ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΣΑ, Η - Βασίλης Μάλτας

Ένα ακόμα μινιμαλιστικό κομψοτέχνημα της ανθρώπινης συνθήκης από τον μαιτρ του είδους

–  «Πώς την γνώρισες;», θα ρωτήσει τον Ινγκούκ η μητέρα του γι’ αυτήν την άγνωστη Γαλλίδα, την Ιρίς, που για άγνωστους λόγους ζει στη χώρα τους, την Νότια Κορέα- και, μάλιστα, ζει στο ίδιο σπίτι με τον γιο της, πέρα από το ότι είναι πολύ μεγαλύτερή του.
– «Περπατούσα στο πάρκο. Καθόταν μόνη στο παγκάκι κι έπαιζε φλογέρα. Έπαιζε άσχημα αλλά προσπαθούσε πολύ. Πήγα κοντά της και τής μίλησα», απαντά ο νέος.

Τελειώνοντας το κομμάτι της στο πιάνο, η νεαρή Ινσόνγκ ρωτιέται από την Ιρίς, μεταξύ άλλων, πώς νιώθει, τι πραγματικά νιώθει, αν πιστεύει ότι θα κάνει σταδιοδρομία ως πιανίστρια. Αναρωτιόμαστε γι’ αυτήν την επιμονή καθώς η νεαρή Νοτιοκορεάτισσα έχει ήδη απαντήσει ότι αισθάνεται χαρούμενη: τώρα, όμως, ομολογεί λυπημένα ότι δεν παίζει καλά, ότι νιώθει απογοήτευση. Είναι η κατάλληλη στιγμή για την Ιρίς που τραβώντας ένα χαρτί από μια μικρή στοίβα, μεταφράζει τον διάλογό τους από τα Αγγλικά στα Γαλλικά γράφοντας «Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος μέσα μου που με κουράζει τόσο πολύ;» και το δίνει στην Ινσόνγκ μαζί με μια κασέτα όπου ηχογραφεί εκείνη την ώρα ό,τι έχει γράψει: είναι η μέθοδος της Ιρίς για εκμάθηση Γαλλικών, βέβαιη ότι αυτός ο εξατομικευμένος τρόπος διδασκαλίας μιας ξένης γλώσσας, βασισμένος στη μετάφραση συναισθημάτων και υπαρξιακών καταστάσεων από τη μητρική γλώσσα στην ξένη, είναι αποτελεσματικότερος από τους παραδοσιακούς όπου, σαν παιδιά, μαθαίνουμε να μιλάμε από την αρχή σε ξένες γλώσσες (και θα επαναλάβει τις ίδιες ακριβώς ερωτήσεις σε άλλη μαθήτριά της που παίζει κιθάρα, αποσπώντας την ίδια ομολογία, πάντα μέσω αγγλικών, ότι δεν παίζει καλά κιθάρα- και η Ιρίς, βέβαια, γράφει σ’ ένα χαρτί το ίδιο υπαρξιακό ερώτημα που θα ηχογραφήσει σε κασέτα! Η επαναληπτικότητα των καταστάσεων τονίζει την ομοιομορφία μας χιουμοριστικά και με μια ειρωνεία).

– «Είναι ειλικρινής;», θα ρωτήσει τον Ινγκούκ η μητέρα του.
– «Λέει την αλήθεια».
– «Πώς το ξέρεις αφού δεν την γνωρίζεις;».

Άραγε, η Ιρίς εκμαιεύει κρυμμένα συναισθήματα θέλοντας έτσι να μοιράζεται δικά της υπαρξιακά διλήμματα με τους άλλους ή μόνο ως μέσο για τη διδασκαλία της; Κουβαλάει κι αυτή πίκρα που δεν παίζει καλά μουσική; Σμιλεύει την εικόνα μιας διαφορετικότητας ώστε να βγάζει τα προς το ζην, τόσο με την πρωτοτυπία τής μεθόδου της όσο και μιλώντας για τον υγιεινιστικό τρόπο ζωής της; (στο πλαίσιο του οποίου, καθημερινά πίνει 3 μπουκάλια makgeolli- ακατέργαστο κρασί από ρύζι- ενώ καπνίζει σαν φουγάρο!). Λέει αλήθεια σ’ έναν άνθρωπο για την ωραία ποίησή του, θέλει να τον ενθαρρύνει υπερβάλλοντας ή στοχεύει επιδέξια στο κέντρο της φιλοδοξίας του; Ποια, τέλος πάντων, είναι αυτή η Γαλλίδα, πώς βρέθηκε στη Νότια Κορέα; Γιατί αράζει μόνη στα πάρκα και καμιά φορά αποκοιμιέται στο χορτάρι; Μένει με τον Ινγκούκ ως φίλη- υποσχόμενη ότι θα συμμετέχει στην πληρωμή του ενοικίου- υφέρπει ερωτισμός ανάμεσά τους ή καλλιεργεί αυτήν την εντύπωση ώστε να παρατείνει τη φιλοξενία της πιστεύοντας ότι του αρέσει, εκμεταλλεύεται την ανάγκη του για μητρικό υποκατάστατο; Δεν δίνονται απαντήσεις- ας σκιαγραφήσουμε εμείς το πορτρέτο της έχοντας επίγνωση της υποκειμενικότητάς μας, σαν να λέει ο Χονγκ Σανγκ-σου. Γιατί, όμως, μας ενδιαφέρει να προσδιορίσουμε τη σχέση της με τον Ινγκούκ; Άραγε, όλες αυτές οι ερωτήσεις απορρέουν από επιθυμία να την κατανοήσουμε ή γιατί κατατάσσοντας τους ανθρώπους μέσω έτοιμων απαντήσεων, είμαστε βέβαιοι ότι τους κατανοούμε χωρίς να χρειαστεί να χάσουμε άσκοπα χρόνο, δεν διακινδυνεύουμε συζητήσεις περί των εαυτών μας, μπορούμε να επαιρόμαστε για τις ψυχογραφικές μας ικανότητες; (η Ιζαμπέλ Ιπέρ περιγράφει την Ιρίς σαν διασταύρωση καλής μάγισσας και διαβολικής νεράιδας που διεισδύει στις ζωές, στη σκέψη και στο ασυνείδητο των άλλων).

