Ο Λούκα Γκουαντανίνο, σταθερά παραγωγικότατος μια χρονιά μετά το διπλό χτύπημα των “Challengers” και “Queer” επιστρέφει με άλλη μια σερί ταινία που μοιάζει να μην έχει κοινά στοιχεία με όσες προηγήθηκαν. Προερχόμενος από ένα πεδίο θεωρητικής προσέγγισης του σινεμά, ο ιταλός σκηνοθέτης συχνά φαίνεται να αναπτύσσει ιδέες επειδή θέλει να εξερευνήσει την κινηματογραφική τους αποτύπωση. Σαν θεωρητικές ασκήσεις που άλλοτε λειτουργούν, άλλοτε όχι, κι άλλοτε… ό,τι είναι αυτό που συμβαίνει με το “Μετά το Κυνήγι”.
Η νέα του λοιπόν ταινία, ένα Me Too δράμα που θολώνει πολύ τα ηθικά όρια στις πράξεις των χαρακτήρων του, ακολουθεί μια καθηγήτρια κολλεγίου η οποία κυνηγά μια μόνιμη έδρα. Θα πρέπει όμως να αντιμετωπίσει κατάματα το δικό τη παρελθόν όταν ένας πολύ κοντινός της συνάδελφος, θα κατηγορηθεί από μια από τις αγαπημένες τους φοιτήτριες για σεξουαλική παρενόχληση.
Θα περίμενε κανείς το φιλμ να εξελιχθεί ως ψυχολογικό θρίλερ, με αποκαλύψεις, με μυστικά, με ένταση και εξελίξεις. Αντ’αυτού, ο Γκουαντανίνο στήνει την ταινία ακριβώς με τη δομή και την αισθητική ενός τέτοιου θρίλερ, με αγωνιώδη μουσική από τους Άττικους Ρος και Τρεντ Ρέζνορ, με απειλητικά καδραρίσματα, με μοτίβα που επαναλαμβάνονται σαν αντίστροφη μέτρηση προς την καταστροφή… αλλά αφήνοντας στην καρδιά της μια τριπλέτα χαρακτήρων που αιωρούνται, σε ηθική αβεβαιότητα.
Το φιλμ ανοίγει με τη γραμματοσειρά που έκανε διάσημη μέσα από τις ταινίες του ο Γούντι Άλεν. Η μουσική είναι παρόμοια, το στήσιμο των τίτλων αρχής πανομοιότυπο. Ακόμα και το setting, οι χαρακτήρες, οι προβληματισμοί τους, ο τρόπος που φιλοσοφούν παραπέμπει στο σινεμά του Άλεν – όμως είναι σαν ο Γκουαντανίνο να αναρωτήθηκε πώς θα έμοιαζε μια τέτοια ταινία, αν ήταν γυρισμένη σαν κάποιο θρίλερ παράνοιας δια χειρός Χίτσκοκ. Όπου τα πάντα είναι πιο επιθετικά και σκοτεινά. (Κι εκτός αυτού, είναι –όπως είπε κι ο σκηνοθέτης στη συνέντευξη τύπου– μια αναφορά σε μια διάσημη Me Too υπόθεση μέσα σε μια Me Too ταινία.)
Η προσέγγιση αυτή δεν έχει ενδιαφέρον μόνο σε θεωρητικό επίπεδο: Έχουμε συνηθίσει το σινεμά των τελευταίων χρόνων να δίνει εξαιρετικά καθαρές και σαφείς αποτυπώσεις δύσβατων προσωπικών αδιεξόδων όταν μιλάμε για καθοριστικά ηθικά ζητήματα όπως είναι το Me Too, όμως ο Γκουαντανίνο θέλει να τους μπλέξει σε ένα λαβύρινθο όπου κι οι ίδιοι κι ίδιες δεν αναγνωρίζουν τι ακριβώς είναι σωστό, τι έχουν κάνει, τι είναι αυτό που τελικά θέλουν.
Στην καρδιά του φιλμ είναι η μεγαλύτερης ηλικίας καθηγήτρια που παίζει μια αλαβάστρινα ψυχρή Τζούλια Ρόμπερτς (για κοπλιμέντο το λέμε) και η πολύ πιο νεαρή φοιτήτρια της Άιο Αντεμπίρι που μοιάζει να αλλάζει ύφος, διάθεση, προσωπικότητα – γιατί είναι, φυσικά, νέα. Τα ίδια ζητήματα οι δυο τους τα αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο, όχι επειδή έχουν υπόγειους σκοπούς, αλλά επειδή έχουν μεγαλώσει μέσα σε διαφορετικές εκδοχές πατριαρχικής καταπίεσης.
