ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ- Κώστας Κωνσταντινίδης

Από τις πρώτες κιόλας σκηνές της ταινίας, γίνεται φανερό πως δεν πρόκειται για μια συμβατική αφήγηση, αλλά για μια σύνθετη κινηματογραφική πράξη που λειτουργεί σαν δύο ταινίες σε μία. Ο σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε ένα ακαδημαϊκά φορτισμένο πρώτο μέρος και ένα βαθιά ανθρώπινο δεύτερο, δεν είναι απλώς αφηγηματική επιλογή, αλλά αισθητική και φιλοσοφική πρόθεση. Η σκηνοθεσία του Λούκα Γκουαντανίνο δεν επιδιώκει την ενότητα, αλλά την αντίστιξη και αυτό διαφαίνεται ήδη από την αρχική ατμόσφαιρα, όπου η αφήγηση ξεκινά με πνευματική αυστηρότητα για να καταλήξει, σταδιακά και μεθοδικά, σε μια συναισθηματική απογύμνωση. Το αποτέλεσμα είναι ένα κινηματογραφικό δοκίμιο, που δεν εξηγεί αλλά παρατηρεί, δε διδάσκει αλλά αμφισβητεί. Η Άλμα, καθηγήτρια φιλοσοφίας, ενσαρκωμένη με αξιοθαύμαστη εσωτερικότητα από την Τζούλια Ρόμπερτς, κινείται αρχικά μέσα σε έναν κόσμο λόγου, επιχειρήματος και θεσμικής ευπρέπειας, όπου ο χώρος του πανεπιστημίου αποτυπώνεται με τοπογραφική ακρίβεια και οι διάλογοι είναι φορτωμένοι με στοχασμούς, που δεν λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ως σημειολογικά αφηγηματικά θεμέλια.

Το πρώτο μέρος της ταινίας λειτουργεί ως φιλοσοφική εισαγωγή, όχι μόνο ως προς το θεματικό της περιεχόμενο αλλά και ως προς την αισθητική της συγκρότηση. Η κάμερα παρατηρεί από απόσταση, ο ρυθμός είναι αργός, σχεδόν επίμονα στατικός και ο λόγος διατηρεί έναν ακαδημαϊκό χαρακτήρα, όχι με στόχο τη συγκίνηση, αλλά τη διανοητική πρόκληση. Στο επίκεντρο βρίσκεται μια ηρωίδα που δε δρα αλλά στοχάζεται, έναν χαρακτήρα που φέρει την ευθύνη της σκέψης, όχι της πράξης. Η καταγγελία που δέχεται ο συνάδελφός της δεν αντιμετωπίζεται ως γεγονός, με σαφή όρια, αλλά ως αφορμή για ηθική ενδοσκόπηση, για μια ερμηνεία που δε μπορεί να διεκδικήσει αντικειμενικότητα, παρά μόνο σχεσιακή εγκυρότητα. Η αλήθεια, όπως υπονοείται, δεν είναι καθολική. Είναι ερμηνεία, είναι θέση, είναι δύναμη. Και η ηθική δεν συγκροτείται ως σύνολο κανόνων, αλλά ως στάση, ως φρόνημα, ως αβεβαιότητα που απαιτεί ανάληψη ευθύνης.

