Το γύρισμα της εμβληματικής γαλλικής ταινίας του νέου κύματος, «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ, προσέλκυσε τον Αμερικανό σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ στο συναρπαστικό, εφευρετικό του docudrama, «Nouvelle Vague», φόρος τιμής στην ταινία του Γκοντάρ αλλά και απομυθοποίησή της. Ο άγνωστος μαλιστα ηθοποιός Γκιγιόμ Μαρμπέκ που ερμηνεύει το «τρομερό παιδί» της νουβέλ βαγκ, Ζαν-Λικ Γκοντάρ, φορώντας σε όλη τη διάρκεια της ταινίας τα μαύρα γυαλιά που πάντα φορούσε ο Γκοντάρ, μιμούμενος τέλεια τη ρινική φωνή του, σε κάνει να πιστεύεις πως δεν θα χρειαζόταν ποτέ η AI για να φτιάξει κάποιο πιστό αντίγραφο του διάσημου σκηνοθέτη.
Ο Λίνκλεϊτερ χρησιμοποιεί μαυρόασπρη φωτογραφία με την κάμερα να περιφέρεται στους δρόμους και τα καφέ όπου είχε γυρίσει ο Γκοντάρ την ταινία του, για να της δώσει την ντοκιμαντεριστική αυθεντικότητα της, στοιχείο που αναζητούσε ο Γάλλος σκηνοθέτης – γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό, όπως θα δούμε αργότερα, ο Γκοντάρ επέλεξε τον Ραούλ Κουτάρ για διευθυντή φωτογραφίας επειδή ήταν ήδη γνωστός για τις αυθεντικές σκηνές από τον Γάλλο-ινδοκινέζικο πόλεμο που είχε καταγράψει με την κάμερά του.
Αφού γνωρίσουμε και τους άλλους συναδέλφους του, σκηνοθέτες από το περιοδικό Cahiers du Cinéma (τον Τριφό και τον Σαμπρόλ), αποφασισμένους να αλλάξουν τον γαλλικό κινηματογράφο (το 1959 ο Γκοντάρ είχε κλέψει χρήματα από το ταμείο του περιοδικού για να πάει στις Κάννες για να δει την ταινια του Τριφό, «Τα τετρακόσια χτυπήματα», που προβαλλόταν στο φεστιβάλ), ακολουθεί ή προσπάθεια του Γκοντάρ να πείσει τον παραγωγό Ζορζ ντε Μπορεγκάρ να χρηματοδοτήσει την ταινία, πείθοντας τον πως πρόκειται για μια αμερικανικού τύπου γκανγκστερική περιπέτεια και μάλιστα με Αμερικανίδα πρωταγωνίστρια (επρόκειτο για την Τζιν Σίμπεργκ που θα ερμήνευε την Αμερικανίδα φιλενάδα του κλέφτη αντί-ήρωα), έχοντας στο πλάι του έναν άγνωστο μέχρι τότε πρωταγωνιστή, τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό που θα έπαιζε ένα τύπο στο στιλ του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ.
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της ταινίας είναι βέβαια τα γυρίσματα. Με τον Γκοντάρ να γράφει καθημερινά τους διαλόγους των ηθοποιών (με βάση ένα σενάριο που έγραψε γι’ αυτόν ο Τριφό) που τους μοιράζει την τελευταία στιγμή, για να ακολουθήσει το γύρισμα χωρίς ειδικούς φωτισμούς, χωρίς ηχοληψία (όλοι οι διάλογοι θα γίνουν post-synch), με τον ίδιο να γυρίζει όποτε μπορεί, με την ομάδα να κινείται στους δρόμους και τους φυσικούς χώρους, στο σύντομο διάστημα των γυρισμάτων, χρησιμοποιώντας την έμπνευση της στιγμής για να στήσει τις σκηνές του, με ένα ή δύο το πολύ λήψεις του κάθε πλάνου, κάτι που είχε κάνει δύο χρόνια πιο πριν με την ταινία του «Σκιές» ο Τζον Κασσαβέτης, τον οποίο ο Γκοντάρ θαύμαζε. Όπως θαύμαζε και σκηνοθέτες της παλιότερης γενιάς και με τους οποίους συνέχιζε να έχει σχέση (Ρομπέρ Μπρεσόν, Ρομπέρτο Ροσελίνι, Ζαν-Πιέρ Μελβίλ – με τον τελευταίο μάλιστα να τον χρησιμοποιεί σε ένα μικρό ρόλο στο «Με κομμένη την ανάσα».
Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr
