Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τομ Μισέλ, η ταινία ακολουθεί την ιστορία ενός Αγγλου που ταξιδεύει μέχρι την Αργεντινή τη δεκαετία του 1970 για να δουλέψει σε ένα σχολείο, και η ζωή του οποίου αλλάζει ριζικά όταν γίνεται φίλος με έναν μικρό πιγκουίνο, που θα του διδάξει τα σημαντικότερα μαθήματα της ζωής.
Ενώ πρόκειται για μια πολύ ωραία ιστορία αφύπνισης της συνείδησης ενός ανθρώπου, στις πολύ βάρβαρες συνθήκες των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής είναι γυρισμένη με τεράστια αμηχανία. Είναι λες και ο σκηνοθέτης δεν ξέρει σε ποια ηλικία να απευθυνθεί. Ο πρωταγωνιστής φαίνεται να εκτελεί μηχανικά την ερμηνεία του. Οι γύρω του παρουσιάζονται τόσο αθώοι... Η βία ουσιαστικά αποσιωπάται. Ενώ υπάρχει ένα πολύ καλό υπόβαθρο στην ιστορία μας (εξαφανισμένοι στις δικτατορίες, μητέρες που διαδηλώνουν για τους εξαφανισμένους κ.λπ.), όλη η ιστορία υποβαθμίζεται σαν οικογενειακή ταινία της Ντίσνεϊ... Το γεγονός ότι ένα τόσο τρυφερό ζωάκι, ο πιγκουίνος στην περίπτωσή μας, ξυπνάει τα ένστικτα ενός ανθρώπου και τον αφυπνίζει, δεν είναι πρωτόγνωρο στο σινεμά και δεν απευθύνεται σε παιδιά απαραίτητα. Κάθε άνθρωπος διδάσκεται από τα ζώα. Η ιστορία αυτή θα μπορούσε να απευθύνεται σε όλους και να είναι γυρισμένη σαν πολιτικό θρίλερ. Κρίμα...
Παυλίνα Αγαλιανού
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα rizospastis.gr
