Όταν το Jurassic franchise επιχειρεί να επιστρέψει εκ νέου με μια ταινία που πλασάρεται –και είναι– ως σχετικά χαμηλών τόνων, αυτοτελές κεφάλαιο της σάγκα, τότε καταλαβαίνεις πως κάπου το όλο θέμα έχει ξεμείνει από ιδέες και καύσιμα.
Στην πραγματικότητα βέβαια δεν είναι πως υπήρχαν ποτέ και πολλές ιδέες πέραν της αρχικής: Μετά το αριστούργημα του Σπίλμπεργκ, ό,τι ταινία ακολούθησε στο franchise αποτελούσε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ένα ριφάρισμα πάνω στο ορίτζιναλ, με ελάχιστες απόπειρες αποστασιοποίησης ή εξερεύνησης αληθινά νέων ιδεών. (Αν και θα υπερασπίζομαι για πάντα το δεύτερο μισό του “Fallen Kingdom”, ένα γοτθικό παραμύθι ντυμένο ως μεσαίο “Jurassic World” σίκουελ.)
Ίσως τελικά, όπως συμβαίνει και τα ίδια τα πλάσματα αυτών των ταινιών, να μην έπρεπε ποτέ να έχουμε φέρει πίσω –ξανά και ξανά– αυτές τις ταινίες, που κατέληγαν απλώς να αναμασούν ιδέες και χαρακτήρες ενός φιλμ από 32 χρόνια πριν. Όμως, απλά, παραείναι εμπορικές. Και ίσως κάπου να μπαίνει κι ένα δημιουργικό πείσμα: «Αποκλείεται να μη μπορούμε να φτιάξουμε μια απίστευτα κουλ ταινία με δεινόσαυρους, τα πιο κουλ όντα στην ιστορία του πλανήτη».
Ο Γκάρεθ Έντουαρντς, που γύρισε το “Rogue One”, επιχειρεί εδώ λοιπόν να σκηνοθετήσει μια μικρότερου βεληνεκούς –σχετικά πάντα μιλάμε– περιπέτεια. Χωρίς τεράστια πάρκα, χωρίς αμέτρητα είδη δεινοσαύρων να παίζουν το ρόλο τους. Είναι αρκετά συμπαγή και περιορισμένα τα πράγματα: Χρόνια μετά την απελευθέρωσή τους στον πλανήτη, οι δεινόσαυροι έχουν λίγο-πολύ επιστρέψει σε κάποιες τροπικές, απομονωμένες περιοχές, μακριά από τα αστικά κέντρα. Εκεί, μια ομάδα μισθωμένη από φαρμακευτική εταιρεία (ήδη ξέρεις ότι θα πάει καλά αυτό) αναλαμβάνει να εντοπίσει και να αποσπάσει DNA από τρία είδη – τους μεγαλύτερους δεινόσαυρους αέρα, γης, και θάλασσας.
Θεμιτά όλα ως εδώ, αλλά το πρόβλημα είναι πως δεν υπήρξε κάτι άλλο στη συνέχεια. Οι όχι ιδιαίτερα πολλές σκηνές δράσης είναι άτονα γυρισμένες και μονταρισμένες, δίχως αίσθηση μεγαλείου, τρόμου ή έντασης. Το δραματικό στοιχείο δεν αναπτύσσεται ποτέ στην ουσία, για κανέναν χαρακτήρα – θυμάστε πώς στη μία αληθινά καλή Jurassic ταινία, όλο το δραματικό ζητούμενο του φιλμ αφορά τον μαγκούφη αρχαιολόγο που μαθαίνει σταδιακά πως μπορεί να είναι πατρική φιγούρα;
Δεν χρειάζεται κάτι απίστευτα εξεζητημένο. Κάτι απλό, αλλά ανθρώπινο και αναπτυγμένο με αφοσίωση, αρκεί. Εδώ υπάρχουν διάσπαρτα drafts ιδεών που δεν εξερευνώνται, δεν πηγαίνουν πουθενά. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους ίδιους τους δεινόσαυρους και τη θέση τους σε αυτό το νέο οικοσύστημα. Η δράση τοποθετείται σε ένα νησί παρατημένων, «χαλασμένων» δεινοσαύρων, αλλά με εξαίρεση μια γκροτέσκα φιγούρα τέρατος, η ταινία ποτέ δεν εκμεταλλεύεται την ιδέα για να συνθέσει ένα αληθινά ιδιοσυγκρασιακό νησί αλλόκοτων τεράτων. Ακόμα κι η ιδέα πως οι δεινόσαυροι αργοπεθαίνουν μέσα στις βιομηχανικές περιοχές θα μπορούσε να φέρει έναν πένθιμο, υπαρξιακό τόνο στο φιλμ, αλλά παραμερίζεται πολύ γρήγορα.
Εν τέλει είναι σαν μια ταινία που διαρκώς αποφεύγει το οτιδήποτε μπορεί να φανεί ενδιαφέρον ή τολμηρό. Δεν έχει κάτι αληθινά κακό ή ενοχλητικό όπως οι ταινίες του Κόλιν Τρέβοροου στην προηγούμενη τριλογία, και έχει και ένα πολύ δυνατό καστ, πρωτίστως Σκάρλετ Γιόχανσον, Τζόναθαν Μπέιλι, Μαχέρσαλα Άλι και Ρούπερτ Φρεντ, άπαντες σε καλές ερμηνείες. Όμως τι ακριβώς να το κάνεις αυτό; Η ταινία μπαίνει και βγαίνει από μέσα σου με ένα τρόπο πιο εντυπωσιακό κι από τα ίδια της τα πλάσματα.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