Ένας άντρας την φλερτάρει μόλις απομακρυνθεί για λίγο η σύζυγός του- η Ιρίς ανταποκρίνεται ή παίζει το παιχνίδι από αμηχανία, επειδή κολακεύεται;- ενώ αργότερα, με μπόλικο αλκοόλ στις φλέβες του, κάνει θεατρικές υποκλίσεις σε μια πέτρα με χαραγμένο ένα ποίημα: άραγε, απελευθερώνεται πίνοντας ή θέλει να πιστέψουν ότι έχει συγκινηθεί; (ένας χαρακτηριστικός χαρακτήρας του Χονγκ Σανγκ-σου!). Ο πατέρας της Ινσόνγκ που χρηματοδότησε τη χάραξη ενός γνωστού Κορεάτικου ποιήματος σε άλλη πέτρα, τη μεγαλύτερη στην περιοχή, με το όνομά του χαραγμένο με μικρά γράμματα στο πίσω μέρος, ήταν ταπεινός ή επιδίωξε το μερτικό του στην υστεροφημία; Η αστεία υστερική ανάκριση που διενεργεί η μητέρα του Ινγκούκ στον γιο της, οφείλεται στον φόβο της μην τον χάσει από άλλη γυναίκα αλλά και για να κατευνάσει τις ενοχές της που ήταν μακριά από το μεγάλωμά του; (για πολλούς γονιούς, σημασία έχει να πείσουν τα παιδιά τους για την αγάπη τους κι ας μην το αισθάνονται τα ίδια τα παιδιά). Στις αστικές κοινωνίες, συχνά χρησιμοποιούμε τον λόγο για να κρυβόμαστε, μαθαίνουμε ξένες γλώσσες χωρίς να έχουμε μια γλώσσα προσωπικής έκφρασης, γινόμαστε αστείοι (κι όχι γελοίοι για τον Χονγκ Σανγκ-σου) μέσα στις κρυμμένες ανασφάλειές μας θέλοντας να φαινόμαστε ψαγμένοι, ώριμοι. Αχ! Να αποδεχόμασταν ότι δεν είμαστε σπουδαίοι, ότι μπορεί τελικά να μην έχουμε ένα ιδιαίτερο ταλέντο, ότι αυτό που είμαστε, έχει τη δική του ομορφιά κι αυθεντικότητα! Να προτιμούσαμε την κατάθλιψή μας αντί της τυπικής ευγένειας, αντί του βεβιασμένου, ηχηρού γέλιου που θέλει να ξεγελάσει για ανεβασμένες διαθέσεις! (αντίθετα, οι νέοι της ταινίας είναι περισσότερο ειλικρινείς, ακόμα και στο θάμπωμά τους από την υποκρισία των μεγάλων). Στο ιδιαίτερο σύμπαν του Νοτιοκορεάτη δημιουργού, παρ’ όλη την υποκρισία, υπάρχει κωμική αδεξιότητα στο ανθρώπινο πλησίασμα ενώ οι εξομολογήσεις που διαφεύγουν από ρωγμές του στερεοτυπικού λόγου όταν είμαστε πιο ανοιχτοί, συχνά υπό την επήρεια του αλκοόλ, μεταδίδουν οικειότητα.

Στατικά πλάνα από μεσαία απόσταση στα πρόσωπα, το φως γύρω τους έχει μια θαμπάδα θαρρείς από το φιλτράρισμα της ωραιοποίησης που επιχειρείται. Μεγάλα σε διάρκεια πλάνα όπου ο χρόνος κυλάει αργά (ωστόσο, μια κάπως μικρότερη διάρκεια θα έκανε την ταινία πιο σφιχτοδεμένη- η 90λεπτη διάρκειά της είναι μεγάλη στο έργο του Νοτιοκορεάτη δημιουργού!) και μεστές σιωπές που προτρέπουν στην παρατήρηση της προσπάθειας των ανθρώπων να επικοινωνήσουν ή να αποκρύψουν προσποιούμενοι ότι επικοινωνούν ώστε να κατανοήσουμε κάτι από τον περίτεχνα μπερδεμένο ψυχισμό τους που απωθεί τις οδυνηρές αλήθειες: οι άνθρωποι του Χονγκ Σανγκ -σου μιλάνε πολύ- πόσα λόγια ξοδεύουμε για να βρούμε το κουράγιο να ψελλίσουμε κάτι που φοβόμαστε ή για να μην βλέπουν ποιοι είμαστε. Ολική αποδραματοποίηση στην ελλειπτική αφήγηση συνηθισμένων, καθημερινών γεγονότων (η Ιπέρ δηλώνει ότι δεν υπήρχε σενάριο παρά μόνο τυπωμένες γραμμές!). Όλα είναι αστεία τελικά, όλα είναι τόσο ανθρώπινα, η ταινία είναι σχεδόν παρηγορητική. Με υποδόρια ειρωνεία και μελαγχολία να υφέρπει, ένα ακόμα μινιμαλιστικό κομψοτέχνημα της ανθρώπινης συνθήκης από τον μαιτρ του είδους Χονγκ Σανγκ-σου.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Smart Search Module