθειες του Νάνινγκ να βρει το λευκό ψωμί με βούτυρο και μέλι που δείχνει να θέλει με πάθος η μητέρα του, που περνάει μια περίοδο κατάθλιψης και θλίψης για το θάνατο του Χίτλερ, παρακολουθούμε τη ζωή της οικογένειας και τα προβλήματα που αυτή αντιμετωπίζει με συγγενείς και γείτονες, μερικοί από τους οποίους δείχνουν να μην είναι και τόσο ικανοποιημένοι με όσα τους ανάγκασε να υποστούν το Γ´ Ράιχ.
Εκεί που άλλοι νέοι καθώς και ώριμα πρόσωπα (όπως η μητέρα του Νάνινγκ) αγωνίζονται με πάθος να υποστηρίξουν τον Φύρερ και τα σχέδια του, ο Νάνινγκ (εξαιρετικός στο ρόλο ο Τζάσπερ Μπίλερμπεργκ), χάρη στην αγάπη του για τη μητέρα του, αγωνίζεται να της βρει το δυσεύρετο λευκό ψωμί και το βούτυρο που επιθυμεί. Προσπάθεια που μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε τους κατοίκους και τις ζωή τους, μαζί και τις διαφορές και τις συγκρούσεις, με τον Νάνινγκ να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία, συχνά και εχθρότητα, από συμμαθητές και γείτονες. Κάτι που βλέπουμε πως αλλάζει όταν, στη σκηνή όπου ο Νάνινγκ κάνει ό,τι μπορεί για να σώσει από πνιγμό τον μεγαλύτερης του ηλικίας μαθητή που του έκανε bulling, με την αρχικά το ίδιο εχθρική προς αυτόν φιλενάδα του, να είναι η μόνη που τον αποχαιρετά όταν αυτός και η οικογένειά του φεύγουν από το νησί.
Ο Ακίν καταγράφει με λεπτότητα, απλότητα, ειλικρίνεια, ατόφια συγκίνηση, και ποιητική πάντα διάθεση, χωρίς όμως συναισθηματισμούς, τον μικρόκοσμο του νησιού σε μια περίοδο όπου όλα καταρρέουν, εστιάζοντας στο δύσκολο πέρασμα από την αθωότητα στην ενηλικίωση, με ξεχωριστή φροντίδα στη εικαστική πλευρά της ταινίας του, μέσα στο χώρο του απομονωμένου χωριού, με τη φύση να κυριαρχεί, και που τονίζεται με τρόπο θαυμάσιο από μια, με ψυχρά, έντονα χρώματα, φωτογραφία του Καρλ Βάλτερ Λίντενλάουμπ.
Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr
