Ολοφάνερο, ότι το έργο του Ακίβα Σάφερ δεν ξεπέρασε τη συνολική ποιοτική κληρονομιά των προϋπαρχουσών τριών ταινιών. Επίσης ολοφάνερο όμως, πως το τωρινό έργο σεβάστηκε αυτή την ασυνήθιστη κληρονομιά. Νικά τη σοβαροφάνεια και τελικά προκαλεί ευχαρίστηση στον θεατή. Εκείνον τον θεατή που ξέρει, τι ακριβώς πήγε να δει όμως!
Ενδιαφέρουσα και έντιμη ταινία ανανέωσης του δυναμικού κωμικού εγχειρήματος “Τρελές Σφαίρες.” Πράγματι, κατορθώνει να μιλά επιτυχώς τη γλώσσα της Κωμικότητας, μέσα από το παροντικό (αρκούντως διαπεραστικό και ποσοστιαία δικό της) χιουμοριστικό διαλεκτικό-οπτικό αποτέλεσμα.
Εξάλλου, όταν το υποσχόμενο τρελό ερωτικό δίδυμο, Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ (Λίαμ Νίσον) και Μπεθ Ντάβενπορτ (Πάμελα Άντερσον) αλληλοσυμπληρώνεται, τότε όλα πλέον ανήκουν στη σφαίρα της επιτυχημένης κωμικής ανανέωσης.
Ανάλυση
Απαραίτητη Εισαγωγή...
Σε ό,τι αφορά την κινηματογραφική ιστορία των ταινιών “Τρελές Σφαίρες”, το πράγμα έχει κάπως έτσι... Όλα ξεκίνησαν κάποτε το 1982 από την προηγηθείσα τηλεοπτική σειρά “Police Squad” των Τζέρι Ζούκερ, Ντέϊβιντ Ζούκερ και Τζιμ Άμπραχαμς. Αυτή, αν και χιουμοριστικά επιτυχημένη, φέροντας απενοχοποιημένη διαπεραστική όσο και ανάλαφρη φύση αστείων συνάμα, δυστυχώς δεν αναγνωρίστηκε τότε με επιτυχία από το αμερικάνικο κοινό (εννοώντας, από άποψη τηλεοπτικής απήχησης). Και σταμάτησε, περίπου στα έξι επεισόδια. Όμως ο ανεπανάληπτος πρωταγωνιστής Λέσλι Νίλσεν, είχε ήδη βαδίσει στο σημαντικό του διαχρονικό κωμικό μονοπάτι. Στο ρόλο του αλλοπαρμένου Ντετέκτιβ, Φρανκ Ντρέμπιν. Ενώ η απόλυτη μεταστροφή του από δραματικό ηθοποιό σε μέντορα της Κωμωδίας είχε ήδη πραγματοποιηθεί με τον ρόλο του Dr. Ρούμακ μέσα από την ταινία “Airplane” (1980), επίσης των Τζέρι Ζούκερ, Ντέϊβιντ Ζούκερ και Τζιμ Άμπραχαμς.
Η περσόνα του Φρανκ Ντρέμπιν από το τηλεοπτικό “Police Squad” (1982) είχε όμως κάτι το ιδιαίτερο...Όπως και το όλο κωμικό κλίμα. Έτσι σε βάθος χρόνου, δικαίως με ένα πανίσχυρο comeback, εμφανίστηκε αργότερα ο καλλιτεχνικός μετασχηματισμός. Διαμέσου της επιτυχημένης κινηματογραφικής Τριλογίας “Τρελές Σφαίρες” ή αλλιώς “The Naked Gun” (“The Naked Gun: From the Files of Police Squad” το 1988, “The Naked Gun 21/2: The Smell of Fear” το 1991 και τέλος, “Naked Gun 331/3: The Final Insult” το 1994). Η επιτυχία πλέον αφορούσε τόσο τις εισπράξεις από τα εισιτήρια στα “σπασμένα” ταμεία των κινηματογραφικών Αιθουσών (σε ΗΠΑ, αλλά και συνολικά σε παγκόσμιο επίπεδο θεατών), όσο και τις θετικές κριτικές ματιές (σε αμερικάνικο έδαφος, κυρίως)…
Τι ακριβώς ήταν όμως, εκείνο το εκρηκτικό μίγμα επιτυχημένων ταινιών; Με λίγα λόγια: Ακραία, μα περιέργως παράλληλα κοντρολαρισμένη, Παρωδία προβολής της διαδικασίας μιας αστυνομικής έρευνας, σαν αποτέλεσμα. Κωμικότητα, που υπηρετεί την παγκόσμια γλώσσα της ίδιας της Κωμωδίας με διμορφική γέφυρα επικοινωνίας για το κοινό, σαν βάση. Και σαν επιμέρους στοιχεία συνδεσιμότητας ακολουθούσαν, η Λογική του Παραλόγου, πονηροί ή αθώοι συνειρμοί, εικονοποιημένες παρομοιώσεις και αντιφατικές παρεξηγήσεις, λογοπαίγνια, υπερβολές, απλοποιήσεις κτλ. Τέλος, υπήρχε μεν πάντοτε και μια πολιτική αναφορά των πραγμάτων. Αλλά αυτή ήταν σαν την αυστηρώς οριοθετημένη σαντιγί δίχως καν κερασάκι, στο σερβιρισμένο γλυκό της εκάστοτε γευστικής Κωμωδίας (if You know what I mean).
Γενικώς…
Τώρα λοιπόν, ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Ακίβα Σάφερ παρουσιάζει μια έγκυρη ανανέωση των γνωστών ταινιών “Τρελές Σφαίρες.” Με την ίδια φιλοσοφία. Ίδια κινηματογραφική δισυπόστατη βάση (*δύο άξονες ανάπτυξης-επικοινωνίας, όπως θα δούμε παρακάτω). Καθώς και ίδια ορατή ταυτότητα κωμικής νοηματικής απόδοσης, σαν επιμέρους στοιχεία. Τι τα συνδέει; Πάλι το αποτέλεσμα. Η ακραία/κοντρολαρισμένη Παρωδία αστυνομικής έρευνας, “εκ των έσω.” Οπότε στην πραγματικότητα, αυτό που έχουμε να συζητήσουμε για τούτη την ενδιαφέρουσα και έντιμη ταινία ανανέωσης του δυναμικού κωμικού εγχειρήματος “Τρελές Σφαίρες” (“The Naked Gun”, 2025), δεν είναι ούτε το αν αυτή σεβάστηκε την κληρονομιά των ιερών κωμικών κατακτήσεων των προκατόχων της, μα ούτε και το αν την ξεπέρασε. Διότι αυτά τα συμπεράσματα, βγαίνουν γρήγορα και ξεκάθαρα.
Προσέξτε, δεν μιλώ περί Box Office όμως τώρα. Αναφέρομαι, μόνο στο δημιουργικό ή μάλλον καλύτερα μόνο στο έξυπνα διασκευασμένο κινηματογραφικό κομμάτι. Ας το δούμε αντίστροφα. Είναι ολοφάνερο, ότι δεν ξεπέρασε τη συνολική ποιοτική κληρονομιά των τριών προϋπαρχουσών ταινιών. Διότι πολύ απλά, παλιότερα υπήρχε η Πρωτοτυπία εκείνης της Κωμικότητας που υπηρετεί την ίδια την Κωμωδία (και όχι η τωρινή = μεταγενέστερη επέκταση ταινίας με όμοια πυρηνική Αισθητική Κωμωδίας, διαμέσου της συνέχισης ενός προσχηματισμένου μοτίβου αστείων). Είναι επίσης ολοφάνερο όμως, το γεγονός πως το τωρινό έργο σεβάστηκε αυτή την ασυνήθιστη κληρονομιά. Καθότι πράγματι, κατορθώνει να μιλά επιτυχώς τη γλώσσα της Κωμικότητας, μέσα από το παροντικό (αρκούντως διαπεραστικό και ποσοστιαία δικό της) χιουμοριστικό διαλεκτικό-οπτικό αποτέλεσμα.
Επομένως εδώ, ουσιαστικά, έχουμε να συζητήσουμε τμηματικά για τον πυρήνα της καινούργιας ταινίας. Το προσχηματισμένο αστείο μοτίβο δεν αλλάζει. Δηλαδή ναι, παρομοίως με τις παλιότερες, στην καινούργια ταινία υπάρχουν σταθερά *δύο κινηματογραφικοί άξονες ανάπτυξης-επικοινωνίας του έργου για το κοινό. Πιστέψτε με, είναι πολύ πιο απλό, από όσο ακούγεται. Ο πρώτος άξονας, αφορά μια υποτυπώδη υπόθεση σεναρίου, με τη δική της ροή. Την -ας το πούμε- “εθιμοτυπική” κινηματογραφική ροή σεναρίου. Ενώ ο δεύτερος άξονας, αφορά ένα αυτόνομο σύμπαν αλυσιδωτών αστείων. Εδώ μπαίνει στο επίκεντρο ο Ντετέκτιβ Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ πλέον, μαζί με τα ανάλογα κοντινά του πρόσωπα.
Τι το ιδιαίτερο συμβαίνει στον πρώτο άξονα της τωρινής ταινίας; Συγκριτικά μιλώντας επί του θέματος, μεταξύ παλιών τριών ταινιών και τέταρτου καινούργιου έργου “Τρελές Σφαίρες”, εδώ παρατηρείται μια ωφέλιμη αλλαγή από τους νέους σεναριογράφους, Νταν Γκρέγκορ, Νταγκ Μαντ και Ακίβα Σάφερ. Μια βελτίωση, που φέρνει την ταινία σε πλεονεκτική θέση. Ποια είναι αυτή; Μα φυσικά, το γεγονός ότι απλοποιείται οργανωμένα το σκοπίμως σοβαροφανές, σκοπίμως υποτυπώδες, μοτίβο σεναρίου. Και έτσι αποκτά καλή ροή, συνοχή, άρα και απτή υπόσταση. Γίνεται ευδιάκριτο. Εδώ εμφανίζεται η απλή, κατανοητή και ρέουσα υπόθεση σεναρίου. Έτσι, ο πρώτος άξονας δεν απαξιώνεται από τον θεατή. Η υπόθεση λειτουργεί καλά και παραμένει στη μνήμη του, έστω και σαν εφεδρική φύση σεναρίου. Ας το δούμε στην πράξη πιο συγκεκριμένα, εξετάζοντας το τωρινό έγκλημα...
Το δόλιο σχέδιο υποταγής-κατάκτησης του Κόσμου από τον ευκατάστατο “κακό της υπόθεσης”, Ρίτσαρντ Κέϊν, ώστε να ανέλθει μέσα από τα συντρίμμια του παλιού Κόσμου μόνο μία δική του προστατευμένη, ειδική νέα ελίτ. Αυτή των πλουσίων. Όλο αυτό ενδέχεται να γίνει, επειδή θα χρησιμοποιηθεί μία ειδική συσκευή που αποκτηνώνει εγκεφαλικά τους (ανυποψίαστους) καθημερινούς ανθρώπους, ώστε εκείνοι να σκοτωθούν μεταξύ τους. Καθότι τούτη η συσκευή θα τους επαναφέρει σε μια πρωτόγονη κατάσταση. Ο δε “καλός της υπόθεσης”, Ντετέκτιβ Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ, “σκαλίζει” τα δεδομένα και έτσι έχουμε εξέλιξη. Απλό και κατανοητό. Στον αντίποδα, δυστυχώς όμως υπάρχει και ένα μειονέκτημα της νέας ταινίας σε σημαντικό σημείο. Η σεναριακή αυτή παράμετρος, δηλαδή της προσομοιάζουσας “ρυθμισμένης” εγκεφαλικής ύπνωσης των ανθρώπων, φαίνεται να αντιγράφει πονηρά κάπως την πρώτη ταινία “Τρελές Σφαίρες” του 1988.
Ο δεύτερος άξονας όμως μας ενδιαφέρει πολύ περισσότερο, εφόσον αποτελεί σαφέστατα (και εδώ) τον πραγματικό πρωταγωνιστή για την καρδιά του θεατή! Περιλαμβάνει το ανεξάρτητο σύμπαν των ενωθέντων εκρηκτικών αστείων. Ο διάδοχος Ντετέκτιβ, Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ, σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος τούτου του άξονα. Αυτό το σύμπαν περιπλέκεται και απορροφά μαζί την προσοχή της σκηνοθεσίας, του μοντάζ, του θεατή και φυσικά, των πρωταγωνιστών. Εδώ λοιπόν βρίσκεται το όποιο καλλιτεχνικό ζουμί! Διότι αυτή την εικόνα/αύρα θα συγκρατήσει στο μυαλό του καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου και ο θεατής, σαν επικράτηση σεναριακών πράξεων. Αυτή είναι η πραγματική γέφυρα αναψυχής και κωμικής χαλάρωσης, η οποία θα τον ταξιδέψει! Η γέφυρα των αστείων και οι πυλώνες της. Άρα, εάν είναι όντως αστεία η εν λόγω γέφυρα, τότε όλα βαίνουν καλώς.
Αν πάλι όχι, τότε το έργο καταρρέει και αποτυγχάνει. Σενάριο, σκηνοθεσία και μοντάζ θα ρύθμιζαν τους δύο άξονες. Όντως, η πλειονότητα των αστείων εδώ είναι επιτυχημένη. Νικά τη σοβαροφάνεια και τελικά προκαλεί ευχαρίστηση στον θεατή. Εκείνον τον θεατή που ξέρει, τι ακριβώς πήγε να δει όμως! Εδώ πέρα δεν θα γίνεις ποτέ σνομπ, ούτε και θα παριστάνεις τον λόγιο “νομοθέτη” που ορίζει καλλιτεχνικά το μέτρο του Χιούμορ! Σαφώς, υπάρχουν λίγες κακές ή και μέτριες -όχι ακριβώς χιουμοριστικές- στιγμές μέσα στην ταινία. Στην πρώτη περίπτωση, η μεταμφίεση του Φρανκ Ντρέμπιν σε μαθήτρια δημοτικού είναι επιεικώς κακή στιγμή. Η δε απομονωμένη οπτική παρεξήγηση, κατά το μαγείρεμα γαλοπούλας στο σπίτι του Φρανκ Τζούνιορ από την Μπεθ και τον ίδιο, ενόσω τους κοιτά μέσα από κιάλια με υπέρυθρες ένας εχθρός, δυστυχώς, φλερτάρει με τη μετριότητα. Σαν μίμηση ταινιών του “Όστιν Πάουερς.” Και μάλιστα, τολμώ να πω, ότι εδώ έγινε και λίγο χειρότερη η οπτική παρεξήγηση.
Η πλειονότητα των αλυσιδωτών αστείων όμως διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα Κωμικότητας. Εξάλλου, αυτό αποδεικνύεται εμπράκτως, ενόσω εξελίσσεται η ταινία. Πολλές φορές. Όταν δημιουργείται εκρηκτικό αστείο στο φόντο της σκηνοθεσίας, σε τυπική αστυνομική σύλληψη (φωτογράφηση κομπάρσου μακρυμάλλη στο αστυνομικό τμήμα, λες και εκείνος βγαίνει αεράτος σε εξώφυλλο περιοδικού). Όταν υπάρχει κοινωνικό σχόλιο με την αγνή ματιά του Χιούμορ για τον Ο. Τζ. Σίμπσον (για τη συσχέτιση της περσόνας του με τις παλιές ταινίες και την πραγματική του ζωή). Όταν διακρίνεται εύστοχα αιχμηρό, πολιτικοκοινωνικό και αντιρατσιστικό σχόλιο, για τις φυλετικές διακρίσεις της αμερικανικής αστυνομίας (ο Ντρέμπιν Τζούνιορ θυμόταν ονομαστικά -ίσως- τον μοναδικό λευκό πολίτη που πυροβόλησε).
Επιπροσθέτως, όταν το διάδοχο αστυνομικό δίδυμο, Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ και Εντ Χόκεν Τζούνιορ, τιμά τις πατρικές περσόνες (δηλαδή κλασικά, οι δυο τους ακόμη και σαν παρουσίες νέας γενιάς τα θαλασσώνουν στην έρευνα, αλλά τελικά παραδόξως συνεννοούνται άριστα). Και κυρίως, όταν το υποσχόμενο τρελό ερωτικό δίδυμο, Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ (Λίαμ Νίσον) και Μπεθ Ντάβενπορτ (Πάμελα Άντερσον) αλληλοσυμπληρώνεται, τότε όλα πλέον ανήκουν στη σφαίρα της επιτυχημένης κωμικής ανανέωσης! Πέραν του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, εξαιρετικά σημαντική ήταν λοιπόν και η συνδρομή του μοντάζ από τον Μπράϊαν Σκοτ Ολντς.
Συμπερασματικά
Ο -τα τελευταία χρόνια- σκληροτράχηλος και επιβλητικός, με τη γνώριμη απειλητική βαθιά φωνή (την οποία εξακολουθεί να διατηρεί από εντελώς αλλιώτικα έργα τελικά και σε τούτη την ταινία), τώρα πιο εγκεφαλικός, Λίαμ Νίσον, ταιριάζει εδώ ιδανικά με την καταλλήλως προσαρμοσμένη σε πειστική κωμικοτραγική έκφραση περσόνας, ορατά ρομαντική και ανθρώπινη πλέον, Πάμελα Άντερσον. Η ταιριαστή αντίθεσή τους είναι δημιουργική και ανεβάζει το επίπεδο της Κωμικότητας, μέσα από ένα μονοπάτι που δεν μιμείται τίποτα. Αγγίζει τους ορίζοντες της Κωμωδίας, δίχως να τους εκβιάζει. Σαν να μην το υποψιάζονται καν οι χαρακτήρες τους. Και αυτό το αβίαστο στοιχείο είναι όλη η ουσία στο συγκεκριμένο εγχείρημα.
Ο δε συνολικός, ελπιδοφόρος **Έρωτάς τους μέσα στη σφαίρα του Παραλόγου (αλλά και μια μικρή χρονοκάψουλα ευτυχίας στις στιγμές του κινηματογραφικού ζεύγους στο σαλέ, μαζί με τον Χιονάνθρωπο) γλυκαίνει και “κουφαίνει” τον θεατή. Η δε σχέση μουσικής και ταινίας έχει κάνει ενδιαφέροντα βήματα. Το τραγούδι της Μπεθ υπό υστερικούς αυτοσχεδιασμούς Jazz, μέσω φωνητικής τεχνικής Scat. Η αφιέρωση με τραγούδι του Ντρέμπιν Τζούνιορ προς την αγαπημένη του, μέσα από τη θυσία ενοικίασης στούντιο για ηχογράφηση (μόνο εγώ γέλασα εκεί, αλλά θα γελάσει για ευνόητους λόγους και κάθε άλλος μουσικός-θεατής). Η επερχόμενη πιστοποίηση της συγκεκριμένης θυσίας-ηχογράφησης στους τίτλους τέλους, κατά την απομυθοποίηση στο δίλημμα κιθαρίστας ή ντράμερ (εκεί γέλασαν σχεδόν όλοι/όλες). Ο συνθέτης της ταινίας, Λορν Μπάλφε, κατάλαβε το επικοινωνιακό εγχείρημα.
Επιπλέον, υπάρχει η απαραίτητη αφοσίωση σε αγαπημένα κινηματογραφικά δεδομένα, τιμώντας την παράδοση από εποχές τηλεοπτικής σειράς “Police Squad” (τουλάχιστον για εμάς, που την αποκτήσαμε νοσταλγικά εκτός εποχής κατά τη δεκαετία του 2000, σε βιντεοκασέτα παρακαλώ). Υπάρχει η γνώριμη “βόλτα” με το περιπολικό και τη σειρήνα, που ταξιδεύουν διαλύοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Υπάρχει εκτάκτως η φτερωτή, σοφή παρουσία του “πνεύματος”/πατέρα Φρανκ Ντρέμπιν. Υπάρχει το εκπληκτικό γνώριμο “ψευτο-πάγωμα” δύο πρωταγωνιστικών περσόνων, κατευθείαν μόλις πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Υπάρχουν αποπροσανατολιστικά λογοπαίγνια στο γνώριμο μοτίβο παρεξηγήσεων. Υπάρχουν και πολλά νέα αστεία.
Συνεπώς, ας μην κρυβόμαστε. Κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής προβολής γέλαγαν αυθόρμητα και ευχάριστα τα ¾ της αίθουσας των παρευρισκόμενων κριτικών κινηματογράφου. Δεν θυμάμαι, πότε άλλοτε τα τελευταία 7,5 χρόνια γελάσαμε τόσο άφοβα, με τέτοια συχνότητα κιόλας. Αλλά το ξαναλέω, αρκεί να καταλάβετε τους δύο άξονες του έργου. Να θυμηθείτε, τι εστί “Τρελές Σφαίρες.” Και να ανακαλύψετε, τις ανανεωμένες “Τρελές Σφαίρες.” Είναι Καλοκαίρι και τούτο το έργο προσφέρει τη σπάνια ευκαιρία, απλώς να ξεχαστείς απολαυστικά, μέσα σε μια κινηματογραφική ευχάριστη σαπουνόφουσκα. Το χρειάζεται ο κόσμος. Εν κατακλείδι, λέω άφοβα και το “Ναι” της κινηματογραφικής πρότασης. Προτείνω, να τη δείτε.
Σκεπτικό…
**Ελπιδοφόρος Έρωτας στη Σφαίρα του Παραλόγου
Μια κλασική πτυχή, την οποία διέθεταν ανέκαθεν οι “Τρελές Σφαίρες”, αναδεικνύοντας και παραβλέποντας ταυτοχρόνως -εκτός από τις πολλές αντιθέσεις- την υπαρκτή διαφορά ηλικίας στο κινηματογραφικό ζευγάρι. Ανέκαθεν η περσόνα Φρανκ Ντρέμπιν έβρισκε τη χαμένη ευκαιρία απέναντι στην κοινωνικά επιβεβλημένη, ηλικιακά υποτιθέμενη Δύση της ζωής.
