Η εύληπτη δομή της ταινίας, θα θρέψει τώρα στο 2025 ταπεινούς Σινεφίλ θεατές, που δεν ήξεραν καν ότι θα γίνονταν Σινεφίλ μετά την προβολή αυτή, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο σεμνός Σπρίνγκστιν δεν γνώριζε καν εν έτει 1982 ότι έφτιαχνε έναν ανεκτίμητο δίσκο.
Πρόκειται για μια μελετημένη, μουσική βιογραφική ταινία, μυθοπλαστικής δομής, η οποία βάζει ενσυναισθητική φωτιά στην καρδιά της κεντρικής περσόνας και ελευθερώνει συγκινησιακή γαλήνη στο μυαλό του θεατή!
Δεν είναι μεν αριστουργηματική ταινία. Ωστόσο, ο παλμός στο έργο του Σκοτ Κούπερ είναι ιδανικός για το κλίμα απόδοσης της ψυχολογικά επίπονης και μουσικοστιχουργικά πανέξυπνης δημιουργίας του αξιοσέβαστου, ημιάγριου μινιμαλιστικού δίσκου, Νεμπράσκα.
Ανάλυση
Απαραίτητη Εισαγωγή...
Ο εμπνευσμένος σκηνοθέτης Σκοτ Κούπερ είναι και πάλι εδώ! Μετά το ευαισθητοποιημένο σινεματικό πέρασμά του από πολιτικοϊστορική ταινία με θεματολογία την αιματοβαμμένη και συνάμα υποχωρητική συνύπαρξη Ινδιάνων και λευκών Αμερικανών, στο έργο “Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό Μου” (“Hostiles”, 2018). Μετά τη μυθοπλαστική περιπλεγμένη ιστορία εξιχνίασης, για την άγνωστη νιότη του Έντγκαρ Άλαν Πόε, στην ταινία “The Pale Blue Eye” (2022). Ο Σκοτ Κούπερ κάνει τώρα ένα ακόμα μεγάλο καλλιτεχνικό βήμα στη Φιλμογραφία του. Αλλά με απρόβλεπτο κινηματογραφικό τρόπο, σε αλλιώτικη κατεύθυνση, που δεν παύει όμως να συστήνει για ακόμη μια φορά την ορατή σκοτεινή αισθητική και διασωθείσα προοδευτικότητα του συγκεκριμένου σκηνοθέτη.
Η πάντοτε γοητευτική μουσική αύρα, συναντά τώρα πιο εκρηκτικά την Έβδομη Τέχνη. Δηλαδή, ο Κούπερ επιστρέφει κινηματογραφικά, με σοβαρή πρόταση έργου στο έτος 2025, παρουσιάζοντας την αξιοσημείωτη ταινία “Springsteen: Deliver Me from Nowhere”. Πρόκειται για μια μελετημένη, μουσική βιογραφική ταινία, μυθοπλαστικής δομής, η οποία βάζει ενσυναισθητική φωτιά στην καρδιά της κεντρικής περσόνας και ελευθερώνει συγκινησιακή γαλήνη στο μυαλό του θεατή! Ουσιαστικά, ο εκλεκτικός σκηνοθέτης Σκοτ Κούπερ διαλέγει την πιο σκοτεινή καλλιτεχνική περίοδο του μουσικού, συνθέτη-τραγουδοποιού και εγκάρδιου ερμηνευτή, Μπρους Σπρίνγκστιν, παρουσιάζοντάς τη μελετημένα και αποτυπώνοντάς την με αφοσιωμένη φροντίδα και ανεκτίμητη ενσυναίσθηση.
Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες στο Σινεμά του Σκοτ Κούπερ, μολονότι οι εν λόγω ταινίες είναι τελείως διαφορετικές. Όσον αφορά το Καλλιτεχνικό Μήνυμα που προσεγγίζει τις ψυχές των κεντρικών ηρώων του, μία αγαπημένη έκφραση του δημιουργού Σκοτ Κούπερ διατηρείται, εμφανίζοντας έτσι ένα αρκετά ενδιαφέρον κοινό στοιχείο, μεταξύ των τριών ταινιών “Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό Μου” (2018), “The Pale Blue Eye” (2022) και “Springsteen: Deliver Me from Nowhere” (2025). Το ενδιαφέρον αυτό στοιχείο ομοιότητας, αφορά φυσικά την Παντοδυναμία των Αναμνήσεων, των κινηματογραφικών ηρώων! Ενώ όσον αφορά τη μεθοδολογία των κινηματογραφικών παραμέτρων, αξίζει να επισημάνουμε, ότι ο Κούπερ λατρεύει και στις τρεις ταινίες να συνεργάζεται με ηθοποιούς που αλλάζουν τη μητρική τους προφορά. Τέλος, ο Κούπερ και εδώ αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία μέσα σε ένα δουλεμένο σενάριο ταινίας, που προέρχεται όμως από βιβλίο.
