Το 2023, η Σελίν Σονγκ έκανε αίσθηση στην ανεξάρτητη κινηματογραφική σκηνή με την όμορφη ταινία «Περασμένες ζωές», που ήταν υποψήφια για Καλύτερη Ταινία και Καλύτερο Πρωτότυπο Σενάριο στα 96α Βραβεία Όσκαρ. Η ταινία επικεντρώνεται σε μια τριάδα ανθρώπων που συνδέονται με αγάπη, επιλογή, περιστάσεις και σύμπτωση. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την επόμενη ταινία της «Ταιριάζουμε;», για μια άλλη τριάδα ατόμων με ρομαντική σχέση που πρέπει να ανακαλύψουν ποιοι είναι ο ένας για τον άλλον, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα ραγίσουν την καρδιά τους.
Η Λούσι (Ντακότα Τζόνσον) είναι μια προξενήτρα που ζει στη Νέα Υόρκη. Θα πίστευε κανείς ότι μια προξενήτρα θα ήταν παντρεμένη ή τουλάχιστον σε μακροχρόνια σχέση, αλλά η Λούσι δεν ενδιαφέρεται για ραντεβού. Ο χρόνος που έχει περάσει στον κόσμο της την έχει κάνει να βλέπει την αγάπη ως μια σειρά από γεγονότα που πρέπει να τσεκάρονται. Αν οι βασικές ανάγκες ικανοποιηθούν, η αγάπη θα έρθει. Στον γάμο ενός από τους πελάτες της, η Λούσι γνωρίζει τον Χάρι (Πέδρο Πασκάλ), τον αδερφό του γαμπρού. Ευγενικός, πλούσιος και συμπαθητικός, είναι αυτό που αποκαλούν λαχείο στη βιομηχανία των προξενητριών. Η συνάντησή τους διακόπτεται από τον Τζον (Κρις Έβανς), τον πρώην της Λούσι, που είναι σερβιτόρος στο γάμο. Η Λούσι βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άντρες που προσφέρουν εντελώς διαφορετικά πράγματα. Ο ένας είναι πρόθυμος να της δώσει μια άνετη ζωή. Ο άλλος μόνο την αγάπη του.
Όλη αυτή η ιστορία φαντάζει σαν να έχουμε μεταφερθεί πίσω στο χρόνο, στη δεκαετία του ’90 και ότι πρόκειται να παρακολουθήσουμε μια κομψή ρομαντική κομεντί. Η ταινία ενδιαφέρεται να κάνει την ίδια συζήτηση ξανά και ξανά σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ο λόγος που η Λούσι δεν μπορεί να δει τον εαυτό της με τον Τζον είναι επειδή, είναι άφραγκος. Εργάζεται ως σερβιτόρος σε εταιρία catering είναι στα 30 του, ταυτόχρονα προσπαθεί να τα καταφέρει ως ηθοποιός, υπάρχει όμως ένα μεγάλο μέρος της Λούσι που θέλει τη σταθερότητα των χρημάτων. Ή ίσως επειδή έχει βρεθεί κοντά στους πελάτες της που κάνει προξενιό για τόσο καιρό έχει αρχίσει να πιστεύει ότι η κοινωνική θέση είναι αυτό που μετράει πάνω απ’ όλα. Τελικά, η Λούσι παίρνει μια απόφαση ανάμεσα σε αυτά που προσφέρουν αυτοί οι δύο άντρες, αλλά ο δρόμος για να φτάσει εκεί δεν είναι καθόλου εύκολος.
Υπάρχει κάτι τόσο βαθιά συγκινητικό στον τρόπο που η Σονγκ κινεί την κάμερά της σε στιγμές ακατέργαστης οικειότητας, ιδιαίτερα στη σκηνή όπου η Λούσι και ο Τζον ξανασμίγουν σε έναν γάμο. Συνεργαζόμενη για άλλη μια φορά με τον κινηματογραφιστή Σαμπίρ Κίρχνερ, μπλοκάρει μια ανταλλαγή αντίστροφων πλάνων μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών, καθώς καπνίζουν τσιγάρο και κοιτάζονται για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Ήταν κάποτε ζευγάρι και εξακολουθούν να είναι ερωτευμένοι, αλλά δεν φαίνονται έτοιμοι να παραδεχτούν αυτό το αναπόσπαστο γεγονός κάτι που θα γίνει πολύ αργότερα, καθώς η ταινία προχωρά.