Είναι διαφορετικό το background τους, οι αναφορές τους, τα περιβάλλοντά τους, αλλά και η οικονομική κατάσταση και το προνόμιό τους. Η σύγκρουσή τους θα είναι δυσάρεστη και επίπονη, αλλά το να αλλάζεις κάτι στον εαυτό σου ποτέ δεν είναι smooth. (Ο Γκουαντανίνο επιλέγει η Μάγκι να είναι και προνομιούχα, και μαύρη γυναίκα, και κουήρ άτομο – δίχως ποτέ να την αποτυπώνει ως σαφή ηρωίδα για την οποία θες να πανηγυρίσεις.)
Ανάμεσά τους ένας βέβαιος για όλα Άντριου Γκάρφιλντ, παίζει τον κατηγορούμενο, πολύ πετυχημένα, με έναν τρόπο που κρύβει και εστέτ γοητεία και απειλή – κάτι που κάνει την απειλή ακόμα πιο τρομακτική φυσικά. Κι ο Μάικλ Στούλμπαργκ ως Φροντιστικός (Αλλά Και Θυμωμένος) Σύζυγος Που Μαγειρεύει, στέκεται δίπλα στην Άλμα της Τζούλια Ρόμπερτς ως ό,τι πιο κοντινό σε ηθική πυξίδα έχει αυτή η τόσο σκοτεινή και δύσβατη ταινία, προσφέροντας μάλιστα και το ηθικό της ξετύλιγμα με μια του φράση στην αποστομωτική προτελευταία σκηνή της.
Στο τέλος, ο Γκουαντανίνο καταφέρνει να στήσει αποτελεσματικά (αν και ομολογουμένως, παντελώς εξαντλητικά: μέχρι το τέλος νιώθει κανείς μια εξουθένωση που δεν είμαι βέβαιος πως είναι μες στις προθέσεις του δημιουργού) ένα αντι-θρίλερ που διαρκώς δραπετεύει από τις προσδοκίες του θεατή, και που δεν είναι απλή άσκηση ύφους παρά την τεχνική μαεστρία με την οποία το έχει δημιουργήσει.
Αρνούμενος να δώσει λυσάρι στον θεατή (με εξαίρεση ίσως τον επίλογο), αρνούμενος να στέψει κάποια ηρωίδα ή ήρωα ως Φωνή Του Δημιουργού, ο Γκουαντανίνο απλώς μας δίνει πρώτο τραπέζι πίστα σε μια μεγάλη σύγκρουση, μέσα από την οποία ζητά από το κάθε ένα άτομο που παρακολουθεί, να ερμηνεύσει αυτό που είδε.
Έχει έτσι στην ουσία φτιάξει μια ταινία-καθρέφτη, μοιράζοντας στοιχεία με τον ίδιο τρόπο που θα ήταν διασκορπισμένα και έξω, στην αληθινή ζωή, ζητώντας από το κοινό να αποκωδικοποιήσει την υπόθεση – αναγκαστικά, βάζοντας μέσα πολύ από τον τρόπο που κάθε ένα από εμάς διαβάζει τον κόσμο. Και πάλι δηλαδή, όπως θα συνέβαινε εκεί έξω, στην αληθινή ζωή.
Εγώ σε αυτήν, είδα ανθρώπους με διαφορετικά μεγαλώματα και διαφορετικά εργαλεία, να αντιμετωπίζουν το τραύμα τους με διαφορετικούς τρόπους, άσχημα, επιθετικά, αβέβαια, χαοτικά – πριν μπορέσουν να προχωρήσουν με ένα νέο σχήμα του εαυτού τους. Τι ΔΕΝ είδα: Δεν είδα ούτε κάτι «αντι-woke», ούτε κάτι που αφήνει αμφιβολία για την ουσία των τραυματικών εμπειριών των δύο κεντρικών ηρωίδων – τις οποίες νιώθω πως επιβεβαιώνει, σιωπηλά μα ξεκάθαρα, ανάμεσα στις λέξεις κι ανάμεσα στις καταστάσεις, σε δύο καθοριστικές σκηνές.
(«Δεν κάναμε αυτή την ταινία ως μανιφέστο για να αναζωπυρώσουμε παλιομοδίτικες ηθικές αρχές», είπε ο Λούκα Γκουαντανίνο στη Βενετία και προσωπικά συμφωνώ: Η αμφισημία της σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με αντιδραστικότητα.)
Είναι σίγουρα ένα έργο στρυφνό και δύστροπο, με το θάρρος να μην έχει στα αλήθεια κεντρικό ηρωικό χαρακτήρα, αφήνοντας (καλώς ή κακώς) τους θεατές σε σημαντικό βαθμό μετέωρους. Είναι μια ταινία περισσότερο ενδιαφέρουσα από ό,τι απαραιτήτως καλή, αλλά είναι ενδιαφέρουσα με έναν αναγκαίο τρόπο που σχεδόν έχει εκλείψει από το σημερινό σινεμά.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
