RED SONJA - Δημήτρης Κολιοδήμος

Σ’ έναν αρχαίο, μυθικό κόσμο, η Κόκκινη Σόνια, αιχμάλωτη ενός αδίστακτου αυτοκράτορα που θέλει να αφανίσει τον λαό της, πρέπει να συνεργαστεί με μια ομάδα ετερόκλητων πολεμιστών για να ξεφύγει από την τυραννία του και να ξαναβρεί τη χαμένη φυλή της.

Από τις σελίδες του Ρόμπερτ Χάουαρντ σ’ εκείνες των comics των Ρόι Τόμας και Μπάρι Γουίντσορ-Σμιθ, η Κόκκινη Σόνια πέρασε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη πριν σαράντα χρόνια, ως ηρωίδα της «Red Sonja» (1985) του Ρίτσαρντ Φλάισερ. Ατρόμητη πολεμίστρια και αγέρωχη γυναίκα, μαζί και… μπικινοφορούσα κοκκινομάλλα καλλονή που θα μπορούσε να εκληφθεί ως ανυπόταχτη Αμαζόνα αν δεν ζούσε την υβοριανή εποχή, όπου στη Γη κυριαρχούσε η μαγεία και οι άνθρωποι διαμόρφωναν με το σπαθί τη ζωή τους, είναι ένα αρχέτυπο της καλογυμνασμένης και μυώδους ηρωίδας. Η γυναίκα Διάβολος, όπως την αποκαλούσαν.

Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’80, και μετά την επιτυχία της ταινίας «Κόναν ο Βάρβαρος», που οι περιπέτειες σπαθιού και μαγείας είχαν γίνει της μόδας και, μαζί με τους θρυλικούς μαχητές, είχαν εμφανιστεί και οι ηρωικές πολεμίστριες. Ορισμένες απ’ αυτές ήταν ικανές να γεμίσουν από μόνες τους την οθόνη, όπως η Χάντρα της ταινίας «Χάντρα, ο Θηλυκός Εκδικητής» (1983). κάποιες άλλες είχαν ανάγκη την υποστήριξη ενός εξίσου επιδέξιου αγωνιστή που θα στεκόταν στο πλευρό τους – όπως ο Κάλιντορ, στην πρώτη εκείνη εμφάνιση της Κόκκινης Σόνια (Μπριγκίτε Νίλσεν), που τον ερμήνευε ο Άρνολντ Σουορτσενέγκερ και που στη συνείδηση των θεατών της εποχής δεν ήταν παρά μία διαφορετική «εκδοχή» του Κόναν. Γι’ αυτό και στη χώρα μας η ταινία εκείνη είχε τιτλοφορηθεί «Κάλιντορ, ο Μονομάχος» (τίτλος που μετατόπισε το κέντρο βάρος από τη γυναίκα στον άνδρα και διαφοροποίησε σημαντικά τις σημάνσεις της).

Η ταινία εκείνη ήταν ένα έργο ηρωικής φαντασίας, που αφηγείτο μία ιστορία εκδίκησης, όχι τόσο βίαιης όσο εκείνη της «Χάντρα» και ολίγον κωμικής (χάρη στην παρουσία ενός πρίγκιπα και του σωματοφύλακά του), και μία ιστορία ερωτικού αναπροσανατολισμού. Η νεόκοπη «Κόκκινη Σόνια» είναι ένα παραμύθι, που θέλει να αναλωθεί σαν μία ταινία αναζήτησης ταυτότητας και επιστροφής στις ρίζες. Και που, επιπροσθέτως, θέλει να λειτουργήσει «εισαγωγικά» ως προς την εμφάνιση της ηρωίδας, αιτιολογώντας την προέλευσή της, δικαιολογώντας την εμπλοκή της σ’ έναν δίκαιο αγώνα και συνηγορώντας στη μετατροπή της σε μία «θρυλική» πολεμίστρια, που στη συνέχεια θα σηκώσει το βάρος μιας σειράς ταινιών – ενός κινηματογραφικού franchise ανάλογου εκείνου που έχει δημιουργήσει στον χώρο των εικονογραφημένων εντύπων η Marvel Comics. Για την Ιστορία, οι δύο ταινίες δίνουν δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς την καταγωγή και τη γέννηση της ηρωίδας, παρόλο που τα σενάρια αμφότερων (λένε ότι) στηρίζονται στον «χαρακτήρα που δημιούργησε ο Ρόμπερτ Χάουαρντ».

