Η Αλίς, η Ζοάν και η Ρεμπεκά είναι καλύτερες φίλες, όμως, τα αισθηματικά τους είναι ιδιαιτέρως μπερδεμένα. Η πρώτη επιθυμεί να νιώθει ασφαλής, η δεύτερη διαθέτει ψυχρή λογική, η τρίτη είναι έξω καρδιά. Η κρυφή σχέση που η μία διατηρεί με τον σύζυγο της άλλης περιπλέκει τα πράγματα… ή μήπως όχι και τόσο;
Σημείωνα στο κείμενο για το «Αυτά που Λέμε κι Αυτά που Κάνουμε» (2020), το προ-προηγούμενο φιλμ του Εμανουέλ Μουρέ που διανεμήθηκε στις ντόπιες αίθουσες (ακολούθησε «Το Χρονικό ενός Εφήμερου Έρωτα»), πως έμοιαζε λες και ο Γάλλος auteur «…ανακάλυψε κάποιο χαμένο draft της… Τζέιν Όστεν, επιθυμώντας να γυρίσει μια σύγχρονη ταινία ωσάν φόρο τιμής στον αγγλικό ρομαντισμό του 19ου αιώνα, αδιαφορώντας όμως για το γεγονός πως όσα αφηγείται στερούνται σύνδεσης με τη σύγχρονη πραγματικότητα». Και συμπλήρωνα πως, «ως αποτέλεσμα τούτου, το φιλμ ξεκινά με έντονες επιρροές από το σινεμά του Γούντι Άλεν και του Ερίκ Ρομέρ, για να καταλήξει να θυμίζει φάρσα, αφού η αλληλουχία των απίθανων συμπτώσεων δεν αφήνει και πολλές περί του αντιθέτου σκέψεις, με τη διαφορά πως οι ηθοποιοί δεν καταφεύγουν σε slapstick τεχνικές, παρά εμφανίζονται εντελώς σοβαροί στους ρόλους τους».
Με τούτες τις «Τρεις Φίλες» δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα από τότε, με τη διαφορά πως η Τζέιν Όστεν έχει αντικατασταθεί από το… «Sex and the City»! Ή τουλάχιστον παλεύει ν’ αντικατασταθεί, καθώς οι τέσσερις Νεοϋορκέζες φιλενάδες της αμερικανικής TV series χρησιμοποιούσαν γλώσσα που δεν κώλωνε μπροστά σε τίποτα, σε αντίθεση με την τριάδα των δασκάλων από τη Λιόν, οι οποίες ενώ κερατώνουν και κερατώνονται με χαρακτηριστική άνεση, ομιλούν και συμπεριφέρονται ωσάν τριάδα δασκάλων από τη Λιόν… των αρχών του περασμένου αιώνα!
Το ατελείωτο ερωτικό γαϊτανάκι που στήνεται ανάμεσα στις τρεις φίλες ακολουθεί τη δοκιμασμένη από τον σκηνοθέτη λογική της σύμπτωσης και του πόθου για τον «απαγορευμένο» πλησίον σου, θέτοντας τις ηρωίδες προ μίας μόνιμης όσο και ποικίλης εναλλαγής ερωτικών ενθουσιασμών κι απογοητεύσεων. Βυθισμένες σταθερά σ’ ένα συναισθηματικό χάος, η Αλίς, η Ζοάν και η Ρεμπεκά βρίσκουν πάντα τρόπους να δημιουργούν ερωτικά προβλήματα στους εαυτούς τους, συζητώντας αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτά, ενώ κατά τα λοιπά δεν φαίνεται να περνούν κάποιο ιδιαίτερο ζόρι στις ζωές τους. Οι δύο παντρεμένες πρώτες φοβούνται πως πλέον δεν αγαπούν και τόσο τους συζύγους τους, ψάχνοντας διαρκώς τρόπους ώστε να βρουν την ενδεδειγμένη λύση (στην περίπτωση της Ζοάν, η εύρεσή της τής δημιουργεί σταδιακά σοβαρότατες τύψεις), ενώ η τρίτη της παρέας και ελαφρώς χύμα Ρεμπεκά, που είναι μάλλον υπαίτια για τα συζυγικά θέματα της κολλητής της Αλίς, μιας κι έχει σχέση… με τον άντρα της, μοιάζει να έχει συμβιβαστεί πως θα αποτελεί αιωνίως τη «δεύτερη» επιλογή.
Θυμίζοντας έντονα το γουντιαλενικό ύφος του «Η Χάνα και οι Αδελφές της» (1986), το φιλμ δείχνει (αρχικά) διάθεση ν’ ακολουθήσει δρόμους σαρκαστικούς σε ό,τι έχει να κάνει με το παιχνίδι του έρωτα (βοηθά σημαντικά σ’ αυτό το μπρίο της Σαρά Φορεστιέ). Σταδιακά, εν τούτοις, βαλτώνει σε καταστάσεις που όταν δεν μοιάζουν παράλογες (το όνειρο της Αλίς με το άγνωστο τηλεφωνικό νούμερο, το οποίο καλεί την επομένη…), τείνουν αφενός προς τον μελοδραματισμό (το φάντασμα του νεκρού συζύγου…), αφετέρου προς τα ΒΙΠΕΡ (η όλη φάση με τον αναπληρωτή δάσκαλο και τον φίλο του…). Οι συζητήσεις δίχως σταματημό, οι διαπραγματεύσεις, τα μυστικά και τα ψέματα, αποκαλύπτουν ζεύγη που σπάνια είναι συντονισμένα στο ίδιο μήκος κύματος συναισθηματικά, διατηρώντας παράλληλα το ιδιόρρυθμο γνώρισμα της απουσίας πηγαίου ρομαντισμού. Το ερωτικό χάος της κολλητής τριπλέτας φέρει πλήθος ανατροπών, όμως, αντί η χρήση των app να έχει κάτι το σύγχρονο, καταλήγει να κλείνει το μάτι στο «Σχολείον Έρωτος» (1950) του Μαξ Οφίλς! Η λεπτομέρεια είναι πως εκείνο, αν και διαδραματιζόταν στη Βιέννη του 1900, έδειχνε πολύ πιο ζωντανό στην αλληλουχία της άπιστης αγάπης από… τη Λιόν του 2024!
ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Αν έχεις υπόψη σου τα προηγούμενα του Εμανουέλ Μουρέ, ξέρεις ακριβώς τι να περιμένεις από το rendez-vous σου με τις «Τρεις Φίλες». Η επιτομή του «γαλλικού αισθηματικού δράματος», με πολύ μπλα μπλα, άλυτα ερωτικά προβλήματα, λίγο γέλιο, λίγο δάκρυ και… αρκετή πλήξη. Δεν υστερεί σε τίποτα από το «Αυτά που Λέμε κι Αυτά που Κάνουμε» (μη σου πω πως στα σημεία υπερτερεί ελαφρώς), εκείνο όμως είχε σαρώσει τις υποψηφιότητες στα τότε César, ενώ τούτο αγνοήθηκε παντελώς. Μέγα το μυστήριο του έρωτος, αλλά και των βραβεύσεων!
Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr
