ΜΠΕΡΛΙΝΓΚΟΥΕΡ - Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΠΙΔΑ - Νίκος Παλάτος

Έχοντας αναλάβει τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος από τις αρχές του 1972, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ διαβλέπει ως απαραίτητη λύση για ένα υγιές μέλλον τον απογαλακτισμό από τη «μητέρα» Σοβιετική Ένωση. Ο «Ιστορικός Συμβιβασμός» βρίσκεται προ των πυλών.

Φιλοδοξώντας να λειτουργήσει ως πορτρέτο του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ενός από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ευρωπαϊκής αριστεράς του 20ού αιώνα, ο εξειδικευμένος στα ντοκιμαντέρ Ιταλός σκηνοθέτης Αντρέα Σεγκρέ χρησιμοποιεί για την ταινία του ένα μείγμα αρχειακού υλικού και δραματοποιημένων σκηνών. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται το υλικό του είναι καίριος κι ενίοτε συγκινητικός (ειδικότερα για όσους γνωρίζουν το πολιτικό πεδίο της εποχής εκείνης). Το αποτέλεσμα το οποίο προκύπτει, εν τούτοις, στερείται ρυθμού, συνοχής και (κυρίως) κινηματογραφικής πνοής.

Δίχως να αμφισβητεί στιγμή τη σπουδαιότητα του προσώπου με το οποίο καταπιάνεται, ο Σεγκρέ εστιάζει σε πέντε χρόνια της πολιτικής σταδιοδρομίας του Μπερλινγκουέρ, τα οποία χονδρικά ορίζονται από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή, μέχρι την απαγωγή και δολοφονία του Άλντο Μόρο στα 1978. Μέσα από τα ταξίδια του για συναντήσεις με ομολόγους του στη Σόφια και στη Μόσχα, τις συζητήσεις με τα στελέχη του κόμματός του, αλλά και τις πολλές οικογενειακές στιγμές με τη σύζυγο και τα παιδιά του, προκύπτει η εικόνα ενός μειλίχιου όσο και αποφασιστικού ηγέτη. Η τρανή του επιθυμία για μια δημοκρατική πορεία προς τον σοσιαλισμό (που ως προϋπόθεσή της πρότασσε τη σταδιακή απομάκρυνση από τις αυστηρές νόρμες του ΚΚΣΕ), καθώς και η (φρούδα) ελπίδα του για μία αριστερή ιταλική Κυβέρνηση αποτελούν τις δύο βασικές παραμέτρους του φιλμ. Αν και με όρους ιστορικούς, τα δύο αυτά βασικά σημεία της αφήγησης τίθενται σε αληθοφανείς βάσεις, στους καθαρά κινηματογραφικούς πάσχουν.

Η αιτία ως προς αυτό βρίσκεται στην ατολμία του Σεγκρέ να ξεφύγει από την «ντοκιμαντερίστικη» λογική. Μένοντας πιστός στα γεγονότα και επιθυμώντας (υποθέτω) να κινηθεί σε μία μετριοπαθή γραμμή, αποφεύγοντας εντάσεις κι αποκαλύψεις που πιθανόν να ξυπνούσαν (σύγχρονα) πολιτικά πάθη κι αντιδικίες, ακολουθεί πιστά ένα στόρι το οποίο κινείται σε ευθεία γραμμή, δίχως την κλιμάκωση εκείνη που θα έθετε σκοπούς και κίνητρα υπό καθεστώς (κάποιας) αμφιβολίας. Ο στόχος του «Ιστορικού Συμβιβασμού», που θεωρητικά λειτουργεί (σεναριακά) προς αυτή την κατεύθυνση, παρουσιάζεται μ’ έναν παντελώς άνευρο τρόπο, καταλήγοντας μάλιστα να υποτιμά (ελαφρώς) τον Ιταλό αριστερό ηγέτη.

Η σκηνοθετική ματιά στις ιδιωτικές συνομιλίες του Μπερλινγκουέρ με τον Μόρο και τον Αντρεότι, καθώς οι τρεις τους εξέταζαν τη δυνατότητα να προκύψει χριστιανοδημοκρατική Κυβέρνηση με τη στήριξη της αριστεράς (έπειτα από τον εκλογικό θρίαμβο της τελευταίας στις εκλογές του 1976), μάλλον δεν περιποιεί σπουδαία τιμή στον Γενικό Γραμματέα του ΙΚΚ. Ο Μπερλινγκουέρ παρουσιάζεται πίσω από τις κλειστές πόρτες ως ένας μάλλον αφελής πολιτικός, ο οποίος ναι μεν ήταν πεπεισμένος πως η γραμμή του ήταν η ορθή ώστε να προστατευτεί η Δημοκρατία στην πατρίδα του (ο μακαρίτης φοβόταν πως σε περίπτωση αυτοδύναμης κομμουνιστικής κυβέρνησης οι Αμερικανοί θα προχωρούσαν σε πραξικόπημα λατινοαμερικάνικου τύπου!), όμως, την ίδια ώρα γινόταν παιχνιδάκι στα χέρια των πολιτικών του «αντιπάλων», οι οποίοι δίχως να του παραχωρήσουν κάποιο (ουσιαστικό) αντάλλαγμα, συνέχιζαν ν’ απολαμβάνουν τους καρπούς της εξουσίας.

Μοιάζοντας περισσότερο με προσεγμένο πορτρέτο παρά με κινηματογραφικό βιογραφικό δράμα, το «Μπερλινγκουέρ», αν και διαδραματίζεται σε ιδιαιτέρως βίαιες και ταραγμένες εποχές (για την Ιταλία και όχι μόνο), προκύπτει ως εκ τούτου χαρακτηριστικά ήρεμο και χαμηλότονο. Αποφεύγοντας να πάρει το οποιοδήποτε ρίσκο, το εγχείρημα του Σεγκρέ θυμίζει συχνά ένα νοσταλγικό ταξίδι στα παλιά, κριτικάροντας πλαγίως την αποσύνδεση της σημερινής ιταλικής κοινωνίας με την Ιστορία της (ακόμα και την τόσο πρόσφατη). Το παράδοξο είναι πως κάτι ανάλογο καταλήγει να κάνει και ο ίδιος, μιας και άστοχοι χειρισμοί ή και τυχόν λάθη του Μπερλινγκουέρ δεν αγγίζονται (πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εκτίμησή του για το δημοψήφισμα περί διαζυγίου), χάριν μιας απλουστευμένης σκιαγράφησης της προσωπικότητάς του.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Για ταινία που επιχειρεί να μιλήσει για πολιτική και ηθική, το «Μπερλινγκουέρ» μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων. Παίρνεις σίγουρα μία αρκετά πειστική ιδέα για το ποιος ήταν ο ηγέτης της ιταλικής αριστεράς κατά τη δεκαετία του ’70, αλλά εν πολλοίς οι πληροφορίες εδώ μοιάζουν με ανάγνωση του σχετικού λήμματος της Wikipedia. Το μη ιταλικό κοινό που (εύλογα) δεν θα γνωρίζει σε βάθος πρόσωπα και πράγματα, θα βρεθεί μπροστά σε μία (ίσως) ακατανόητη ονοματολογία. Το γεγονός δεν δυσκολεύει την παρακολούθηση, αλλά αποτελεί μία πραγματικότητα.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module