Εδώ όλα αρχίζουν με τη μικρή Σόνια να γίνεται μάρτυρας του αφανισμού του λαού της από τον βαρβαρικό στρατό ενός πολέμαρχου ονόματι Άνζους. Είναι η εισαγωγική σκηνή, αλλά εμείς δεν βλέπουμε τη σφαγή – θα την παρακολουθήσουμε αργότερα, κάπου στη μέση του φιλμ, σαν ονειρική ανάμνηση της ενήλικης πια Σόνια (Ματίλντα Λουτζ), γιατί έτσι το θέλει ο σεναριογράφος Τάσα Χούο. Που έχει ενσωματώσει στην αφήγηση αρκετές τέτοιες σκηνές, για να εντείνει (ίσως) τον παραμυθένιο χαρακτήρα της, σε βάρος αυτού της περιπέτειας σπαθιού και μαγείας. Στην πραγματικότητα, το στοιχείο της μαγείας απουσιάζει. Στη θέση του, υπερτονίζεται η ύπαρξη των Θεών, η παρουσία τους στη Γη (μέσω θεϊκής παρέμβασης επιστρέφει στη ζωή η βαρεία τραυματισμένη Σόνια) και ο ρόλος αναχρονιστικών εφευρέσεων, όπως είναι ο τεχνητός φωτισμός των χώρων διαμονής και ο μέσω ενεργειακού μηχανισμού έλεγχος κάποιων «κατώτερων» ζωικών μορφών.

Το σενάριο θέλει την πρωταγωνίστρια να αιχμαλωτίζεται από το πρώτο τέταρτο και να φυλακίζεται, καταδικασμένη να πολεμά στην αρένα, μαζί με άλλους μονομάχους, σε αγωνίσματα προορισμένα να διασκεδάσουν τον αυτοκράτορα (Ρόμπερτ Σίχαν) και τους υπηκόους του, αλλά μην φανταστείτε ότι θα δείτε ένα μεγαλοπρεπές υπερθέαμα αντάξιο ενός «Μονομάχου» – ούτε καν τυπικές αναμετρήσεις στα πρότυπα του κλασικού «Σπάρτακου» δεν μας προσφέρει η Μ. Τζ. Μπάσετ! Με τηλεοπτική θητεία ουσιαστικά, χωρίς καμία ανάλογη εμπειρία, προσπαθεί να τα φέρει βόλτα με τα πενιχρά τεχνικά μέσα που της προσφέρει ο χαμηλός προϋπολογισμός, χωρίς να τα καταφέρνει και τόσο καλά.

Ίσως το νεανικό κοινό στο οποίο απευθύνεται κυρίως η ταινία, και για χάρη του οποίου κυριαρχεί η πλήρης ασεξουαλικότητα, η βία και η σκληρότητα των αναμετρήσεων έχουν απαλυνθεί, και το αίμα από τα πληγωμένα κορμιά ή τα κομμένα κεφάλια μόλις και μετά βίας αναβλύζει (αντί να ξεχύνεται άφθονο, όπως το απαιτεί μια τέτοια περιπέτεια σήμερα), να βρει τα δρώμενα του γούστου του, αλλά εμείς τα βρήκαμε χλωμά και υποτονικά. Στιγμές-στιγμές ακόμη και… ψεύτικα! Τα σπαθιά, οι λεπίδες και τα δόρατα μπορεί να χτυπούν δυνατά, αλλά αρματωμένοι στρατιώτες με μεταλλικούς θώρακες και αλυσιδωτές πανοπλίες δεν εξουδετερώνονται έτσι εύκολα, με τον τρόπο που βλέπουμε. Και η χορογραφία των λιγοστών αναμετρήσεων και των σκηνών μάχης είναι παντελώς αδιάφορη, με φωτεινή ίσως εξαίρεση την ξιφομαχία ανάμεσα στη Σόνια και την Ανίσια, που κι αυτή δεν θυμίζει σε τίποτα τη χρήση του σπαθιού από την Νίλσεν και τον Σουορτσενέγκερ.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η αφήγηση είναι απλή (προς απλοϊκή), όπως απαιτεί μία ταινία του είδους της, με την περιπέτεια να αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής, αλλά η κινηματογράφηση είναι άτονη και «θαμπή». Το φιλμ δεν έχει καμία από τις χάρες και τον δυναμισμό των εικόνων ενός comic και δεν διαθέτει ερμηνευτές του επιπέδου της αρχικής εκδοχής του 1985.

Δημήτρης Κολιοδήμος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module