Ωστόσο, πριν καν φτάσει σε αυτό το σημείο, η Σονγκ γυρίζει εντυπωσιακά σε μια σκηνή από το παρελθόν τους, όπου η σχέση τους διαλύεται. Χώρισαν για το πιο γελοίο πράγμα, αλλά δεν έχουν μιλήσει από τότε. Η ανταλλαγή τσιγάρων είναι η πρώτη τους πραγματική συζήτηση, από τον μοιραίο χωρισμό τους. Καθώς η Λούσι και ο Τζον απολαμβάνουν το τσιγάρο τους, ανακαλύπτουν ότι έχει απομείνει μια «σπίθα» στη σχέση τους, αλλά μένουν εκεί. Είναι ξεκάθαρο ότι η ταινία της Σονγκ, επικεντρώνεται στην αναζήτηση της ίδιας της Λούσι για την αγάπη, καθώς η δουλειά της είναι να διασφαλίζει ότι οι πελάτες της βρίσκουν «το κατάλληλο ταίρι».
Η Σονγκ δίνει έμφαση στις σιωπές και στο πώς ένα άτομο κοιτάζει κάποιον άλλον πέρα από τους ίδιους τους διαλόγους, για να μας κάνει να νιώσουμε την εγγύτητα της σχέσης της Λούσι με τον Τζον, καθώς αναζωπυρώνεται, ή με τον Χάρι, καθώς αρχίζει να ανθίζει. Η σεναριογράφος/σκηνοθέτης παίζει με γνωστά ρομαντικά κωμικά μοτίβα και ποτέ δεν τα ανατρέπει, ούτε κάνει κάτι διαφορετικό με ό,τι έχει ήδη καθιερωθεί. Ωστόσο, δεν πέφτει ποτέ θύμα ορισμένων από τις παγίδες που διαιωνίζουν πολλές ρομαντικές κομεντί. Αξίζει να σημειωθεί ότι κάθε χαρακτήρας που παρουσιάζεται στο σύμπαν της είναι βαθιά ανθρώπινος και συμπονετικός, και αισθάνεται γειωμένος στον κόσμο στον οποίο ζούμε, σε σύγκριση με μερικές από τις πιο εξιδανικευμένες εκδοχές του πώς πρέπει να ενεργεί ένας άντρας και μια γυναίκα ως «το τέλειο ζευγάρι» στην οθόνη.
Δεν είναι τέλειοι, ούτε και οι σχέσεις που έχει η Λούσι. Ο Χάρι μπορεί να είναι «το τέλειο ταίρι» με την πρώτη ματιά, και ο Πέδρο Πασκάλ σίγουρα απολαμβάνει λίγη διασκέδαση καθώς συστήνεται με μια γλυκιά κίνηση για να πλησιάσει τη Λούσι, αλλά τα ελαττώματά του αρχίζουν να αποκαλύπτονται καθώς εκείνη περνάει περισσότερο χρόνο μαζί του. Όταν συμβαίνει αυτή η σκηνή, η δραματική δύναμη δεν είναι έντονη, αλλά εξακολουθεί να γίνεται βαθιά αισθητή μέσα από το ανθρωπιστικό πρίσμα της Σονγκ, καθώς οι δυο τους κοιτάζονται και συνειδητοποιούν γιατί μπορεί (ή όχι) να είναι «το τέλειο ταίρι». Η Σονγκ δεν κρίνει ποτέ τις πράξεις του χαρακτήρα της Λούσι. Τις δείχνει όπως είναι, με τις ατέλειές τους, χωρίς να προσπαθεί να τις κάνει «τέλειες στην οθόνη».
Καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο είναι για τη Λούσι και τον Τζον να μιλούν ο ένας στον άλλον ειλικρινά, με τον ίδιο τρόπο που ο Χάρι προσπαθεί να αποκρύψει τις ατέλειές του μέχρι να τον ξεσκεπάσει η Λούσι. Αποτελεί μια ταινία βαθιά αφοσιωμένη και εκπληκτικά γεμάτη ενσυναίσθηση, που συχνά είναι πολύ αστεία στον τρόπο που δείχνει τους ανθρώπινους χαρακτήρες της να μαθαίνουν να αγαπούν, καθώς καταλαβαίνουν ότι είναι το μόνο στοιχείο που διατηρεί την ύπαρξή μας ζωντανή και λειτουργική. Χωρίς αγάπη, θα ήμασταν όλοι νεκροί. Αυτό δεν είναι θεωρία, αλλά γεγονός. Οι άνθρωποι χρειάζονται την αγάπη για να αναπτυχθούν ως καλοί χαρακτήρες. Αυτοί που δεν την χρειάζονται συνήθως καταλήγουν σε ένα σκοτεινό, ασυγχώρητο μονοπάτι.
Ανδρέας Κουταλάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα popitandmovieon.gr