Με αυτή την αξιοπρόσεκτη δημιουργική επιστροφή του 2025 μάς κάνει να τον υπολογίζουμε ξανά, για τις σκηνοθετικές του ιδέες και δουλειές! Εάν θέλετε να θυμηθείτε καλύτερα το εντυπωσιακό έργο “Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό Μου”, μπορείτε να διαβάσετε την παλιότερη, σχετική Eretiki κριτική μου (του 2018). Πάμε όμως τώρα να δούμε παρακάτω, την τωρινή κριτική για το νέο πολυαναμενόμενο έργο, που αφορά την προβληματισμένη και ατίθαση νιότη του Μπρους Σπρίνγκστιν.
Γενικώς…
H ταινία “Springsteen: Deliver Me from Nowhere” (2025) δημιουργήθηκε, έχοντας αφοσιωμένη καλλιτεχνική πυξίδα, μουσικές αλήθειες και μια αφοπλιστικά ανθρώπινη αύρα. Όλα αυτά εφάπτονται πράγματι ιδανικά, με τη διερχόμενη πορεία εξερεύνησης μέσα στο πλέον πυρηνικό στοιχείο της ταινίας, που δεν είναι άλλο από την ασυνήθιστη δημιουργία του ιδιόρρυθμου μουσικού δίσκου “Nebraska” (1982). Ένας μινιμαλιστικός μουσικός δίσκος, με φολκ και κάντρι καταβολές, που φτιάχτηκε εξολοκλήρου μουσικοστιχουργικά αλλά ηχογραφήθηκε κιόλας αυτόνομα σε συνθήκες ηθελημένης απομόνωσης, από τον ταπεινά εμπνευσμένο Σπρίνγκστιν, στις πιο μοναχικές του ηχογραφήσεις. Δέκα τραγούδια.
Φωνή, κιθάρες, μεταλλόφωνο (glockenspiel), μαντολίνο και συνθεσάϊζερ, λακωνικά παιγμένα μόνο από τον Μπρους. Η τεχνητή δημιουργηθείσα Ηχώ ήταν αποτελεσματική σύμμαχός του. Η νοηματοδότηση των ιστοριών του δίσκου υπήρξε ευρεία, σαν τον απέραντο αμερικανικό δρόμο. Ο Σπρίνγκστιν δίχως να γνωρίζει τότε, ότι έφτιαχνε ουσιαστικά έναν ολόκληρο δίσκο, κατάφερε να ενώσει κοινωνιολογικά σε τραγούδια κοινής Αισθητικής πολλά διαφορετικά στοιχεία ενός έγκυρα συμπυκνωμένου, έντονα καλλιτεχνικού προβληματισμού. Την ανθρώπινη βία, την ανερμήνευτη δολοφονία, τη μαφιόζικη εξάπλωση, τη φοβική ανεργία, τη μικρό-παρανομία, τη συγγενική εναντίωση, την ατελέσφορη επιθυμία για οικογενειακή συμφιλίωση, την αμερικανική ντροπή για το χαμηλό εισόδημα.
Τον κοινό αγχώδη και ταραχώδη Νου των Αμερικανών πολιτών στα μέσα και στα τέλη του 20ού αιώνα, αλλά και τα εξατομικευμένα, ανεξίτηλα, ψυχολογικά βιώματα του Μπρους. Σε έναν -αν μη τι άλλο- πρωτότυπο μουσικό δίσκο, ονόματι “Νεμπράσκα.” Η φράση Deliver Me from Nowhere βρίσκεται στους στίχους του τραγουδιού “Open All Night” από τούτο τον δίσκο. Ο Μπρους (κατά κύριο λόγο με στιχουργική χρήση πρώτου προσώπου) έγινε αφηγητής ταύτισης μοναχικών τραγουδιών στο δίσκο, αφορώντας σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση songwriting τα ανάλογα αυτά άτομα (είτε είχαν ειρηνική ψυχή, είτε ακόμη και αν αφορούσαν μετανιωμένους ή αμετανόητους δολοφόνους).
