Με ένα τρέιλερ και μια καμπάνια που πλασάρει την ταινία ως λίγο-πολύ παραδοσιακή ρομαντική κομεντί, καλό είναι να ξεκαθαριστεί γρήγορα πως αυτή δεν είναι μια συμβατική τέτοια ταινία – όπως και στις “Περασμένες Ζωές”, την πρώτη ταινία της Σελίν Σονγκ, τεχνικά ναι, υπάρχει εκεί ένα ερωτικό τρίγωνο, μια γυναίκα ανάμεσα σε δυο άνδρες, όμως πρακτικά η ταινία δεν αναπτύσσεται και δε συμπεριφέρεται ποτέ σαν αυτό να είναι το κεντρικό της ζήτημα. Γιατί οι ηρωίδες της, δηλαδή η ίδια, έχει κάνει την επιλογή της και ξέρει τι θέλει, έχει απλώς ανάγκη να τη θέσει σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και συναισθηματικό πλαίσιο. Στην πραγματικότητα δηλαδή είναι κάτι εντελώς διαφορετικό που την απασχολεί.
Τοποθετώντας τη δράση σε ένα καλά φωτισμένο, φανταχτερό αλλά παντελώς ψυχρό αστικό κέντρο, με ανθρώπους που διαρκώς γνωρίζονται αλλά δεν παθιάζονται, μετρώντας τις σχέσεις και το συναίσθημα σα να ήταν κιλά πατάτες στη λαϊκή, η Σελίν Σονγκ επιχειρεί στην πράξη κάτι αρκετά διασκεδαστικό, αλλά πολύ περισσότερο ενδιαφέρον. Μια ταινία αυστηρά δομημένη που προσπαθεί να αποδομήσει. Ένα αντι-ρομάντζο που αναζητά το πάθος μέσα στην κλινική αποτίμηση του κόσμου.
Η Ντακότα Τζόνσον, σταθερά συναρπαστική ηθοποιός και ιδανική για το ρόλο μιας σχεδόν ρομποτικής προξενήτρας για τον κόσμο της μητροπολιτικής ελίτ, βρίσκει τον εαυτό της σε σταυροδρόμι. Από τη μία, πέφτει στα πόδια της ένας άντρας γοητευτικός, έξυπνος, ενδιαφέρων, πλούσιους, αστείος, όχι κάθαρμα – αυτό που στον επαγγελματικό της χώρο, αποκαλούν «μονόκερο». Μα έλα που στη ζωή της μπαίνει ξανά ένας παλιός της έρωτας, ένας φτωχός πλην τίμιος (και ονειροπόλος) wannabe ηθοποιός που δουλεύει σε κέτερινγκ για τα προς το ζην, την ώρα που μοιράζεται ακόμα διαμέρισμα με κάτι ανεπρόκοπους.
Ο Κρις Έβανς μία φορά κάθε 6-7 χρόνια θυμάται να μας δείξει ότι είναι στα αλήθεια καλός ηθοποιός, και εύχομαι να το έκανε συχνότερα (“Snowpiercer”, “Captain America: The Winter Soldier”, “Scott Pilgrim”), και εδώ είναι ζεστός, ατημέλητος, μελαγχολικός – μια γοητεία σκέτη. Ο δε Πέδρο Πασκάλ καταφέρνει φανταστικά πράγματα με έναν όχι τρομερά πλούσιο ρόλο. Μια χειραψία, μια παράδοση της λέξης «ενδδδδιαφφφέρον», μια ερμηνεία σε μια σκηνή (θα καταλάβετε… είναι Η Σκηνή) όπου καταφέρνει να δώσει ειλικρίνεια μέσα σε ένα ειλικρινά θεοπάλαβο πλαίσιο.
Το τρίο ηθοποιών είναι ανεξαιρέτως ερμηνευτικά άψογο, αν μπορεί τουλάχιστον κανείς να προσπεράσει το γεγονός πως έχουμε τρεις ομιλούσες τελειότητες να συζητούν για ψεγάδια και για αληθινά προβλήματα. Μαζί με κάποιες τελείως παράδοξες επιλογές που δεν λειτουργούν πάντα (μια πιθανώς άτοπου τάιμινγκ ερωτική εξομολόγηση, η προαναφερθείσαι συναρπαστική μεν αλλά αποστομωτική Σκηνή, η απουσία μιας όποιου είδους κλιμάκωσης), έχουν ως αποτέλεσμα ένα αληθινά αλλόκοτο φιλμ, που νιώθεις διαρκώς σα να βρίσκεται σε γωνία 1-2 μοιρών από τη δική μας πραγματικότητα, σε κάποια άλλη, δική του.
