Tο ρίσκο που με θάρρος παίρνει ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ στην τελευταία ταινία του, είναι ότι αναφερόμενος στον ίδιο τον κινηματογράφο, την κινηματογραφική δημιουργία, την κατασκευή μιας ταινίας, απευθύνεται κυρίως στους σινεφίλ.
Σ’ εκείνους δηλαδή που ενδιαφέρονται για τα μυστικά της δημιουργίας μιας ταινίας, για το παρασκήνιο των γυρισμάτων για τις μικρές και μεγάλες πινελιές που συνθέτουν τον πίνακα, την ταινία.
Ομως πόσοι στ’ αλήθεια είναι αυτοί; Αυτό είναι το ρίσκο του Λινκλέιτερ και μάλιστα στο ασπρόμαυρο.
Η Nouvelle Vague του τίτλου είναι το κινηματογραφικό κίνημα που γεννήθηκε στην Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και, στην ουσία, διαμόρφωσε τον κινηματογράφο, την γλώσσα, την οπτική, την γραφή του. Αμέτρητοι σκηνοθέτες από όλον τον κόσμο υπήρξαν άτυποι «μαθητές» αυτής της σχολής και πολλοί εξακολουθούν να υπάρχουν.
Με ταινίες όπως η τριλογία «Πριν το ξημέρωμα», «Πριν το ηλιβοασίλεμα» και «Πριν τα μεσάνυχτα», ο Λινκλέιτερ ανήκει σε αυτούς που επηρεάστηκαν από το Νέο Κύμα στο οποίο ο Ζαν Λικ Γκοντάρ (1930-2022) για πολλούς θεωρείται ο βασιλιάς (αν και συζητήσιμο).
Το όνομά του υπήρξε άρρηκτα συνδεδεμένο με το κύμα, ίσως περισσότερο από άλλων, όπως του Φρανσουά Τριφό (1932-1984), του Κλοντ Σαμπρόλ (1930-2010), του Ζακ Ριβέτ (1928-2016), του Ερίκ Ρομέρ (1920-2010), του επιτελείου δηλαδή που ξεκίνησε από την κριτική κινηματογράφου στο εμβληματικό περιοδικό Cahiers du Cinema και κατόπιν περάσε στην σκηνοθεσία και τη δημιουργία.
Το 1959 ο Τριφό γύρισε τα «400 κτυπήματα» (1959) που θεωρείται η θεμελιώδης ταινία του γαλλικού νέου κύματος. Ωστόσο, ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γκοντάρ, το «Με κομμένη την ανάσα» (1960) που θα ταυτιζόταν απολύτως με το κύμα και μέχρι το τέλος της ζωής του δημιουργού της θα παρέμενε η πιο αναγνωρίσιμη του, μαζί, ίσως, με την «Περιφρόνηση».
Στα γυρίσματα του «Με κομμένη την ανάσα» που γυρίστηκε με μια τρομερή ελευθερία, ελάχιστα μέσα και σε πολύ λίγο χρόνο είναι αφοσιωμένη η ταινία του Λινκλέιτερ, ο οποίος εδώ φτιάχνει ένα καθημερινό ημερολόγιο γυρισμάτων, εξετάζοντας κάθε λεπτομέρεια και ποτίζοντας την δική του ταινία με το μοναδικό χιούμορ και απαράμιλλο στιλ του Γκοντάρ τον οποίο υποδύεται άψογα ο Γκιγιόμ Μαρμπέκ.
Οι λάτρεις των cine trivia θα πετάξουν την σκούφια τους από τα «μυστικά» που βγάζει στο φως ο Λινκλέιτερ σαν τα τρικ που βγάζει από το καπέλο του ένας ταχυδακτυλουργός. Ο σκηνοθέτης τονίζει το ότι η Αμερικανίδα ηθοποιός Τζιν Σίμπεργκ (Ζόι Ντόιτς) δεν γούσταρε ούτε τον Γκοντάρ ούτε την ταινία, το ότι ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό (Ομπρί Ντουγίν) είχε δει πολύ χαλαρά το όλο πράγμα, το ότι ο Ραούλ Κουτάρ (Ματιέ Πενσινά) κινηματογράφησε το όραμα του Γκοντάρ χωρίς να τον νοιάζει καμία δυσκολία καθότι είχε την πείρα του πολεμικού ρεπόρτερ, το ότι ο Γκοντάρ έκανε ότι ήθελε, βέβαιος σχεδόν ότι γράφει ιστορία. Τελικά, αυτή η ταινία μας θυμίζει πόσο διασκεδαστικό ήταν κάποτε να κάνεις σινεμά. Και ότι για κάποιους, ίσως εξακολουθεί να είναι.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
