Ο Βραζιλιάνος χτυπάει πάντα δυο φορές…
Το μυθιστόρημα του Τζέιμς Μ. Κέιν «Ο Ταχυδρόμος Χτυπάει Πάντα Δυο Φορές» έχει διασκευαστεί με όλους τους πιθανούς (κι απίθανους) τρόπους, με πλέον κλασικό τo φερώνυμο φιλμ του Τάι Γκάρνετ από τα 1946 (το οποίο προβλήθηκε στο ΞΑΦΝΙΚΑ ΦΕΤΟΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ #14). Τούτο το «Motel Destino» δεν αποτελεί μια νέα κινηματογραφική μεταφορά του εν λόγω βιβλίου, εν τούτοις, η επιρροή που έχει ασκήσει στο σενάριο κυριολεκτικά βγάζει μάτι.
Ο Χεράλντο είναι ένας νεαρός άνδρας, τον οποίο έχει στη δούλεψή της η αρχηγός του οργανωμένου εγκλήματος παραθαλάσσιου θέρετρου της Βραζιλίας. Σφοδρή επιθυμία του είναι να ξεφύγει απ’ όλα αυτά, κάνοντας όνειρα να ξεκινήσει μια δική του, νόμιμη επιχείρηση στο Σάο Πάολο, αλλά το μεγάλο αφεντικό δεν είναι και τόσο σύμφωνο με τις βλέψεις του. Αυτό που προέχει, άλλωστε, είναι εκείνος και ο αδελφός του να εισπράξουν άμεσα ένα σημαντικό χρέος από πώληση ναρκωτικών. Το σχετικό rendez-vous καταλήγει σε ενέδρα, στην οποία ο αδελφός του χάνει τη ζωή του, με τον ίδιο να είναι ατυχέστατα απών από το συμβάν, μιας και το προηγούμενο βράδυ το πέρασε με άγνωστη γκόμενα σε ερωτικό motel, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου. Έχοντας μείνει άφραγκος και φοβούμενος πως τα καλόπαιδα της συμμορίας θα τον πάρουν στο κυνήγι και μη συγχωρώντας τον εαυτό του για την αποτυχία της επιχείρησης, ο νεαρός βρίσκει καταφύγιο στον μοιραίο για αυτόν γαμιστρώνα, πιάνοντας δουλειά επιστάτη. Η επιχείρηση διοικείται από τη λάγνα Νταγιάνα και τον ωραιοπαθή άντρα της, Ελίας. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, και στο «Motel Destino» δεν θα μπορούσε να ισχύει κάτι διαφορετικό.
Αυτό που αρχικά δείχνει πως θα είναι ένα βίαιο γκανγκστερικό δράμα, γρήγορα μετατρέπεται σε μια παραλλαγή του «Ταχυδρόμου», αδιαφορώντας πλήρως για τις καταστάσεις που οδήγησαν τον Χεράλντο να φέρνει σε… Φρανκ Τσέιμπερς. Παίρνοντας μορφή θεατρικού έργου δωματίου, καθώς τα πάντα διαδραματίζονται εντός των εγκαταστάσεων του motel, το φιλμ στήνει ένα ερωτικό τρίγωνο ζήλιας και πάθους, όμως, δίχως να προσθέτει τίποτε άλλο στο καταστασιακό, το οποίο θα βοηθούσε το στόρι ν’ αποκτήσει ουσιαστική πλοκή. Τονίζοντας το kitsch της όλης φάσης του motel με κραυγαλέα χρώματα, παρακμιακούς neon φωτισμούς, ψυχεδελικά οράματα και άφθονο γυμνό (συνοδεία αναρίθμητων βογγητών από το συνεχές σεξ των διαφόρων δωματίων), ο Καρίμ Αϊνούζ (του έξοχου «Η Αόρατη Ζωή της Ευριδίκης Γκουσμάο») προτάσσει στυλ έναντι αληθινής αφήγησης.
Οι αλά Γκασπάρ Νοέ πειραματισμοί του ή οι tale quale με τους βαμμένους τοίχους ενδυματολογικές επιλογές των ηρώων του έχουν γούστο ενίοτε, όμως, άπαξ και πέσει το πρώτο πήδημα ανάμεσα σε Χεράλντο και Νταγιάνα, περιμένεις κάτι (άλλο) να γίνει ώστε η πλοκή να προχωρήσει. Τούτο δε συμβαίνει ποτέ, με τον Βραζιλιάνο auteur να δείχνει ικανοποιημένος από το άφθονο σεξ και τον εγκλωβισμό του ερωτικού τριγώνου εντός του motel. Όταν βγαίνουν παραέξω, είναι πια πολύ αργά για να αναστραφεί το κλίμα, χώρια που ουδεμία έκπληξη κρύβουν οι πράξεις του. Εκτός (ίσως) από το ότι τις διατελούν (κλασικά) ολόγυμνοι!
ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Ανώφελο ερωτικό θρίλερ που από έρωτα και σεξ (όλων των ειδών…) έχει φουλ, εν τούτοις, από θριλερικό στοιχείο δεν έχει τίποτα. Το περιβάλλον είναι εντελώς καλοκαιρινό (απολύτως ταιριαστό με την εποχή, δηλαδή), αλλά από μόνο του αυτό δεν αρκεί για να κάνει το «Motel Destino» να ξεφύγει από τη μοίρα της αδιάφορης μετριότητας.
Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr
