Πρόκειται για ένα απολύτως ορίτζιναλ φιλμ τρόμου και πάθους (παρά τα δάνεια και το φόρο τιμής στους genre πατεράδες του, όπως τον μέγιστο Τζον Κάρπεντερ) που όμως, προς τιμήν του, δεν έρχεται με κανένα απολύτως άγχος να επανεφεύρει τους κανόνες, ή να επανασυστήσει την βαμπιρική μυθολογία και εικονογραφία. Αυτό όμως δε σημαίνει πως οτιδήποτε στην ταινία μοιάζει με αναμάσημα – αν μη τι άλλο ισχύει το αντίθετο, καθώς η ταινία του Κούγκλερ καταφέρνει να αποφύγει τη μεγαλύτερη πληγή του σύγχρονου σινεμά τρόμου: Την συχνά ανυπόφορη κυριολεξία της αλληγορίας του, ή ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης που μετατρέπεται σε (πολύ ισχνό, αφηγηματικά) πρώτο.
Η ιστορία μας μεταφέρει στον αμερικάνικο Νότο του 1930, όταν δύο δίδυμα αδέρφια (Μάικλ Μπ. Τζόρνταν με δύο διαφορετικού χρώματους καπέλα στον διπλό ρόλο) φεύγουν από το Σικάγο όπου έχουν χτίσει τη φήμη των σκληρών (και πιθανόν, συνεργατών του Αλ Καπόνε) και επιστρέφουν στη γενέτειρά τους για αρχίσουν ξανά.
Το «πολιτισμένο» Σικάγο μπορεί να μην έχει Κου Κλουξ Κλαν, αλλά ο ρατσισμός που συναντούν εκεί παίρνει απλώς άλλες μορφές – «καλύτερα ο διάβολος που ξέρεις», μας λένε τα αδέρφια στη διάρκεια μιας διαδρομής τους πίσω στα απλωτά χωράφια της βαθιάς americana.
Στη διαδρομή τους θα συναντήσουν πολλές φιγούρες από το παρελθόν τους, ανάμεσά τους τον ξακουστό στην περιοχή μουσικό Ντέλτα Σλιμ (ένας φοβερός και πάλι Ντελρόι Λίντο), την Άνι (Γούνμι Μοσάκου) που έχει μια πονεμένη σύνδεση με ένα από τα αδέρφια, και την Μαίρη (Χέιλι Στάινφελντ) που έχει μια, ας πούμε, περίπλοκη σύνδεση με το άλλο.
Όμως το κλειδί στην όλη υπόθεση μοιάζει να είναι ο Σάμι Μουρ (Μάιλς Κέιτον, τον οποίο μας πρωτοσυστήνει η ταινία), ένας χαρισματικός οργανοπαίχτης του οποίου η μουσική είναι τόσο έντονη και κρύβει μέσα της κάτι τόσο αρχέγονο που –θρύλοι λένε– μπορεί να διατρήσει τον χρόνο, ακόμα και την ίδια πραγματικότητα.
Γύρω από αυτή την βραδιά μουσικής και χορευτικής απόδρασης που στήνεται σε ένα κοινωνικό και πολιτιστικό άσυλο που μοιάζει σα να ξεφύτρωσε από το πουθενά, άνθρωποι παραγκωνισμένοι, άνθρωποι στο στόχαστρο των ρατσιστικών και εκμεταλλευτικών δυνάμεων, βρίσκουν έναν χώρο έκφρασης, ασφάλειας και έκστασης.
Και τα βαμπίρ; Θα έρθουν, και θα είναι γεμάτα πάθος. Ο ερωτισμός πάντα ήταν θεμελιώδες στοιχείο στην απεικόνιση του βαμπίρ και στους Αμαρτωλούς αυτό ξεφεύγει από, απλώς, μια μυστηριώδη, εξωτική έλξη. Είναι δικαίωμα και ίδιον όλων των χαρακτήρων. Η λαγνεία αυτών των δαιμόνων έρχεται ως μια μεθυστικά γοητευτική επέκταση των παθών και των θέλω των ηρώων μας, θολώνοντας κι άλλο τα νερά των απλουστευτικών αναγνώσεων. Τους μαγνητίζει η μουσική, η κουλτούρα, το πάθος. Έχουν κάτι το γοητευτικά αιώνιο, αλλά ξεπερνούν την μία και μόνη ανάγνωση, κι αυτό τα κάνει και συναρπαστικά ως τέρατα.
Ο μεθυστικός χορός της ταινίας είναι ικανός να σε παρασύρει στο αιματηρό παραμύθι της, το οποίο ο Κούγκλερ ξετυλίγει με περισσή δεξιότητα, ευρηματικότητα και μια αστείρευτη δίψα για εντυπωσιακά transitions και οπτική αφήγηση που αρνείται να περιοριστεί σε μια κλειστή ερμηνεία. Ακόμα κι αν ο ίδιος ο τρόμος δεν παίρνει ποτέ τον πρώτο λόγο στο φιλμ (πολύ απλά, δεν είναι ιδιαίτερα τρομακτικό, αν και από σασπένς τα πάει φίνα), και ορισμένες δυναμικές είναι τόσο ενδιαφέρουσες που θα ευχόμασταν να είχαν βρει περισσότερο χώρο να ζήσουν και αναπνεύσουν, είναι τελικά εμφανές πως οι Αμαρτωλοί διαθέτουν κάτι τελείως φρέσκο και ορμητικό στον πυρήνα τους.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
