ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΑ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Φέρνοντας επιρροές από Μπέργκμαν μέχρι Γούντι Άλεν, ο Γιόακιμ Τρίερ συνθέτει ένα αρκετά συνηθισμένο οικογενειακό δράμα, καταφέρνοντας όμως να του δώσει διαστάσεις άλλοτε επικές, άλλοτε μέσα από μια αφήγηση ανάλαφρη που κινείται σαν πούπουλο. Ακολουθούμε τις αδερφές Νόρα και Άγκνες που επανενώνονται ύστερα από καιρό με τον αποξενωμένο πατέρα τους, τον άλλοτε θρυλικό σκηνοθέτη Γκούσταβ ο οποίος έχει να κάνει ταινία 15 χρόνια.

Ο Γκούσταβ έχει έτοιμο ένα νέο σενάριο στο οποίο θέλει να παίξει η Νόρα, η οποία είναι με τη σειρά της επιτυχημένη θεατρική ηθοποιός (με επιτυχία και στην τηλεόραση). Η ιστορία κι ο χαρακτήρας του σεναρίου έχουν ξεκάθαρα σχέση με την ταραγμένη και συχνά ανείπωτη οικογενειακή ιστορία τους, που είναι γεμάτη τραύμα και αποξένωση, σιωπές και θάνατο.

Η Νόρα θα αρνηθεί τον ρόλο, εμβρόντητη που ο πατέρας της θα τολμούσε καν να της προτείνει κάτι τέτοιο εμφανιζόμενος σαν από το πουθενά. Στη διάρκεια όμως μια ρετροσπεκτίβας του έργου του σε ένα φεστιβάλ, μια χολιγουντιανή σταρ θα δει την τελευταία ταινία του Γκούσταβ και θα τρελαθεί, κι έτσι θα κυνηγήσει τη συνεργασία μαζί του. Όταν εκείνη αναλάβει τον ρόλο που ο Γκούσταβ είχε γράψει για την κόρη του, θα λειτουργήσει άθελά της ως καταλύτης για να μπορέσει η δυσλειτουργική αυτή οικογένεια να εξερευνήσει τις αποστάσεις της.

Ο Τρίερ συνθέτει μια αφήγηση που μεταπηδά από το ένα μεμονωμένο επεισόδιο/κεφάλαιο στο άλλο, χωρίς να τρώει χρόνο, χωρίς να περισσεύει ούτε γραμμάριο λίπους στην ιστορία του. Είναι μια ιστορία μόνο με τα ζουμερά κομμάτια, αυτά που σημαίνουν κάτι, ή αυτά που έχουν το ρόλο του διασκεδαστή απέναντι στο κοινό – η κωμωδία είναι παρούσα στο φιλμ, με πολλές πραγματικά αστείες σκηνές (όταν ο Γκούσταβ κάνει δώρο στον ανήλικο εγγονό του μερικά κινηματογραφικά διαμάντια α λα “Δασκάλα του Πιάνου” βέλαξε η αίθουσα στο γέλιο).

Πολλά ιντερλούδια μας παρουσιάζουν σημαντικά κομμάτια της ιστορίας της οικογένειας, σε μια αφήγηση που φαινομενικά έρχεται από τον ουρανό ή ίσως ακόμα και από το ίδιο το σπίτι της οικογένειας, πανταχού παρόν, ακλόνητο στο πέρασμα των δεκαετιών, σκηνικό αληθινής τραγωδίας όπως και της φιξιόν ανασύστασης που επιδιώκει ο Γκούσταβ. Είναι αυτό που λένε: Οι άντρες θα προτιμήσουν να σκηνοθετήσουν μια ολόκληρη ταινία στο σπίτι που έζησαν την τραγωδία της ζωής τους, αντί να πάνε για θεραπεία.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία τραύματα εξερευνώνται και επουλώνονται, δεσμοί θρυμματίζονται και ενισχύονται. Είναι όλο απολαυστικά παρακολουθήσιμο, και σε αυτό βοηθούν κι οι θαυμάσιες ερμηνείες από το σύνολο του καστ, από τις κόρες Ρενάτε Ράινσβε και Ίνγκα Λιλέας, μέχρι την Ελ Φάνινγκ σε έναν δύσκολο ρόλο ως στάρλετ-«εισβολέα», και μέχρι πάνω από όλα έναν σιωπηλά συνταρακτικό Στέλαν Σκάρσγκαρντ ως πάτερ-φαμίλια.

Ο Σκάρσγκαρντ κουβαλά τον μασκαρεμένο πόνο, τα περασμένα τα χρόνια, τις διαγενεακές βουβές πληγές, καθώς κινείται μέσα σε έναν (οικιακό) χώρο που αποκτά χαρακτήρα ακριβώς χάρη στο πώς αυτός ο φανταστικός (αντι)ήρωας αλληλεπιδρά μαζί του. Θα χαρώ πάρα πολύ να τον δω να κερδίζει το Όσκαρ φέτος.

Αν αυτά ακούγονται όλα αψεγάδιαστα, τότε ναι, είναι πολύ κατανοητή η συλλογικά σαρωτική θετική αντίδραση που συνάντησε η ταινία. Το πρόβλημα που έχω με μια τέτοια περίπτωση είναι ακριβώς αυτή η τόσο λεία, τριμαρισμένη αφήγηση που ξεκινά από το σκοτάδι του Μπέργκμαν και καταλήγει σε κάτι τρομερά τετραγωνισμένο, σαφές και «καθαρά» λυμένο, λες και είναι Σπίλμπεργκ. (Όχι τυχαία, κάπου διάβασα μια σύνδεση της “Συναισθηματικής Αξίας” με το “Fabelmans” –θα πρότεινα πως το ίδιο το Fabelmans είναι απείρως πιο ψυχολογικά περίπλοκο, messy και ενδιαφέρον.)

Ο δε τρόπος που χρησιμοποιείται στην πλοκή η ύπαρξη της χολιγουντιανής σταρ, μου διαβάζει ως κάτι το εξαιρετικά υπολογισμένο (τα κινηματογραφικά in-jokes και η εκτεταμένη χρήση της αγγλικής γλώσσας κάνουν το φιλμ απείρως πιο ευπώλητο), ειδικά από τη στιγμή που εν τέλει καταλήγει να αποσπά από το ζουμί και την καρδιά της ιστορίας που δεν είναι άλλη από τη σχέση του Γκούσταβ με την κληρονομιά του, το σπίτι του, την οικογένειά του.

Υπάρχει μια εν δυνάμει συνταρακτική ταινία κρυμμένη μες στη “Συναισθηματική Αξία”, πάνω στην ασφάλεια (και το σκοτάδι) του να αγαπάς μέσα από την ασφάλεια της απόστασης, και του να κρατάς τον εαυτό σου προστατευμένο από τις ακανθώδεις αλήθειες, αλλά ο Τρίερ προτιμά –υπολογισμένα– να δημιουργήσει μια πιο ασφαλή και λεία εκδοχή του φιλμ. Αντίστοιχο είναι και το βασικό πρόβλημα που είχα με τον “Χειρότερο Άνθρωπο του Κόσμου”– έχουμε εδώ έναν από ό,τι φαίνεται χαρισματικό αφηγητή, που ξανά και ξανά χάνει το κέντρο και την οξύτητα της ίδιας του της ιστορίας.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module