Ένα βουβό Σοβιετικό απολαυστικό αριστούργημα!
Ο Κμυρ πίστεψε ότι όχι μόνο είχε πιάσει την καλή, μα πάνω απ’ όλα ότι είχε ανακαλύψει την ευτυχία βρίσκοντας ένα γεμάτο ρούβλια πορτοφόλι. Μπορούσε πια να επιστρέψει στη συζυγική στέγη απ’ όπου είχε φύγει με την επιτακτική προτροπή της Άννα να βρει την ευτυχία- με έγνοια για εκείνον αλλά και κουρασμένη από την κατήφεια του για τη φτώχεια τους, τόσο κουρασμένη που δεν προβληματίστηκε ότι θα έπεφταν πάνω της η φροντίδα της φτωχικής τους καλύβας και οι γεωργικές εργασίες: η Άννα είναι ανεξάρτητη και με δυνατά συναισθήματα. Ο λιπόσαρκος, άβουλος, τεμπελάκος Κμυρ επιστρέφει, λοιπόν, καβάλα σ’ ένα άλογο: όμως, αυτό το άλογο που αγόρασε, με τη διάστικτη επιδερμίδα που θυμίζει καμηλοπάρδαλη, αποδεικνύεται ανυπάκουο και τεμπέλικο (καθ’ εικόνα και ομοίωση τού κυρίου του, ακόμα και η στάση του σώματός του όταν βαριέται, γίνεται ίδια μ’ αυτήν του Κμυρ!) ενώ πάντα πεινάει, τόσο που ανεβαίνει στη σκεπή της καλύβας για να φάει τη φωλιά του πελαργού! Φυσικά, ο Κμυρ δεν θα καταφέρει να του επιβληθεί και θα χρειαστεί να το βάλει στην πλάτη της η εύρωστη, δυναμική κι εργατική Άννα ώστε να το κατεβάσει από την αχυρένια σκεπή τους! (η οποία, μάλιστα, όταν ξεπροβόδιζε τον Κμυρ στο ταξίδι της αναζήτησης της ευτυχίας, σχεδόν τον σήκωσε από το έδαφος για να τον φιλήσει στο στόμα!). Οι προσευχές του Κμυρ στον Θεό για μια ζωή ευκολίας και πλούτου, φαίνονταν να μην (ξανα)πιάνουν τόπο…
Ωστόσο, με την Άννα στη θέση του αλόγου στο αλέτρι, η σοδειά είναι πλούσια! Η χαρά τους, όμως, θα σβήσει σύντομα: ντόπιοι κουλάκοι, παπάδες, καλόγριες (με διάφανα φορέματα στο ύψος του στήθους!), φοροεισπράκτορες και διάφοροι κρατικοί υπάλληλοι, όλοι θα πάρουν το νόμιμο μερτικό τους αφήνοντας ελάχιστα στο ζευγάρι. Ο Κμυρ θέλει ν’ αυτοκτονήσει: όμως, παπάδες, κρατικοί υπάλληλοι, μέχρι κι απόσπασμα του τσαρικού στρατού με στρατιώτες πανομοιότυπους με ίδια μάσκα και στολή, θα συρρεύσουν στο αγρόκτημά του απαγορεύοντάς του να πεθάνει χωρίς την άδειά τους. “Αν πεθάνει ο μουζίκος, ποιος θα θρέψει τη Ρωσία;”, ωρύεται ο κουλάκος. Γιατί, πώς θα τρέφονται οι έχοντες και οι προνομιούχοι χωρίς την κακοπληρωμένη εργασία φτωχών, τρομοκρατημένων ανθρώπων, μαθημένων να αποδέχονται παθητικά, σαν ένα είδος δικαίου, τις ανισότητες, να ενστερνίζονται το δόγμα “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”;
Για καθέναν και καθεμία που αγκάλιασε τα ιδανικά της Οκτωβριανής Επανάστασης και βρήκε το νόημα της ευτυχίας στον αγώνα για το μαζί, την ισότητα, στον κολεκτιβισμό και την εργασία στα κολχόζ, υπήρχε ένας άλλος άνθρωπος προσκολλημένος στις επιταγές της παλιάς άρχουσας τάξης, πνιγμένος από την πεποίθηση της ματαιότητας των πάντων, που εξακολουθούσε να κλέβει αντί να παράγει, που ήθελε μεν να δουλέψει αλλά δεν έχανε την ευκαιρία να παρατήσει τη δουλειά για ένα- ή και πολλά περισσότερα- ποτηράκια βότκα, όλοι αυτοί που αν κι εξαθλιωμένοι, φοβούνταν κάθε αλλαγή (με πολλούς να καθηλώνονταν στον φόβο τους), κάθε διαφοροποίηση στον περήφανα τρομοκρατημένο ατομικισμό τους και τον γνώριμο τρόπο ζωής- γιατί, για τόσους ανθρώπους, ευτυχία σημαίνει τη γνώριμη δυστυχία. Άνθρωποι που τραγουδούσαν “Αν ήμουν Τσάρος, θα έτρωγα και θα ξανάτρωγα λαρδί”, όπως τραγουδούσε ο Κμυρ δίπλα στη λιπόθυμη από την κούραση Άννα πριν το 1917- και τραγουδώντας, φανταζόταν τον εαυτό του εστεμμένο σ’ ένα μεγάλο τραπέζι να τρώει με πάθος ένα ατέλειωτο κομμάτι κρέας (και με λαδωμένα χέρια, να στρώνει τα μαλλιά του!) ενώ δίπλα του η Άννα, εστεμμένη κι αυτή, προτιμούσε να τρώει ένα μήλο. “Ο εξαθλιωμένος Ρώσος αγρότης ονειρευόταν την ευτυχία με τον δικό του τρόπο… να έχει μόνο ένα κομμάτι ψωμί, να μην πεινάει, να έχει ένα άλογο, έναν στάβλο, ένα σακί σιτάρι, λίγα δικά του υπάρχοντα… Τα όνειρά του, βέβαια, για την ευτυχία δεν θα μπορούσαν να ήταν πολύπλοκα, ήταν φτιαγμένα στη δική του κλίμακα…”, είχε δηλώσει ο Μεντβέντκιν. Ο Κμυρ του, ήταν χαρακτηριστικό δείγμα Ρώσου αγρότη.
Τη ζωή αυτών των αγροτών κι εργατών που ζούσαν στην ενδοχώρα της ΕΣΣΔ, κατέγραφε ο στρατευμένος Μεντβέντκιν με το “Κινηματογραφικό Τραίνο”: ένα τραίνο που μετέφερε κινηματογραφικό εξοπλισμό για τις καταγραφές μαζί με εφημερίδες και φυλλάδια ως τα βάθη της αχανούς ΕΣΣΔ με σκοπό, τόσο να διαδώσει τις ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης όσο και να προβάλλει το καταγραμμένο υλικό στους ίδιους τους αγρότες κι εργάτες: όπως διαβάζουμε, ο Μεντβέντκιν πίστευε ότι βλέποντας απέξω, σαν τρίτοι, τούς εαυτούς τους, την καθημερινότητα και τη στάση ζωής τους, αντλούσαν ερεθίσματα για την υπέρβαση των αμφιβολιών και των φόβων για την νέα εποχή, κι ότι έτσι θα αντιλαμβάνονταν ότι επρόκειτο για το καλό όλων των μελών της κοινωνίας (η “Ευτυχία” ανήκει στις ταινίες του “Κινηματογραφικού Τραίνου”). Ο Μεντβέντκιν και οι συνεργάτες του που θεωρούσαν τους ντόπιους ως συνδημιουργούς αυτών των ταινιών, χρησιμοποιούσαν τον κινηματογράφο ως μέσο ικανό να συμβάλει σημαντικά στις μεγάλες εσωτερικές κι εξωτερικές αλλαγές (ο Λένιν υποστήριζε ότι ο κινηματογράφος ήταν ένα σημαντικό όπλο στα χέρια της εργατικής τάξης ενώ η Ρωσική καλλιτεχνική πρωτοπορία έδωσε μεγάλο βάρος στον κινηματογράφο). “Δώσαμε αξία στα κατορθώματα και το κουράγιό τους αλλά εξίσου ασκήσαμε κριτική στα λάθη τους. Και καθώς ήταν Σοβιετικοί, την δέχονταν με αγνή καρδιά”, είχε δηλώσει ο σκηνοθέτης.
Αυτή η βουβή ταινία που λειτουργεί ως πολιτική παραβολή κι ως λαϊκό παραμύθι (τόσο στην ατμόσφαιρα όσο και στο ντεκόρ με ζωγραφιστά φεγγάρια και σπίτια) απαγορεύτηκε στην ΕΣΣΔ εκείνη την εποχή (και παρέμεινε απαγορευμένη επί 40 χρόνια. πριν ανακαλυφθεί το 1970 από τον σπουδαίο Γάλλο ντοκιμαντερίστα Κρις Μαρκέρ) καθώς θεωρήθηκε ως αντι-Μπολσεβικική- ισχύει το αντίθετο, όμως: η εξιδανικευμένη απεικόνιση της ζωής στα κολχόζ χωρίς εντάσεις, ανταγωνισμούς και συγκρούσεις και η μάλλον απρόσμενη αφύπνιση του Κμυρ της δίνουν και μια προπαγανδιστική διάσταση τελικά. Ο Μεντβέντκιν την είχε αφιερώσει στους “τελευταίους τεμπέληδες της κολεκτιβιστικής γεωργίας”, απεικονίζοντας, βέβαια, και τη φοβισμένη προσκόλλησή τους στον ατομικισμό ως ανθρώπινο εμπόδιο στο συνειδησιακό άνοιγμα και την κοινωνική προσφορά. Με απίθανες σκηνές σλάπστικ κωμωδίας, σουρρεαλιστικά στοιχεία, οργιώδη φαντασία, καυστικό σατιρισμό, υποδόρια ειρωνεία αλλά βαθιά ανθρωπιά στον πυρήνα της, η “Ευτυχία” έχει πρωτίστως υπαρξιακό χαρακτήρα. Και, με έντονο το φεμινιστικό στοιχείο, η Άννα κινηματογραφείται πολύ χαμηλότερα από το ύψος των ματιών της, προσδίδοντάς της ένα υψηλό υπαρξιακό ανάστημα- με τον Κμυρ να κρύβεται συχνά πίσω της για να προστατευτεί! Μια αξέχαστη, απολαυστική ταινία!
(Η αρχική διάρκεια της ταινίας ήταν 95 λεπτά. Στο φεστιβάλ Βερολίνου του 2020 προβλήθηκε σε αποκατεστημένη κόπια 77 λεπτών ενώ η τωρινή επανέκδοσή της διαρκεί 64 λεπτά κάτι που, προφανώς, εξηγεί ορισμένα δραματουργικά κενά. Επίσης, η ταινία είναι διαθέσιμη στο Youtube με αγγλικούς υπότιτλους).
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