Ανέκαθεν μία ξεχωριστή αγαπημένη, ξεπρόβαλλε στη ζωή του έμπειρου Ντετέκτιβ. Ανέκαθεν οι “Τρελές Σφαίρες”, μέσα σε όλα τα εκρηκτικά αστεία τους, διέθεταν την ανατροπή στον ελπιδοφόρο Έρωτα! Απλώς, αυτό δεν φαινόταν τόσο έντονα, μέσα από την όλη Παρωδία. Αλλά αναδυόταν στην επιφάνεια και άγγιζε κάπως διακριτικά τον θεατή.
Έτσι και εδώ, είναι παρούσα η σπάνια, η ρομαντική, η ανιδιοτελής διαφορά ηλικίας, επειδή απλώς δύο ερωτευμένοι άνθρωποι ταίριαξαν. Και μέσα στο παζλ των αστείων, τούτο το κομμάτι ταυτοχρόνως ταιριάζει και ανεξαρτητοποιείται. Έχει Κωμικότητα, μα ταυτοχρόνως είναι και σοβαρό. Και όχι σοβαροφανές...
Πιο Αναλυτικά…
Ερμηνείες
Λίαμ Νίσον (Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ)
Μια ενδιαφέρουσα μέθοδος, στην προσέγγιση της περσόνας. Η αφοσίωση στην σχεδόν ανερμήνευτη αλήθεια του γκαφατζή, μα καλού αστυνομικού, Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ. Και κατ’ επέκταση, στη ζήση των (κωμικών) δυνάμεων και αδυναμιών του. Πως φτιάχνει κανείς αλήθεια, τον γιο του Φρανκ Ντρέμπιν; Η κληρονομιά ήταν βαριά, αλλά το πείραμα πέτυχε Δόκτωρ. Είχε ανέκαθεν ταλέντο ο ηθοποιός, αλλά αυτός ο ρόλος ήταν μια ιδιαίτερη, αλλιώτικη πρόκληση. Φοβερή έκπληξη!
Πάμελα Άντερσον (Μπεθ Ντάβενπορτ)
Η ερμηνεύτρια κατανόησε ιδανικά την προσέγγιση στο κωμικοτραγικό μοτίβο και έγινε ιδιαιτέρως εκφραστική στην απόδοση αυτού. Η έκφραση του προσώπου ήταν ο πυρήνας της ερμηνείας της. Αν κινηθεί σωστά στα επόμενα βήματα της καριέρας της, ίσως να ξεκινά ένα νέο κεφάλαιο στη διευρυμένη Κωμωδία για την ηθοποιό. Πάντως γενικότερα, ο ρόλος της αποτελεί μια ώριμη επιστροφή!
Πολ Γουόλτερ Χάουζερ (Εντ Χόκεν Τζούνιορ)
Έπαιξε σε δραματικές ταινίες, όπως στο αντιρατσιστικό “Blackkklansman” (2018) του Σπάϊκ Λι ή όπως στο “Richard Jewell” (2019), υπό τη σκηνοθεσία του Κλιντ Ίστγουντ. Δεν ήξερα όμως, ότι είχε ταλέντο και στην προσεγμένη Κωμικότητα. Αλλά το έμαθα καλά φέτος, μέσα από το “The Fantastic Four: First Steps” (2025) και τις “Τρελές Σφαίρες” (2025). Άξιος, Εντ Χόκεν Τζούνιορ! Με μια ερμηνευτική μίξη, χαλαρότητας και ανησυχίας.
Κάρολ Κ.Χ. Πάουντερ (Αρχηγός Ντέϊβις)
Πασίγνωστο παρελθόν και φυσιογνωμία, σε ταινίες και σειρές. Εδώ παίζει καταλυτικό ρόλο ανάμεσα στους δύο άξονες της ταινίας, θυμίζοντάς μας με την παρουσία της το “γονεϊκό αφεντικό” του Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ. Ενισχύει το κωμικό επαγγελματικό μοτίβο αστυνομικού. Ενώ υπενθυμίζει παράλληλα, μια πιο ανθρώπινη υπόσταση, όσων προβληματίζονται πιο πολύ με τη διατάραξη της άνεσης του σπιτιού τους, παρά με την επικίνδυνη δουλειά τους.
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
