WEAPONS - Ηρακλής Καραμπάτος

Μια νύχτα, στην Pennsylvania, εκεί δηλαδή που πήγανε να «στείλουν» τον Τραμπ, δεκαεπτά παιδιά, αντί να ψοφολογάνε στα κρεβάτια τους, παίρνουν τους δρόμους παριστάνοντας τους πυραύλους τόμαχοκ που έριχνε ο Μπαράκ Ομπάμα  στο Ιράκ και το Πακιστάν (είχε πάρει το Νόμπελ Ειρήνης―γιουχάρετε). Oι γονείς των παιδιών, εξοργίζονται όταν εξαφανίζονται τόσο απροσδόκητα οι κανακάρηδες και οι κανακαρές τους και μεταβιβάζουν τις ευθύνες τους στην ―κάτι μεταξύ συντάκτριας στη Lifo και χίπστερ― δασκάλα των παιδιών.

Το έργο χωρίζεται σε έξι διηγηματικούς κύκλους που συνδέονται μεταξύ τους στο τέλος (βλ. Magnolia, 1999): Αυτόν της δασκάλας, του μπάτσου που τη μπαλαμουτιάζει, ενός από τους χαροκαμένους γονείς που παριστάνει τον ντετέκτιβ, του διευθυντή του σχολείου, ενός πρεζονιού και, τέλος, του μοναδικού μαθητή που δεν αγνοείται από ολόκληρη την τάξη. Ο συγκερασμός των ιστοριών στο τέλος μας δίνει τελικά ένα απροσδόκητα όμορφο αποτέλεσμα. Υπάρχει δηλαδή αυτό το στοιχείο της ―όχι ρασομονικής― αλλά μη γραμμικής αφήγησης της ταινίας, όπου ναι μεν αφήνει λίγα πράγματα στη φαντασία μας, αλλά που επιτυγχάνει μία αρμονική σύνδεση δε και κυρίως δίχως να γίνεται φλύαρο, αφού οι πρώτες δύο ιστορίες ενέχουν στοιχεία θρίλερ, περνώντας στις πιο καλαμπουριάρικες (τρίτη και τέταρτη), καταλήγοντας στις πιο σκοτεινές (πέμπτη και έκτη).

Οι συμβολισμοί στο φιλμ είναι ενδιαφέροντες και σχετίζονται με τις σύγχρονες παθογένειες της Αμερικής, εκείνης της περιοχής του κόσμου όπου οι άνθρωποι πετούν το χαρτί υγείας στη λεκάνη: σχολιαρόπαιδα χάνονται, ενδοοικογενειακή βία, όπλα (εξού και ο τίτλος) και μία ωραία σύνθεση από φυλακτά και μαγικά φίλτρα, όχι σε δάση και ξύλινες καλύβες, αλλά μέσα σε μία σύγχρονη αστική περιοχή. Ο βασικός ανταγωνιστής του φιλμ θυμίζει περισσότερο αρλεκίνο, έναν θηλυκό Pennywise που τρέφεται από μικρά παιδιά που τα κλειδώνει στο υπόγειο για να αρματωθεί (έχει ένα βίτσιο ο σκηνοθέτης με τα υπόγεια, βλ. Barbarian, 2022). Γενικά, πλάθουν όμορφα τους villains σήμερα και στο εν λόγω φιλμ έχουμε μία καλά πλασμένη τέτοια φιγούρα, η οποία είναι η θεία της μάνας του παιδιού, η Gladys. Συγκεντρώνει τα παιδιά, τα υπνωτίζει και τα ταΐζει κομπόστα… υπάρχει χειρότερο από αυτό; Ναι: το μουρουνέλαιο που έδιναν σε εμάς. Αυτά, υπνωτισμένα, αντί να της την πετάξουν στα μούτρα ή να βάλουν τα κλάματα, την τρώνε. Στο τέλος, (spoiler alert) το φιλμ μετατρέπεται σε Γερμανική σάγκα, αφού τα παιδάκια, η υποστασιοποίηση της αθωότητας, καταλήγουν να μας δείξουν και λίγο από την κτηνώδη φύση τους και της κάνουν ό, τι δεν πρόλαβαν να κάνουν οι Χάνσελ και Γκρέτελ στο παραμύθι αυτών των ανώμαλων Γερμανών, των αδελφών Γκριμ: την τρώνε (δυστυχώς χωρίς την επίβλεψη του G. Ramsay). Πολύ διασκεδαστικό, δύσκολο ως σύλληψη, αλλά εύκολο στην κινηματογράφηση.

Ηρακλής Καραμπάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Kontra News

Smart Search Module