Ο δε σκηνοθέτης Σκοτ Κούπερ διάλεξε εύστοχα την θεωρητικά πιο προσοδοφόρα μουσική στιγμή του Σπρίνγκστιν, η οποία διέθετε τις κατάλληλες καλλιτεχνικές περγαμηνές, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί γοητευτικά με αφοπλιστική τρυφερότητα, μυστήριο και εσωτερικότητα στο Σινεμά. Και τι Σινεμά ακριβώς έφτιαξε με τούτη την ταινία; Μα το πιο ταιριαστό, στην περίπτωση του δίσκου Νεμπράσκα και του τότε προβληματισμένου Μπρους Σπρίνγκστιν. Δηλαδή, ένα Σινεμά με κοινωνική πεποίθηση περιβλήματος εμπορικότητας από τους προσερχόμενους θεατές, μα επί της ουσίας, έχοντας έναν πανίσχυρο πυρήνα αλλιώτικης, πιο σπάνιας, Σινεφίλ έκφρασης. Αλλά παράλληλα με τρυφερή, ευδιάκριτη γλώσσα επικοινωνίας.
Για να το πω κάπως πιο απλά, τούτη η εύληπτη δομή της ταινίας, θα θρέψει τώρα στο 2025 ταπεινούς Σινεφίλ θεατές, που δεν ήξεραν καν ότι θα γίνονταν Σινεφίλ μετά την προβολή αυτή, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο σεμνός Σπρίνγκστιν δεν γνώριζε καν εν έτει 1982 ότι έφτιαχνε έναν ανεκτίμητο δίσκο. Ο εξίσου χαμηλών τόνων, εύστοχος οραματιστής Σκοτ Κούπερ, πήρε την εμπορική ποιοτική επιτυχία του -εδώ και πολλές δεκαετίες- αναγνωρισμένου τόσο σε αμερικανικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, ταλαντούχου μουσικού Μπρους Σπρίνγκστιν και του αφαίρεσε την καλογυαλισμένη πανοπλία της διασημότητας. Έτσι, η ταινία επέστρεψε χρονολογικά στο μεταίχμιο πρωτόγνωρης δόξας και αναγκαίας παρελθοντικής απομόνωσης, του εκφραστικού Αμερικανού μουσικού. Χρονολογικά, αμέσως μετά τον επιτυχημένο δίσκο “The River” (1980).
Σωστά λοιπόν, η ταινία επικεντρώθηκε στην απρόσμενη και μαγνητική δημιουργία του μοιραίου δίσκου “Nebraska” (1982), μέσα στη φλεγόμενη τότε ψυχή του Μπρους! Αναζητώντας έτσι, πιο ήταν το επόμενο καθοριστικό βήμα και το λυτρωτικό βαθύτερο νόημα στην ταραχώδη ψυχή του τότε νεαρού μουσικού. Η συνεργασία της σκηνοθεσίας του Σκοτ Κούπερ με τη διεύθυνση φωτογραφίας του Μασανόμπου Τακαγιανάγκι και με το μοντάζ της Πάμελα Μάρτιν, είναι το κλειδί της θέασης. Ενώ η πρωταγωνιστική ερμηνεία του Τζέρεμι Άλεν Γουάϊτ (ανάλυση *ερμηνειών ακολουθεί παρακάτω στην κατηγορία της κριτικής “Πιο Αναλυτικά”), στον ρόλο του Μπρους Σπρίνγκστιν, συνιστά το κλειδί της έκφρασης. Το δε κλειδί της εξέλιξης, αφορά τη σκηνοθετική-σεναριακή προβολή της μουσικής έμπνευσης.
Όπως προείπαμε στην εισαγωγή του κειμένου, στον σκηνοθέτη Κούπερ αρέσει να εξερευνά την Παντοδυναμία των Αναμνήσεων. Στο συγκεκριμένο κομμάτι, των αναμνήσεων της ταινίας “Springsteen: Deliver Me from Nowhere”, παρατηρούμε, ότι το μοντάζ και η διεύθυνση φωτογραφίας πραγματοποιούν μια ιδανική διαμοίραση, εξίσου ζωντανών στιγμών, του νεανικού ενήλικου παρόντος αλλά και της μνήμης των παιδικών χρόνων, του κεντρικού ήρωα Μπρους. Ασπρόμαυρο χρώμα για τα παιδικά χρόνια, έγχρωμο για την ενήλικη ζωή του Μπρους. Αυτά τα οπτικά στοιχεία σε κατάλληλο σημείο θα ενωθούν.