Στο δεύτερο μέρος, η ταινία αλλάζει τροχιά με τρόπο σχεδόν ανεπαίσθητο, αλλά βαθιά ουσιαστικό. Η ακαδημαϊκή γλώσσα υποχωρεί ευπρεπώς, και τη θέση της παίρνει η ανθρώπινη αδυναμία, η σπασμένη φράση, η σιωπή που δεν είναι πια στοχαστική αλλά αμήχανη. Η ‘Αλμα δε φοράει πλέον την ακαδημαϊκή της στολή, δεν είναι πια καθηγήτρια,  είναι γυναίκα, φίλη, μάρτυρας και εν δυνάμει συνένοχη. Η σκηνοθεσία γίνεται πιο κοντινή, οι διάλογοι πιο γήινοι, η φωτογραφία πιο θερμή, το μοντάζ πιο ελλειπτικό. Η αλήθεια δεν αναζητείται πια μέσα από θεωρία, αλλά μέσα από εμπειρία. Δεν διατυπώνεται αλλά βιώνεται. Η ταινία δεν προσφέρει λύσεις, δεν προτείνει διέξοδο, κάθαρση κι όλα αυτά τα σχετικά κινηματογραφικά μοντέλα και μοτίβα, αντίθετα, αποκαλύπτει την αδυναμία του ανθρώπου να σταθεί απέναντι στην αβεβαιότητα χωρίς να καταρρεύσει. Η ‘Αλμα δεν επιλύει το ηθικό δίλημμα, το ενσαρκώνει, το φέρει, το κουβαλάει με μια αξιοπρέπεια που δεν είναι ηρωική αλλά τραγική, ,μια αξιοπρέπεια που δεν στηρίζεται στη βεβαιότητα, αλλά στην αντοχή απέναντι στο αστάθμητο.

Το πυρηνικό δυναμικό της ταινίας συγκροτείται από τέσσερις άξονες, καθένας από τους οποίους ερμηνεύει τα γεγονότα κατά το δοκούν, όχι με τρόπο αντιθετικό αλλά με τρόπο που οδηγεί σε παράλληλη συνύπαρξη. Σαν τέσσερις διαφορετικές εκδοχές της αλήθειας, που δεν συναντιούνται ποτέ. Η Άλμα βλέπει την κρίση ως φιλοσοφικό πρόβλημα, ο καθηγητής που κατηγορείται, ως προσωπική τραγωδία, η φοιτήτρια, ως πράξη δικαιοσύνης και η διοίκηση του πανεπιστημίου, ως διαχειριστικό ρίσκο. Ωστόσο, υπάρχει και ένας πέμπτος πόλος, ένας κεντρικός δορυφόρος που δεν πρέπει να παραγνωριστεί: ο σύζυγος της Άλμα, ένας χαρακτήρας που λειτουργεί ως καθρέφτης και αντίβαρο, ως μάρτυρας της εσωτερικής της διάλυσης, αλλά και ως υπενθύμιση της ζωής έξω από το πανεπιστημιακό σύμπα,. Η παρουσία του δεν είναι απλώς συναισθηματική, είναι φιλοσοφική, γιατί ενσαρκώνει την καθημερινότητα ως αντίλογο στην ακαδημαϊκή αφαίρεση, την αγάπη ως μορφή γνώσης, την οικειότητα ως ηθική πράξη. Η σκηνή όπου γονατίζει μπροστά της, σε μια εξομολόγηση που δεν ζητά απαντήσεις αλλά αποδοχή, λειτουργεί ως σημείο καμπής: εκεί όπου η ταινία εγκαταλείπει κάθε ίχνος θεωρητικής ασφάλειας και παραδίδεται στην ευθραυστότητα της ανθρώπινης επαφής.

Η «Μετά το κυνήγι»  δεν είναι ταινία που εξηγεί. Είναι ταινία που παρατηρεί, που αμφισβητεί, που αφήνει τον θεατή να χαθεί μέσα στην αβεβαιότητα. Δεν προσφέρει κάθαρση αλλά στοχασμό, δεν επιδιώκει την ταύτιση αλλά την αναμέτρηση. Είναι μια ταινία που δεν φοβάται να είναι αργή, δύσκολη, ασαφής, γιατί μόνο έτσι μπορεί να είναι αληθινή. Και μέσα από αυτήν την αλήθεια, που δεν είναι δεδομένη αλλά διεκδικήσιμη, η ταινία δε μας παρασύρει σε εύκολες αποφάσεις, αλλά μας προκαλεί να σταθούμε απέναντί της με ευθύνη, να αναλάβουμε το βάρος της ερμηνείας και να αποδεχτούμε ότι η κατανόηση δεν είναι ποτέ πλήρης, αλλά πάντοτε στη δίνη μιας δυναμικής εξέλιξης…

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module