BABY - Βασίλης Κεχαγιάς

Ένα queer ερωτικό δράμα στους δρόμους του Σάο Πάολο

Θα μπορούσε να είναι ένα τυπικό μελόδραμα. Κι αν αυτό δε συμβαίνει είναι επειδή δεν το έχουμε συνηθίσει σε ανάλογης συσκευασίας queer ταινίες. Στην αρχή, με την έξοδο του νεαρού «baby» από το αναμορφωτήριο, όλα αναλώνονται σε ένα ξέφρενο κυνήγι του έρωτα από μέρους του και μια σωρεία ομοφυλοφιλικών σκηνών, στον queer κόσμο του Σάο Πάολο. Ανάμεσα σε αυτές, το αγόρι γνωρίζει έναν σαραντάχρονο φίλο, του οποίου η συμπεριφορά μοιάζει να ξεχωρίζει. Τον πλησιάζει με μεγαλύτερη στοργή από όλους τους υπόλοιπους, τον διεκδικεί ως μόνιμο σύντροφο. 

Στη διαδρομή από την ξέφρενη αρχή του φιλμ ως την επιστροφή του «baby» στην αθωότητα, τρέχει με ταχύτητα μια ψευδαίσθηση ενηλικίωσης και σωματικού έρωτα, πάντα επί χρήμασι. Ανάλογη διαδρομή πραγματοποιεί και το περιβάλλον της ταινίας, πότε ξεναγώντας μας στα φτωχόσπιτα και πότε παρακολουθώντας οικίες μεγαλοαστικές, εκεί όπου οι ιδιοκτήτες τους θεωρούν ότι τα πάντα αγοράζονται, ακόμη και ο έρωτας. 

Σε ένα πρώτο μέρος, για τους μη εξοικειωμένους με τα queer φιλμ, τα πάντα φαντάζουν παράξενα, ίσως και απωθητικά. Η κάμερα στο χέρι και οι νευρώδεις ρυθμοί, από σώμα σε σώμα, από τρανς πάρτι στα ναρκωτικά έχουν την εικόνα ξενάγησης σ’ έναν άγνωστο κόσμο. Υπάρχει και το βλέμμα του ερωτευμένου σαραντάρη με τον νεαρό φίλο του, που κάθε που εμφανίζεται στην οθόνη μαλακώνει την ένταση και τα χρώματα. Διότι υπάρχει και μια ανάλογη διαδρομή χρωμάτων στην ταινία: από τα έντονα και φανταχτερά στα παλ κατευναστικά. Ουσιαστικά, είναι τα χρώματα και η κάμερα αυτά που καταφέρνουν να μετατρέψουν μια αδιάφορη αρχικά εξέλιξη σε ένα συγκινητικό, ανθρώπινο δράμα.
Στην πραγματικότητα ο baby-Γουέλινγτον ψάχνει τον απόντα πατέρα.

Ολοκάθαρη η ψυχαναλυτική αναγωγή. Στην άλλη πλευρά, ο ώριμος άνδρας δείχνει καταλαγιασμένος από τα πάθη. Η οικογένειά του, με μια γυναίκα ομοφυλόφιλη και το παιδί τους να μεγαλώνει ανάμεσα στις περίεργες σχέσεις των γονιών του, κάνει εμφανή την αναζήτηση ταυτότητας. Τελικά, στη συνάντηση των δύο, ο νεαρός βρίσκει τον πατέρα κι ο σύντροφός του την ταυτότητά του. Για να συμβεί αυτό, ο νεαρός μέσα από ένα επεισόδιο με αστυνομικούς αντιλαμβάνεται πόσο έχει ανάγκη την πατρική φιγούρα και παραδίδεται στην αγάπη της.

Αφήνει πίσω τον κόσμο των κάθε λογής παραισθήσεων και σ’ ένα τελικό πλάνο, η απαραίτητη για ένα μελόδραμα ευτυχής κατάληξη, έχει τη σφραγίδα μαέστρικης σκηνοθεσίας. Τα πάντα γλυκαίνουν και γίνονται ένα χορευτικό, σχεδόν παιδικό, παιχνίδι. Μια αντίστροφη πορεία, μακριά από τα τυπικά: ο πιτσιρικάς γεννιέται στην κόλαση των δρόμων του Σάο Πάολο και με την ενηλικίωσή του κερδίζει τη χαμένη αθωότητα, χάρη στην αγάπη.

Ένα φευγαλέο βλέμμα κι ένα χαμόγελο στο φακό – κάτι τυπικά ανεπίτρεπτο για τους κινηματογραφικούς κανόνες- είναι και μια αδήλωτη φράση του ήρωα προς τον θεατή: «τώρα είμαι πραγματικά μωρό. Έμαθα να παίζω ξένοιαστα». Ένα  φινάλε το οποίο μπορεί να αποζημιώσει για την πολλές φορές ανούσια περιπλάνηση του σκηνοθέτη στον υπόγειο κόσμο μιας μεγαλούπολης της Βραζιλίας.

Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr

 

 

 

 

Smart Search Module