Βεβαίως, επειδή το κλειδί της εξέλιξης αφορά πάντοτε τη σεναριακή-σκηνοθετική φύση του έργου, στο προσκήνιο δικαίως έρχεται η μουσική έμπνευση. Δηλαδή, το κοντινό πλάνο στην κιθάρα του Μπρους, κάνοντάς την να μοιάζει με σπάνιο εύρημα χρυσού και να δείχνει με αυτόν τον τρόπο στον θεατή, τι είναι πραγματικά ανεκτίμητο. Η προσθήκη της κοντινής θέασης της φυσαρμόνικας, είναι επίσης κάτι που κάνει τον θεατή/ακροατή να αφουγκραστεί τη μουσικότητα, καθότι εκείνη βρίσκεται μέσα στα χείλη και την ψυχή του μουσικού, με τον ιδιαίτερο ήχο που βγάζει. Ενώ πολύ αργότερα, κατά το δυσεύρετο, αλλά επιτευχθέν mastering του δίσκου, θα γίνει και αντίστοιχο κοντινό πλάνο στο μεταφερόμενο βινύλιο.
Συμπερασματικά
Έτσι, με το συνολικό αυτό, τριπλό ετεροχρονισμένο μοντάζ (κιθάρα-φυσαρμόνικα-δίσκος) νοηματικής απόδοσης, ο θεατής θα συνδέσει συνειρμικά στο μυαλό του το ολοκληρωμένο παζλ μουσικής και τελικής παραγωγής του σπάνιου Άλμπουμ. Όσο για τις ηχογραφήσεις; Αυτές θα εκφραστούν από το βίωμα του κεντρικού ήρωα της ταινίας, από τις αναμνήσεις του, από τις συναναστροφές του, αλλά και από τα αυστηρώς επιλεγμένα, τετρακάναλα μηχανήματα εγγραφής. Οι συναυλίες αναψυχής στα ενδιάμεσα διαστήματα ήταν σε ικανοποιητικό κλίμα απόδοσης.
Πολύ καλή ήταν και η αντίφαση επιλεγμένου καλλιτεχνικού προγραμματισμού. Από τη μια πλευρά, με το ηχογραφημένο, ανεξάρτητο δυναμικό τραγούδι “Born in the USA” (διαμαρτυρία για τους στρατιώτες που στάλθηκαν στον Πόλεμο του Βιετνάμ, μα ως Βετεράνοι που επέστρεψαν στις ΗΠΑ παραγκωνίστηκαν κοινωνικά). Και από την άλλη, με την ενάντια επιμονή του Σπρίνγκστιν για καλλιτεχνική επικέντρωση πρωτίστως στον μινιμαλιστικό δίσκο “Nebraska.”
Αυτό που απέμενε στο έργο, ήταν πώς θα αποδοθούν οι καθοριστικές ανθρώπινες σχέσεις. Υπάρχουν σχέσεις φιλικές-συνεργατικές, με πιο κεντρική εκείνη του μουσικού Μπρους Σπρίνγκστιν με τον μάνατζερ και παραγωγό ηχογραφήσεων Τζον Λάνταου. Διότι αυτή η ανθρώπινη σχέση διέσωσε το μουσικό όραμα, τη συνέχιση της δισκογραφίας, αλλά και την ψυχοσύνθεση του τότε συναισθηματικά ευάλωτου Μπρους. Πλάνο βάθους πεδίου, με τους Λάνταου και Σπρίνγκστιν καθήμενους σε υπνοδωμάτιο, αλλά με μικρή διαφορά απόστασής τους λίγο πιο πίσω, εκφράζει το πόσο δεμένοι ήταν μεταξύ τους. Επίσης με τον Λάνταου, το μοντάζ κάνει ένα χρήσιμο παιχνίδι ωφέλιμης λεπτομέρειας, όταν από το κεντρικό στούντιο οι Λάνταου και Σπρίνγκστιν περνούν με φυσικότητα (αμέσως επόμενου cut) σε έναν χώρο φαγητού.
