Τα κύματα του τίτλου της τρίτης μεγάλου μήκους ταινίας μυθοπλασίας του Τσέχου Γιαν Μαντλ, (που φέτος υπήρξε η επίσημη πρόταση της Τσεχίας στις υποψηφιότητες των Οσκαρ στην κατηγορία της διεθνούς ταινίας) έχουν διπλή σημασία. Στη μια πλευρά υπάρχει η προφανής αλληγορική διάσταση και στην άλλη η κυριολεκτική καθώς η ιστορία της ταινίας αναφέρεται στα ερτζιανά, τα κύματα του ραδιοφώνου, το οποίο το 1967 (χρονιά αφετηρίας της εδώ δραματουργίας) αποκτούσε νέο πρόσωπο στην Τσεχοσλοβακία.
Και αυτό μέσω του έγκριτου, ακέραιου δημοσιογράφου Μάρτιν Βίνερ (Στάνισλαβ Μάιερ), για λογαριασμό του οποίου και παρά την θέλησή του, εργάζεται ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας ο Τομάς (Βόιτεκ Βοντοτσόφσκι) ένας νεαρός που δεν θέλει να έχει σχέση με την πολιτική σε μια χώρα όπου όλοι φοβούνται. Ο Βίνερ, αποπειράται τολμηρές για την εποχή εκπομπές, όπως την κατάργηση του μονοπωλίου των ειδήσεων από ένα και μόνο πρακτορείο – της Μόσχας.
Από την πλευρά του ο Γιαν Μαντλ έχει στο μυαλό του μια ιστορία προδοσίας και αμφισβήτησης σε μια χώρα ταλαιπωρημένη από την καταπίεση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Κάτι, περίπου παρόμοιο με γνωστές ταινίες της τελευταίας 20ετίας που ασχολήθηκαν με ιστορίες γύρω από την εποχή του Σιδηρού Παραπετάσματος – ενδεικτικά αναφέρω τις «Ζωές των άλλων» και την «Γέφυρα των κατασκόπων».
Η αφήγησή του σκηνοθέτη είναι στρωτή και άμεση, ο στόχος του ξεκάθαρος, απουσιάζουν οι περιστροφές. Ματιά ευθύβολη, ελκυστική κινηματογράφηση – ορισμένες στιγμές νομίζεις ότι παρακολουθείς ταινία του Τάσου Μπουλμέτη. Το αποτέλεσμα είναι μια και με το παραπάνω αξιέπαινη σε όλα παραγωγή που μάλιστα μιλώντας για την ελευθερία του λόγου, αποκτά μια πολύ επίκαιρη εικόνα, σε μια εποχή που σε κάποιες δημοκρατικές χώρες όπως (ειρωνικά) η Αμερική, αυτή η ελευθερία δείχνει να φθίνει.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
