ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ - Βασίλης Μάλτας

Συναρπαστικό ντοκιμαντέρ για τη δολοφονία του Πατρίς Λουμούμπα και για εκείνη την ταραγμένη εποχή

«Εάν η Αφρική έχει το σχήμα ενός ρεβόλβερ, τότε το Κονγκό είναι η σκανδάλη του»: Φραντς Φανόν, «Οι εξαθλιωμένοι της γης» (ψυχίατρος, μαρξιστής και πολιτικός φιλόσοφος. Το έργο του θεωρείται σημαντικότατο στις μετα-αποικιακές μελέτες).

Στις 17 Ιανουαρίου 1961 δολοφονήθηκε ο Πατρίς Λουμούμπα μαζί με συντρόφους του, μόλις 7 μήνες μετά την εκλογή του ως ο πρώτος πρωθυπουργός της νεοσύστατης δημοκρατίας του Κονγκό, την επί 75 χρόνια Βελγική αποικία (ο Βέλγος βασιλιάς Λεοπόλδος Β’ έμεινε στην ιστορία ως ο «σφαγέας του Κονγκό» καθώς επί κατοχής του θανατώθηκαν κι ακρωτηριάστηκαν περισσότεροι από 10 εκατομμύρια Αφρικανοί). Μισθοφόροι του Βελγικού κράτους με Κονγκολέζους συνεργάτες τους κι έγκριση από ΗΠΑ και ΟΗΕ, δολοφόνησαν τον Λουμούμπα που επιδίωκε και το τέλος του Βελγικού οικονομικού ελέγχου στο Κονγκό. Το Βέλγιο, όμως, ιδιωτικοποίησε το ορυχείο με τις μεγαλύτερες ποσότητες ουρανίου της χώρας και υποκινούσε εξεγέρσεις του στρατού (αρχηγός του ήταν ο Μομπούτου, μελλοντικός επί 25ετία πρόεδρος του Κονγκό…) ενώ ο Μωυσής Τσόμπε (μετέπειτα πρωθυπουργός του Κονγκό από το 1964 έως το 1967…) ηγείται αποσχιστικού κινήματος στην πλούσια σε ορυκτά επαρχία της Κατάνγκα ζητώντας τη Βελγική παρέμβαση. Ο Λουμούμπα έκανε έκκληση αρχικά στον ΟΗΕ για αποστολή ειρηνευτικής δύναμης πριν στραφεί στην ΕΣΣΔ (δηλώνοντας: «Δεν είμαι κομμουνιστής, είμαι Αφρικανός»). Στη συμπλήρωση μισού αιώνα από τη δολοφονία, η Guardian την χαρακτήρισε ως τη «σημαντικότερη του 20ου αιώνα».

«Τα περισσότερα ορυκτά και μεταλλεύματα που χρησιμοποιήθηκαν στους μεγάλους πολέμους του 20ου αιώνα, βρίσκονται στο Κονγκό: καουτσούκ στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ουράνιο στον δεύτερο (και στην κατασκευή της ατομικής βόμβας), χαλκός στο Βιετνάμ… Κοβάλτιο στον “πόλεμο” του διαστήματος… Σήμερα, λίθιο για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα iPhones», δηλώνει ο σκηνοθέτης σε μια συνέντευξη. Η Δύση παραχώρησε ανεξαρτησία στις πρώην αποικίες εξακολουθώντας την απομύζησή τους: κι ο έλεγχος των ορυκτών πόρων του Κονγκό έχει στρατηγική σημασία για τη νεο-αποικιοκρατική της πολιτική. Από τους μισθοφόρους που βλέπουμε να δηλώνουν ευχαριστημένοι δολοφονώντας συντρόφους του Λουμούμπα κι «Αφρικανούς κανίβαλους, χωρίς ωράριο και με καλό καιρό στην Αφρική» (πάντα έντονος ο ρατσισμός στη Δύση) έως το σήμερα όπου 80.000 Κονγκολέζες έχουν βιαστεί από τότε που δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών επιτηρούν την ασφάλεια στο Κονγκό, σαν τρόπο εκκένωσης των χωριών με περιζήτητα ορυκτά, όπως αναφέρεται στα credits του τέλους.

«Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση», είχε πει ο Μάο: και η περίοδος που καλύπτει η ταινία, ήταν πλήρης μεγάλων αναταραχών. Με τον Ψυχρό Πόλεμο στο αποκορύφωμά του, ο ακτιβισμός για τα δικαιώματα των μαύρων συντάραζε τις ΗΠΑ («Μποϋκοτάζ των λεωφορείων» το 1955 οργανωμένο από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ίδρυση της «Διάσκεψης της Νότιας Χριστιανικής Ηγεσίας» το 1957, από τις κυριότερες αντιρατσιστικές οργανώσεις), η Διάσκεψη Μπαντούνγκ στην Ινδονησία (1955) όπου συμφώνησαν σε αντιαποικιακό αγώνα 29 ασιατικά κι αφρικανικά κράτη που αντιπροσώπευαν το 54% του παγκόσμιου πληθυσμού, εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ το 1956 από τον Νάσσερ, η είσοδος 16 αφρικανικών κρατών στον ΟΗΕ το 1960 που δημιουργούσε αισιοδοξία στον Μάλκολμ Χ για αλλαγή των συσχετισμών και το τέλος της Αμερικανικής κυριαρχίας στον Οργανισμό, η πρωτοβουλία του πρώτου πρωθυπουργού της ελεύθερης Γκάνας Κβάμε Νκρούμαχ για δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αφρικής. Το δράμα του Λουμούμπα που βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας, ήταν θαρρείς ένας προάγγελος της ανεπιτυχούς, τραγικής κατάληξης των πραγμάτων…

Στην κινηματογραφική ανασύσταση του κλίματος εκείνης της εποχής «πρωταγωνιστούν», μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ δηλώνοντας ότι «ο λαός του Κονγκό πρέπει να είναι ελεύθερος να χτίσει το κράτος του με ειρήνη κι ελευθερία» με εκείνο το ομοίωμα της φυσικότητας των δυτικών εξουσιαστών που πείθει για την αλήθεια των λόγων τους περί σεβασμού της αυτοδιάθεσης των κοινωνιών που απομυζούν, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ Νταγκ Χάμαρσκελντ να συναινεί παρασκηνιακά στην εξόντωση του Λουμούμπα, ο Σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ να χτυπά διαμαρτυρόμενος το παπούτσι του στα έδρανα του ΟΗΕ, να προτείνει γενικό αφοπλισμό (προκαλώντας μεγάλες ζημιές στα διεθνή χρηματιστήρια), να αποδοκιμάζει τόσο λυρικά όσο και με υπερβολικό λυρισμό τη Δυτική αποικιοκρατία (ο Γκριμονπρέζ στρέφει ορισμένα βέλη του και κατά της ΕΣΣΔ- ελαφρύτερα, βέβαια, συγκριτικά μ’ αυτά κατά της Δύσης- αν και ψήφισε και στήριξε τη δημιουργία πολλών ανεξάρτητων κρατών, συμπεριλαμβάνοντας εικόνες της Σοβιετικής εισβολής στην Βουδαπέστη κι συνοδεύοντας ειρωνικά την επίσκεψη του Χρουστσόφ στις ΗΠΑ με το “I’m confessin’ that I love you” του Λούις Άρμστρονγκ), ο Φιντέλ Κάστρο που συναντιέται με αρχηγούς κρατών του «Τρίτου Κόσμου» συμφωνώντας συνασπισμό μαζί τους στον ΟΗΕ, ο διευθυντής της CIA Άλεν Ντάλες η οποία έσπερνε πραξικοπήματα ανά τον κόσμο ενώ στήριζε τον φυλετικό ρατσισμό στις ΗΠΑ, η αξιωματούχος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών Ντάφνι Παρκ να περηφανεύεται για τον διχασμό που είχε προκαλέσει ανάμεσα στους Λουμούμπα και Μομπούτο. «Πρωταγωνιστούν», επίσης, ο διάσημος Λούις Άρμστρονγκ και η ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα Νίνα Σιμόν, που είχαν εργαλειοποιηθεί εν αγνοία τους από τη CIA στην επιχείρηση εξωραϊσμού της εικόνας των ΗΠΑ στη διεθνή γεωπολιτική σκηνή.

Ο σκηνοθέτης αρνείται τη γραμμική αφήγηση και το voice-over, εικόνες και δηλώσεις επανέρχονται, ο λόγος συχνά δεν συνδέεται με το περιεχόμενο της εικόνας: η φόρμα της ταινίας παραπέμπει στην αυτοσχεδιαστική, δημιουργική ελευθερία της τζαζ και με το κοφτό, πυρετώδες μοντάζ συλλαμβάνεται ο εξεγερτικός παλμός εκείνης της ταραγμένης εποχής όπου οι αποαποικιοποιήσεις γεννούσαν ελπίδες για δίκαιη αναδημιουργία του κόσμου και μεταδίδεται οργή, οδύνη για την υπονόμευσή τους από το αποικιοκρατικό μπλοκ και τον ΟΗΕ. Αρχεία εποχής, ηχητικά ντοκουμέντα, ρήσεις των πρωταγωνιστών, αναγνώσεις απομνημονευμάτων- ιδιαίτερα της Αντρέ Μπλουίν, ακτιβίστριας και συμβούλου του Λουμούμπα- αποσπάσματα τζαζ συναυλιών, βομβαρδισμός με πληροφορίες καλώντας μας να συνδέσουμε τα νήματά τους (όπου, ωστόσο, δεν αναπτύσσονται ορισμένα θέματα, όπως η αποδυνάμωση, η χειραγώγηση των νεοεισελθόντων κρατών στον ΟΗΕ). Και, στο πλούσιο ηχητικό τοπίο κυριαρχεί η τζαζ που διαποτίζει τις εικόνες, μαζί με αγωνιώδεις ή υπερτονισμένες συνθέσεις των ντραμς του Μαξ Ρόουτς, χαρούμενα Κονγκολέζικα τραγούδια για την ανεξαρτησία, μελαγχολικά μπλουζ της Νίνα Σιμόν για την πτώση του Λουμούμπα.

Το τραγούδι της Άμπεϊ Λίνκολν “We insist! Freedom now” που κλιμακώνεται σε κραυγή απελπισίας ενώ βλέπουμε την Maya Angelou να εισβάλει με 60 μαύρες γυναίκες σε συνεδρίαση του ΟΗΕ και να γρονθοκοπούν αντιπροσώπους δυτικών κρατών, επιδιώκει θαρρείς μια βίαιη αφύπνισή μας ότι το τότε ισχύει και σήμερα: η ιστορία επαναλαμβάνεται είτε στις γνώριμες μορφές της που όμως δεν έχουμε κατανοήσει τους αθέατους μηχανισμούς της είτε σε νέες εκδοχές που όμως δεν αντιλαμβανόμαστε λόγω των παρωχημένων ερμηνευτικών μας εργαλείων, επειδή η ανθεκτικότητα και η προσαρμοστικότητα του καπιταλισμού έχουν ρίζες σε αχαρτογράφητες εσωτερικές μας περιοχές που αρνούμαστε να αποδεχτούμε ως δικές μας.

Μια στοχαστική, παλλόμενη, συναρπαστική, ταινία!

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
 

 

 

 

 

 

 

 

 

Smart Search Module