Σαφώς το ξεκλείδωμα του Μπρους ξεκινά να γίνεται όταν εκείνος γνώρισε ρομαντικά-ερωτικά τη Φέϊ Ρομάνο (μυθοπλαστικό πρόσωπο) και εκείνη τον αποκωδικοποίησε. Αλλά ο ίδιος φοβήθηκε τα συναισθήματά του. Η παρουσία της περσόνας Φέϊ λειτουργεί έξυπνα, σκάβοντας βαθιά και εκφράζοντας μάλλον μια εκτίμηση και συγχρόνως φοβία του νεαρού τότε Μπρους, γενικώς για τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Φέρνοντας και έναν επίφοβο παραλληλισμό με το πρότυπο της υπομένουσας μητέρας του, καθώς και με τον αλλιώτικο δικό του πολιτισμένο αντρικό ρόλο εν συγκρίσει με τον κακοποιητικό πατέρα του. Ίσως, ως μια συνολική εσωτερική αίσθηση ευθύνης, για το τι οικογένεια ενδεχομένως θα καλείτο να φτιάξει κάποτε ο ίδιος.
Πράγματι, αυτή η όλη παρελθοντική, τραυματική σχέση με την οικογένεια των γονιών του Μπρους και το φέρσιμο του πατέρα Ντάγκλας, σε σύζυγο και γιο, στοιχειώνει την περσόνα, ενώ κρατά σε επαγρύπνηση και τον θεατή που αναπόφευκτα συμπάσχει. Ωραία η συνολική σεναριακή, σκηνοθετική και μονταζιακή διαμοίραση των κινηματογραφικών ζευγών. Είτε φιλικών (Τζον Λάνταου-Μπρους Σπρίνγκστιν), είτε ερωτικών (Τζον Λάνταου-Μπάρμπαρα Λάνταου και Μπρους Σπρίνγκστιν-Φέϊ Ρομάνο), είτε και γονεϊκών ζευγών (Αντέλ Σπρίνγκστιν-Ντάγκλας Σπρίνγκστιν). Το μακιγιάζ στο πρόσωπο του ηθοποιού Στίβεν Γκράχαμ (υποδυόμενος τον πατέρα, Ντάγκλας Σπρίνγκστιν) είναι εκπληκτικό, όταν εκείνος ενσαρκώνει (πέραν του ηλικιακά νέου πατέρα) και τον μετέπειτα μεσήλικο πατέρα του Σπρίνγκστιν.
Δεν υπάρχει κάτι λάθος στην ταινία. Εν κατακλείδι, η πολύ ποιοτική αυτή ταινία δεν είναι μεν αριστουργηματική, αλλά ούτε και ο καλλιτεχνικός δίσκος “Nebraska” ήταν ποτέ μουσικό αριστούργημα (εξάλλου, τα “Born to Run”, “Darkness on the Edge of Town”, “The River” και “Born in the USA” προσέδωσαν πολλά περισσότερα στοιχεία, από άποψη μουσικότητας, σύνθεσης και ενορχήστρωσης). Ωστόσο, ο παλμός της ταινίας του Σκοτ Κούπερ είναι ιδανικός για το κλίμα απόδοσης της ψυχολογικά επίπονης και μουσικοστιχουργικά πανέξυπνης δημιουργίας του αξιοσέβαστου, ημιάγριου μινιμαλιστικού δίσκου, Νεμπράσκα.
Για τον σημαντικό λόγο αυτό, τούτο το έργο αφορά μία από τις πιο ωραία και επικοινωνιακά δομημένες ταινίες της χρονιάς! Όσο περνά ο καιρός, τόσο θα διαφαίνεται, ότι η ταινία σεβάστηκε και αγκάλιασε τις δυνάμεις και αδυναμίες του τότε νέου Μπρους Σπρίνγκστιν ή αλλιώς “The Boss.” Ενώ παράλληλα, η ταινία ήδη διαγράφει μια επιτυχή γέφυρα αναζωογόνησης στην ενισχυμένη πορεία Φιλμογραφίας του Σκοτ Κούπερ.
Σκεπτικό…
Αναμνήσεις/Πραγματικότητα/Φαντασία
Αναμνήσεις & Επιθυμία
Έξυπνα αποδόθηκαν οι αναμνήσεις της παιδικότητας του κεντρικού ήρωα. Με σταθερό μοντάζ και θέαση σε ασπρόμαυρο σκηνικό, για τα παιδικά χρόνια του μικρού Μπρους. Και με αποκορύφωμα, τη φαντασιακή κρυφή επιθυμία του συναισθηματικά πληγωμένου γιου, λέγοντας στον απορημένο πατέρα του, ότι ο ίδιος ήρθε “γιατί ήθελε να τον ακούσει.” Όπου εκεί βλέπουμε, κατ’ εξαίρεση, την είσοδο του ενήλικου Σπρίνγκστιν μέσα στο ασπρόμαυρο κάδρο (αντί της παιδικής μορφής).