Είναι σχεδόν ρομαντικό, είναι σχεδόν διασκεδαστικό, είναι σχεδόν αποδόμηση. Όμως σε όλες τις περιπτώσεις, είναι συναρπαστικό. Όλο το θεώρημα της Σονγκ έχει να κάνει με ανθρώπους που βλέπουν τους εαυτούς τους και τον κόσμο σαν πολύπλοκες εξισώσεις. Πόσο αξίζω εγώ, πόσο αξίζεις εσύ, ποιο είναι το περιθώριο λάθους, ποιο είναι το εύρος λύσεων για τον άγνωστο x; Αναπόφευκτα θα έμπαινε εκεί ο ανθρώπινος παράγοντας – αλλιώς δεν είχε νόημα η ταινία κιόλας – αλλά νιώθω πως αυτό συνέβη κάπως άτσαλα και χοντροκομμένα, με μια απρόσμενη εισβολή βίας σε μια ταινία που δεν χτισμένη με αυτή την αισθητική.
Ακόμα κι έτσι, τίποτα δε μοιάζει ικανό να σε πετάξει έξω από το μήκος κύματος αυτού του ιδιόρρυθμου φιλμ – αν τουλάχιστον συντονιστείς εξαρχής μαζί του. Ο μονότονος, σχεδόν απόκοσμος ρυθμός των διαλόγων, ο ευθύς και χαμηλός τόνος τους, οι χαρακτήρες που στέκονται συνήθως σε ακινησία μέσα σε προκαθορισμένες θέσεις σε κάδρα ακριβείας – τα πάντα στην ταινία είναι σα να βλέπεις συστήματα εξισώσεων να προσπαθούν να αποκτήσουν συνείδηση, να λύσουν τους εαυτούς τους.
Η ταινία αναφέρεται από πολλούς ανθρώπους σε σύγκριση με πιο συμβατικά δείγματα του είδους όπως “Ο Γάμος του Καλύτερού Μου Φίλου” (ένα φιλμ που προφανώς και κινείται με μεγαλύτερη χάρη, γιατί είναι άλλος ο σκοπός του), ενώ η ίδια η Σονγκ αναφέρει στις επιρροές της έργα όπως το “Πρόγευμα στου Τίφανις”. Ειλικρινά, το “Ταιριάζουμε;” μου φαίνεται πολύ πιο συγγενικό σε ιστορίες με χαρακτήρες που προσπαθούν να σπάσουν την τεχνητότητα του περιοριστικού περιβάλλοντός τους (από το “Περηφάνια και Προκατάληψη” μέχρι το… “Matrix Revolutions”), ακόμα κι αν δεν κατανοούν πλήρως το ρόλο τους στον κόσμο αυτό – εκεί εξάλλου έρχεται και το άλμα πίστης που είναι κάθε ερωτική δέσμευση.
Με έναν περίεργο τρόπο, το φιλμ καταλήγει να λειτουργεί, παρά την ιδιόρρυθμη κατασκευή του και τα επιμέρους εμπόδια που βάζει στον εαυτό του. Είναι μια ιστορία που ανοίγεται με ειλικρίνεια και θάρρος σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι υλικά και μετρήσιμα (αλλά από την άλλη… πάντα έτσι δεν ήταν, με τον ένα τρόπο ή τον άλλον;), έχοντας πράγματα να πει και να αναρωτηθεί με αληθινή αξία. Προσωπικά μιλώντας, το παρακολουθούσα καθηλωμένος από την αρχή ως το τέλος, έχοντας πολλές συζητήσεις να ανοίγουν στην πορεία και μετά το τέλος.
Απλώς, αν βλέποντας την ταινία νιώσετε να σας κρατά σε απόσταση και να δυσκολεύεστε να την αισθανθείτε, είναι λογικό να θελήσετε να της πείτε: It’s not me, it’s you.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
