«Δεν ξέρω γιατί ήρθα στη Γαλλία», λέει ο Σουλεϊμάν κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη του κοινόχρηστου μπάνιου στο καταφύγιο των μεταναστών όπου βρίσκεται από τότε που έφτασε από την πατρίδα του τη Γουινέα.
Ο νεαρός άνδρας δεν έχει εξουσιοδότηση να εργάζεται. Έτσι αναγκάζεται να «νοικιάζει» μια εφαρμογή παράδοσης εμπορευμάτων από ένα τοκογλύφο με αντάλλαγμα ένα μεγάλο μέρος των κερδών του. Αυτό τον αναγκάζει να κάνει διαδρομές με το ποδήλατο του για πολλές ώρες, μέρα και νύχτα, κάτω από οποιαδήποτε συνθήκες.
Ο Σουλεϊμάν βρίσκεται λίγες μέρες πριν καταθέσει ενώπιον ενός αξιωματούχου για να μάθει αν θα του χορηγηθεί άσυλο. Το επιχείρημα είναι πως πρόκειται για πολιτικό ακτιβιστή αντίθετο με το καθεστώς της Γουινέας που αναγκάστηκε να φύγει λόγω απειλών. Ένα ψέμα που επινοήθηκε από έναν ’’εκπαιδευτή’’ για νεοφερμένους, ο οποίος έχει βρει ένα σταθερό εισόδημα με το να καθοδηγεί Αφρικανούς πρόσφυγες να διηγούνται τις πιο θλιβερές ιστορίες στους υπαλλήλους μετανάστευσης.
Η ταινία επιδιώκει να μεταφέρει την ασφυξία που βιώνουν χιλιάδες εργάτες χωρίς χαρτιά σε ξένες χώρες. Χρησιμοποιεί τα τεχνικά στοιχεία για να δημιουργήσει μια αγχωτική ατμόσφαιρα για να συμπάσχεις τελικά με τον Σουλεϊμάν. Ο διευθυντής φωτογραφίας Τριστάν Γκαλάντ χρησιμοποιεί μεσαίες λήψεις και κάμερα χειρός. Απαθανατίζει έτσι τον πρωταγωνιστή και παρακολουθεί στενά τις εμπειρίες του αλλά και την απόγνωση που βιώνει.
Ακόμα και στις πιο ήρεμες και οικείες στιγμές του περνάει μια συναισθηματικά εξουθενωτική κατάσταση. Ο Λοϊκίν χρησιμοποιεί μια ιδιάζουσα ηχητική ατμόσφαιρα. Βασίζεται στους ήχους της παριζιάνικης ζωής, οι ήχοι μιας χαοτικής πόλης που απειλεί να καταπιεί τον Σουλεϊμάν.
Οι σκηνές με το ποδήλατο υψηλής ταχύτητας είναι ιδιαίτερα οδυνηρές γιατί η ηχητική σχεδιάση κάνει το Παρίσι να μοιάζει με τέρας, καθώς σε κάθε σκηνή νιώθεις τον κίνδυνο για τη ζωή του πρωταγωνιστή και φοβάσαι ανά πάσα στιγμή ότι ένα αυτοκίνητο θα τελειώσει το ταξίδι του.
Το καστ αποτελείται κυρίως από μη επαγγελματίες ηθοποιούς συμπεριλαμβανομένου και του Αμπού Σανκαρέ, στο ρόλο του Σουλεϊμάν. Ο οποίος μεταφέρει την απόγνωση και την απελπισία του χαρακτήρα με ιδανικό τρόπο. Καταφέρνει να μην καταφύγει σε μελόδραμα αλλά αντίθετα χρησιμοποιεί μια ήρεμη ένταση για να αποδώσει το βάρος της κάθε στιγμής. Όλα αυτά σε συνδυασμό με συνεντεύξεις από πραγματικούς μετανάστες αλλά και παριζιάνους οδηγούς ντελίβερι.
Η ταινία έλαβε 4 βραβεία Σεζάρ, για Καλύτερο Νέο Ηθοποιό (Αμπού Σακναρέ), Καλύτερο Πρωτότυπο Σενάριο, Καλύτερο Μοντάζ και Καλύτερη Ηθοποιό σε Δευτερεύοντα ρόλο (Νίνα Μερισσέ). Επίσης Βραβείο επιτροπής και αντρικής ερμηνείας στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Καννών
Ανδρέας Κουταλάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα popitandmovieon.gr