Πραγματικότητα & Τέχνη
Ωραία η απόδοση για το τραγούδι “State Trouper”, με το ρυθμικό χτύπημα αξιών στην κιθάρα που παραπέμπει συνειρμικά στην αγχωτική, οδηγική διάσχιση δρόμου. Μα πιο συγκινητική, ήταν η εικονοποιημένη απόδοση για το τραγούδι “My Father’s House.” Για μια συμφιλίωση μεταξύ πατέρα και γιου που δεν ήρθε ποτέ, στην ιστορία του τραγουδιού. Διότι είδαμε αργότερα την αληθινή συμφιλίωση μεταξύ Ντάγκλας Σπρίνγκστιν/Μπρους Σπρίνγκστιν. Οπότε καταλαβαίνουμε, πως στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για καλλιτεχνική περσόνα τραγουδιστή-αφηγητή, μέσα στο τραγούδι.
Φαντασία & Ταύτιση
Ωραίο, νοηματικό-εγκεφαλικό μοντάζ. Με τον Μπρους να νιώθει τη φωτιά που είδε στην τηλεόραση για τις πολυάριθμες δολοφονίες, τώρα να τυλίγει πλέον ορμητικά τον ίδιο με την κιθάρα του.
Πιο Αναλυτικά…
*Ερμηνείες
Τζέρεμι Άλεν Γουάϊτ (Μπρους Σπρίνγκστιν)
Ο ηθοποιός υιοθέτησε ολόιδιες εκφράσεις προσώπου με τον αληθινό Μπρους Σπρίνγκστιν, όταν εκείνος τραγουδά με πάθος. Επιπλέον, κατάφερε να εκφράσει με ζωντάνια τις σπάνιες στιγμές, στις οποίες ο κινηματογραφικός Μπρους μιλά με τα καλλιτεχνικά του μάτια, έχοντας πηγαία έμπνευση μεταξύ τραγουδιού και ζωής. Μα το πιο σημαντικό είναι, ότι ο ηθοποιός κατάφερε να ορίσει παραστατικά εκείνη την επίμοχθη μουσική έμπνευση της φλεγόμενης ψυχοσύνθεσης, για τη δημιουργία του δίσκου Νεμπράσκα. Ήταν απολύτως απαραίτητος παράγοντας, για να γυριστεί τούτη η ταινία!
Τζέρεμι Στρονγκ (Τζον Λάνταου)
Πολύ δυνατή ερμηνεία, σε έναν κομβικό ρόλο που θεσπίζει την κρισιμότητα της φιλίας και της συνεργασίας του Λάνταου με τον Σπρίνγκστιν. Η σοβαρότητα, η ανησυχία και η προσπάθεια κατανόησης του μάνατζερ για τον συνεργάτη Σπρίνγκστιν είναι εντυπωσιακή. Και τροφοδοτεί την προσοχή του θεατή για τις δύο περσόνες. Πάρα πολύ καλός! Πράγματι, μιμήθηκε αρκετά την ομιλία του πραγματικού Λάνταου. Απλά, με ξενίζει κάπως αυτή η τεχνική ομιλίας αμέσως μετά τις παύσεις, στην επανερχόμενη ομιλία του ηθοποιού, σαν να μιμείται κάπως τον Γούντι Άλεν απλά σε σοβαρό μοτίβο...
Στίβεν Γκράχαμ (Πατέρας Σπρίνγκστιν) / Γκάμπι Χόφμαν (Μητέρα Σπρίνγκστιν)
Οφείλουμε να επισημάνουμε, την εξαιρετικά πειστική αμερικανική προφορά από τον ηθοποιό Στίβεν Γκράχαμ (αφήνοντας πίσω τη γνώριμη βρετανική προφορά του) στον ρόλο του πατέρα Ντάγκλας Σπρίνγκστιν. Και φυσικά, την απρόβλεπτη κακοποιητική και τρυφερή δυϊκή έκφραση του ρόλου.
Προσδίδει δραματικό κύρος, η αποδιδόμενη απόγνωση κακοποιημένης συζύγου, από την ερμηνεύτρια Γκάμπι Χόφμαν, στο ρόλο της Αντέλ Σπρίνγκστιν.
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
