Από την αρχή κιόλας αυτής της σκληρής ταινίας, όταν βλέπεις για πρώτη φορά τον Σαλ (Τόμπι Κεμπέλ), έναν πάλαι ποτέ πολλά υποσχόμενο, μοναχικό πυγμάχο, να βρίσκεται διαρκώς σε δύσκολη θέση και να μη μπορεί ποτέ και από πουθενά να πάρει ανάσα, αντιλαμβάνεσαι ότι με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, δείχνει έτοιμος να χάσει ακόμα και τα λίγα που έχει. Είναι μια κλασική φιγούρα αντιήρωα που κατά κάποιο τρόπο, θυμίζει τον αντιήρωα που υποδύθηκε ο Τζόναθαν Μέιτζορς στην επίσης πρόσφατη ταινία «Ονειρα ιλουστρασιόν», όπου το όνειρο ήταν μια καριέρα στο body building.
Ο Σαλ θέλει το καλύτερο για την κόρη του (Κίλα Λορντ Κάσιντι), βρίσκεται συνέχεια σε σύγκρουση με την πρώην γυναίκα του (Ιλέιν Κάσιντι), φέρνει σε δύσκολη θέση τον προπονητή του (Τζέιμς Κόσμο), ακόμα και η σχέση του με την πυγμαχία – στην οποία, αν και μεγάλος εξακολουθεί να είναι καλός – σε αφήνει γεμάτο ερωτήματα για το αν αγαπά πραγματικά το άθλημα.
Την ίδια ώρα δεν μπορείς παρά να τον συμπαθήσεις διότι παρά τους λανθασμένους χειρισμούς του, ένας από τους οποίους η εμπλοκή του με τον υπόκοσμο για λογαριασμό ενός παλιού φίλου του (πολύ καλός ο Σία Λεμπέφ) ως χαρακτήρας είναι καλόψυχος. Με ειλικρινή αγάπη στηρίζει τους ανήμπορούς ανθρώπους στο ίδρυμα όπου εργάζεται και η προσφορά του καλού είναι αδιαμφισβήτητο διακριτικό του.
Αυτός ο εξαιρετικά σύνθετος ήρωας είναι η ψυχή και το σώμα της ταινίας και ο Τόμπι Κεμπέλ τον υποδύεται με πειθώ πλάθονατς έτσι έναν από τους πιο συμπαθείς losers που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στο σινεμά. Και είναι, τελικά, ο βασικός αν όχι ο μόνος λόγος για να παρακολουθήσει κανείς αυτή την κατά τα άλλα πολύ στενάχωρη, δυσάρεστη ταινία.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
