Θα είχε δεδομένο ενδιαφέρον το πώς ανανεώνεις την αστεία και τρομερά αιχμηρή μαυρίλα του “Πόλεμου των Ρόουζ” στο σήμερα, όταν τόσα έχουν αλλάξει στον τρόπο που κοιτάζουμε (και αναλύουμε) τις σχέσεις και στον τρόπο που απεικονίζουμε (και προσεγγίζουμε) τη βία. Όμως μέσα στην υπερβολή μιας συνθήκης που φέρνει ένα ζευγάρι να προσπαθεί κυριολεκτικά να σκοτώσει ο ένας την άλλη, υπάρχουν πολλά περιθώρια για ξεκαρδιστική κωμωδία αλλά και για ένα είδος χιούμορ που μπορεί να σου επιτεθεί, ως θεατή.
Η νέα διασκευή της ιστορίας διαθέτει πολλές αστείες στιγμές και μπόλικη οργισμένη επιθετικότητα ανάμεσα στα δύο μέλη ενός παντρεμένου ζευγαριού που έχουν δει κάθε τους μικροσκοπική, ανείπωτη, καταπιεσμένη κακή σκέψη να έχει γιγαντωθεί σε ένα ασυγκράτητο τέρας. Στο σενάριο ο Τόνι ΜακΝαμάρα (“Η Ευνοούμενη”, “Poor Things”) φέρνει μια σπιρτόζικη αιχμηρότητα κι έναν τρόπο να αποτυπώνεται το μαύρο χιούμορ σχεδόν με όρους αναρχικού καρτούν.
Όμως ο Τζέι Ρόουτς (“Όστιν Πάουερς”, “Meet the Parents”, καθώς και μπόλικες βραβευμένες πολιτικές τηλεταινίες του ΗΒΟ) δεν είναι Γιώργος Λάνθιμος (ούτε και Ντάνι Ντε Βίτο – ο σκηνοθέτης του ορίτζιναλ) και δεν έχει τρόπους να αναδείξει το σκοτεινό χιούμορ σε κάτι αληθινά προκλητικό ή αντισυμβατικό. Κινηματογραφεί με μια αισθητική μονοτονία απαλών αποχρώσεων, δίχως ποτέ να υπογραμμίζει τίποτα, δίχως μια “ανάποδη” οπτική σαν αυτή που έδινε στις ταινίες του Λάνθιμου ένα μοναδικά αρρωστημένο τύπο χιούμορ.
Την ταινία τη σηκώνουν οι πρωταγωνιστές, και δεν είναι καθόλου αμελητέο αυτό. Μπένεντικτ Κάμπερμπατς και Ολίβια Κόλμαν εξερευνούν με φροντίδα την απότομη αλλαγή ισορροπιών στην δυναμική ισχύος του ζευγαριού που γεννά εγωισμούς και καταπιεσμένα “θέλω”. Οι δυο εξαιρετικοί ηθοποιοί ξέρουν πώς να ζωντανέψουν το φιλμ χωρίς να χάσουν την σύνδεσή τους με την ανθρωπιά των χαρακτήρων τους, κι αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό από όλα – με την καλή έννοια!
Δε θα περάσει κανείς άσχημα με την ταινία, καθώς οι ηθοποιοί, το σενάριο, το αρχικό υλικό και μπόλικες επιμέρους αστείες σκηνές οδηγούν σε έν ντε φάκτο επίπεδο αξίας και διασκέδασης. Αλλά νιώθεις πως υπάρχουν κάποιες σκοτεινές γωνίες στις οποίες δε θέλησε ή δε μπόρεσε να φτάσει – και κατά συνέπεια, είναι κι ένα φιλμ κατώτερου του έτσι κι αλλιώς διάσημου προκατόχου του.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
