ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΣΑΣ - Βασίλης Μάλτας

Οι γυναίκες στην Ραμάλα που αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους, χωρίς να αποκτούν πολιτική συνείδηση

Η ταινία γυρίστηκε πριν την έναρξη της Ισραηλινής γενοκτονίας στην Γάζα. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Παλαιστιανική πόλη Ραμάλα στην κεντρική Δυτική Όχθη, de facto διοικητικό κέντρο της Παλαιστίνης. Η ταινία είναι διαθέσιμη στο cinobo.

Η Νούρα ζητά από τον θείο της να προσποιηθεί τηλεφωνικά τον πριν λίγες ώρες θανόντα πατέρα της ώστε να εγκριθεί η ανάληψη ολόκληρου του (σεβαστού) ποσού από τον πατρικό λογαριασμό. Μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή της, την Μάριαμ, θέλουν να μην εισπράξει ο αδελφός τους το μερίδιό του: ο Άκραμ που ζει στις ΗΠΑ,  αδιαφορεί για την οικογένειά του στην Παλαιστίνη όπου η Νούρα φρόντιζε τον κατάκοιτο πατέρα τους, έχοντας τη συνδρομή της Μάριαμ που επιπλέον φροντίζει- υπηρετεί- τον σύζυγό της και τα δύο αγόρια τους. Σύμφωνα με τον Ισλαμικό Νόμο της Σαρία, η μισή πατρική περιουσία κληρονομείται από τον Άκραμ επειδή είναι άντρας (ο οποίος, προφανώς, θεωρεί δίκαιο να μην πληρώνονται αυτές οι εργασίες των γυναικών).

“Αντί να θάψετε τον νεκρό με αξιοπρέπεια, ασχολείστε με λογαριασμούς”, απαντά επιτιμητικά ο θείος, συμπληρώνοντας: “Ο νόμος ισχύει για όλους”. Η Νούρα θα τον ρωτήσει δηκτικά: “Αυτό το λάδι που μας δίνετε, είναι από τη γη της μητέρας μου και των θείων μου που έγινε δική σου;”: βάσει της Σαρία, εάν δεν υπάρχει γιος στην οικογένεια, τότε άντρες συγγενείς, ακόμα κι αγόρια, έχουν δικαιώματα στην κληρονομιά- ίσα ή μεγαλύτερα απ’ όσα δικαιούνται η βιολογική κόρη/κόρες. Είναι αυτοϊκανοποιητική η επιτιμητική ηθικολογία που περνιέται για άμεμπτη ηθική, ηθικολογία περί έλλειψης αξιοπρέπειας κι ανάγκης σεβασμού των νόμων- νόμων νομιμοποίησης κοινωνικών πλεονεκτημάτων όπως του αντρικού φύλου στις πατριαρχικές κοινωνίες. Μια κριτική περί απάτης από τις δύο γυναίκες θα βασιζόταν στο γράμμα του νόμου, τυπολατρικά κι αποκομμένα από την πραγματικότητα των έμφυλων και ταξικών ανισοτήτων που παράγουν και διαιωνίζουν οι νόμοι.

Μέσα από τις αντιθέσεις τους, οι δυο αδελφές συνεργάζονται για τον κοινό σκοπό. Μας μεταδίδεται το ανθρώπινο πλησίασμά τους και η γυναικεία αλληλεγγύη που αναπτύσσεται σε μια καταπιεστική κοινωνία-χωρίς να μυθοποιείται: οι αδελφές συνεργάζονται όχι μόνο ιδεολογικά αλλά και συμφεροντολογικά, η Νούρα δεν επισκευάζει τα υδραυλικά του σπιτιού της αδιαφορώντας για τα προβλήματα που δημιουργούνται στο σπίτι τής- ταξικά κατώτερης- νοικάρισσάς της, η νοικάρισσα ρωτά δικηγόρο αν κινδυνεύει με έξωση μετά τον θάνατο του πατέρα καθότι ήταν ιδιοκτήτης του σπιτιού- σαφής νύξη ότι είναι συχνή κατάσταση στην Ραμάλα, η προϊσταμένη της Νούρα την υποχρεώνει να δουλεύει πολύ περισσότερο από το νόμιμο ωράριο (εκμεταλλευόμενη, βέβαια, την υπεραξία τής εργασίας της) κι αντιδρά οργισμένα στο αίτημα για ωριαία απουσία λόγω προβλήματος του πατέρα της, Η ζωή στην Ραμάλα χαρακτηρίζεται από την πατριαρχία ορισμένων αραβικών και μουσουλμάνων κοινωνιών (σε ελαφρύτερη εκδοχή: οι γυναίκες στην Ραμάλα ντύνονται όπως στη Δύση), από ταξικές διαφορές με πεποίθηση ανωτερότητας (οι δύο αδελφές αναφέρονται υποτιμητικά σ’ έναν ηλικιωμένο αχθοφόρο ότι θα προσποιόταν τον πατέρα τους για λίγα λεφτά) κι επίδειξη ευζωίας της μεγαλοαστικής και μεσαίας τάξης (που δανείζεται για να ζει άνετα) κι από διαφθορά: “Η χώρα ανήκει  σε λίγους πλούσιους που μας κλέβουν και το ανεχόμαστε. Και σύντομα το Ισραήλ δεν θα μας αφήνει να βγούμε από την Ραμάλα”, λέει η Μάριαμ. Διττή η καταπίεση που βιώνουν οι Παλαιστίνιες: από την ιμπεριαλιστική Ισραηλινή πολιτική στον Παλαιστινιακό λαό κι από την εσωτερική κοινωνικο-οικονομική (“Αν ξυπνούσαν ένα πρωί όλες οι παντρεμένες που ξέρεις κι έβρισκαν 80.000 δολάρια, θα έμεναν με τους άντρες τους;”, ρωτά η Νούρα). Κι όμως, οι ίδιες αναπαράγουν την καταπίεση (ταξικά, ιεραρχικά στην εργασία, στα παιδιά τους όπως η Μάριαμ που επιβάλλει στον γιο της ποια κατεύθυνση σπουδών θα ακολουθήσει). Κι όμως, ενώ αντιδρούν στον άδικο νόμο περί κληρονομιάς, αδιαφορούν για τα νυχτερινά μπλόκα των νεαρών Παλαιστινίων στους Ισραηλινούς…

Η σκηνοθέτιδα είχε δηλώσει: “Πολλοί στην Ραμάλα παρακολουθούν ρεπορτάζ για τη βία των Ισραηλινών εποίκων, γνωρίζουν ότι Παλαιστίνιοι συλλαμβάνονται κι εξαφανίζονται ωστόσο πιστεύουν ότι αυτή η βία παραμένει μακριά τους. Μια κοινωνία διαχωρισμένη πολιτικά και ταξικά αλλά ενωμένη στην άρνηση της πραγματικότητας” (πλέον, το Ισραήλ καταστρέφει υποδομές στην Ραμάλα ενώ οι ακροδεξιοί έποικοι έχουν αυξηθεί). Στην Ραμάλα των απολιτίκ ενηλίκων με τον υλιστικό τρόπο ζωής, η μόνη αντίδραση ενάντια στους Ισραηλινούς που απεικονίζεται, πηγάζει από νέους που τα βράδια στήνουν οδοφράγματα και συγκρούονται με τους εποίκους στους άδειους δρόμους (θα’ λεγες ότι δεν υπάρχει βραδινή κοινωνική ζωή λόγω φόβου για μπλεξίματα με τους Ισραηλινούς) χωρίς να το αποκαλύπτουν στους μεγάλους που τους χαρακτηρίζουν κακομαθημένους, παρτάκηδες, ξενέρωτους: η ενήλικη έλλειψη αυτοεκτίμησης υποστυλώνεται από την απαξίωση της νεανικής ανυπακοής, της νεανικής διαφοροποίησης από τα κοινωνικά πρότυπα.

Η σκηνοθέτιδα είχε δηλώσει ότι πολλές Παλαιστίνιες συζητούν για τα γυναικεία δικαιώματα και την ισότητα των φύλων: ήδη πριν τις 7/10/2023, αυτά τα θέματα στις Παλαιστινιακές κοινωνίες θεωρούνταν μικρότερης σημασίας μπροστά στη διεκδίκηση των καταλυμένων από το Ισραήλ δικαιωμάτων- σήμερα, προφανώς, έχει υποβιβαστεί περισσότερο η σημασία τους: “Πιστεύω ότι δεν μπορούμε να διασπάσουμε το ζήτημα της απελευθέρωσης… Πρέπει πρώτα να απελευθερωθεί ο άνθρωπος ώστε να απελευθερωθεί η χώρα”, δήλωνε η σκηνοθέτιδα- έναν χρόνο μετά την έναρξη της γενοκτονίας στην Γάζα, θα δηλώσει: “Πλέον δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλάμε για ισότητα των φύλων. Μας δολοφονούν κατά χιλιάδες… Ίσως το δικαίωμα στη ζωή να έχει προτεραιότητα… Το θέμα της ταινίας είναι πια πολυτέλεια”. Πρόκειται, ασφαλώς, για πολύ δύσκολη συζήτηση- δεν θα μπορούσε, ωστόσο, να διερευνώνται ακόμα και στις σημερινές συνθήκες, οι δυνατότητες συνέχισης της διεκδίκησης θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων (ταξικής, έμφυλης φύσης) παράλληλα με τους εθνικούς και συλλογικούς αγώνες για την ύπαρξη Παλαιστινιακού κράτους, να διερευνάται η επίπτωση της άμβλυνσής τους πάνω στους Παλαιστινιακούς αγώνες ενάντια στην Ισραηλινή γενοκτονική βία και τους παράνομους εποικισμούς;

Κινηματογραφημένη στη διάρκεια ενός 24ωρου, όσο το περιθώριο που έχουν οι δύο αδελφές να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους, η ταινία μεταδίδει αυτήν την ένταση με έναν σταθερά γρήγορο  ρυθμό χωρίς κορύφωση, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον που διανθίζεται από σατιρικό, λεπτά ειρωνικό χιούμορ: “Βρίσκοντας την ειρωνεία σε όσα συμβαίνουν γύρω σου, μπορεί να είναι θεραπευτικό, αλλιώς μπορεί να τρελαθείς”, δηλώνει η Άμπας. Η πολιτική ματιά είναι υπόγεια καυστική, το ύφος δεν είναι οξύ, καταγγελτικό: “Σκέφτηκα λεπτομερώς πώς να παρουσιάσω την ιστορία χωρίς επιθετικότητα ώστε να εμπλέξω όσο το δυνατόν περισσότερους να παρακολουθήσουν την ταινία μέχρι τέλους, να μπουν στη θέση των δύο γυναικών…”. Οι ερμηνείες των δύο αδελφών- ιδιαίτερα της Χούρι ως Μάριαμ που το εκφραστικό της βλέμμα γίνεται αισθητό κι από μακριά- μεταδίδουν την ένταση ανάμεσά τους αλλά κι ότι βασίζονται στον βιολογικό δεσμό που τις συνδέει. Αν και προς το τέλος το σενάριο ενδίδει σε ορισμένες εύκολες λύσεις, ωστόσο η αφηγηματική ροή, ο χιουμοριστικός τόνος, οι ερμηνείες και η κοινωνικοπολιτική ματιά που αποκτά οικουμενική διάσταση, συμβάλλουν σε μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Smart Search Module