Από τα πρώτα κιόλας πλάνα της ταινίας «Πριν το τέλος» (πρωτότυπος τίτλος «Πεθαίνοντας») του Γερμανού Ματίας Γκλάσνερ )που είδαμε αρχικά στο διαγωνιστικό τμήμα του περσινού φεστιβάλ Βερολίνου), με την ηλικιωμένη, άρρωστη με καρκίνο, μητέρα Λίσι, ανήμπορη στο πάτωμα λερωμένη με τα κόπρανά της, και τον ηλικιωμένο πατέρα Γκερντ, να επιστρέφει εντελώς γυμνός από το δρόμο όπου κυκλοφορούσε, και απ’ ότι μαθαίνουμε στη συνέχεια, κάτι που επαναλαμβάνει τακτικά, αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι σε χώρο που θυμίζει όχι μόνο τις ταινίες του Πέτερ Χάνεκε, αλλά και γενικότερα τις οικογενειακές σχέσεις, θέμα με το οποίο καταπιάνεται πρόσφατα, και αρκετά πετυχημένα, σε διάφορες ταινίες του ο γερμανικός κινηματογράφος.
Και αν φαινομενικά οι σχέσεις του ζευγαριού δείχνουν να είναι αρμονικές, με τον άρρωστο με άνοια σύζυγο να χρησιμοποιεί τα μάτια του για να βοηθήσει την σχεδόν τυφλή σύζυγο όταν αυτή οδηγεί το αυτοκίνητο, οι σχέσεις γενικότερα, με τα παιδιά που θα γνωρίσουμε αργότερα, είναι καθαρά δυσλειτουργικές. Δυσλειτουργικές σε μια κοινωνία που τις ενθαρρύνει και που η ίδια οδηγεί το άτομο σε απομόνωση και αποξένωση, με κυρίαρχα στοιχεία το κέρδος και τη σκληρότητα (όπως βλέπουμε στη σκηνή με νοσοκόμες και γιατρούς να εγκαταλείπουν το βράδυ τον άρρωστο με πνευμονία Γκερντ, οδηγώντας τον στο θάνατο).
Στο κωμικό αυτό μελόδραμα, διανθισμένο με μαύρο χιούμορ, τα διάφορα πρόσωπα της οικογένειας παρουσιάζει ο Γκλάσνερ μέσα από τέσσερα διαφορετικά κεφάλαια, ξεκινώντας από τη Λίσι (Κορίνα Χάρφους) και τον Γκερντ (Χανς Ούβε Μπάουερ) για να συνεχίσει με τον γιο Τομ και την κόρη Έλεν. Το συμφωνικό έργο, με τον τίτλο «Πεθαίνοντας», που δίνει και τον πρωτότυπο τίτλο της ταινίας, είναι η συμφωνία που ένας συχνά αναποφάσιστος και κλεισμένος στον εαυτό του, Τομ (εξαιρετικός στο ρόλο ο Λαρς Έιντινγκερ), διευθυντής μιας ορχήστρας νέων, κάνει πρόβες για να ανεβάσει. Συμφωνία γραμμένη από τον στενό, βουτηγμένο σε κατάθλιψη, Μπέρναρντ (Ρόμπερτ Γκίσντεκ), που συνεχώς διακόπτει τις πρόβες άλλοτε για να επιβάλει δικά του οράματα κι άλλοτε γιατί θέλει να την ξαναγράψει από την αρχή! Με τέταρτο μέλος της οικογένειας την Έλεν (Λίλιθ Στάγκενμπεργκ), μια αλκοολική, με μουσικό ταλέντο, γυναίκα, που συναντάμε ξαφνικά στη Λατβία (όπου την οδήγησε ο αλκοολισμός της), η οποία προτιμά το γλέντι, το χορό και βέβαια το πιοτό (σε μια όμορφη σκηνή τη βλέπουμε να χορεύει και να τραγουδά στη βροχή), σε σημείο που να μην καταφέρνει να παραστεί στη κηδεία του πατέρα της, τον μόνο από όλη την οικογένεια που πραγματικά αγάπησε.
Στα διάφορα κεφάλαια, εκτός από τον Μπέρναρντ και τη φιλενάδα του, μπλέκουν η πρώην φιλενάδα του, Λιβ (Άννα Μπέντερκε), που ακόμη εξακολουθεί να την αγαπά, παρά τα 20 χρόνια που έχουν περάσει από τότε, και η οποία του ζητά να την βοηθήσει στο νοσοκομείο στη διάρκεια της γέννας της (που παρακολουθούμε σε μια από τις πιο εξαντλητικές σκηνές της ταινίας), αντίθετα με τον πραγματικό πατέρα του παιδιού με τον οποίο έχει χωρίσει, καθώς και ο οδοντίατρος με τον οποίο η Έλεν έχει ένα ειδύλλιο, προσφέροντας μας μερικές χιουμοριστικές σκηνές στο οδοντιατρείο όπου εργάζονται.
Στις τρεις ώρες που διαρκεί η ταινία, και που παρακολουθείς πάντα με εξαιρετικό ενδιαφέρον τόσο χάρη στον τρόπο αφήγησης του Γκλάσνερ (με το κάθε κεφάλαιο να παρουσιάζει την ιστορία από την πλευρά του συγκεκριμένου πρωταγωνιστή) όσο και τις ερμηνείες όλων των ηθοποιών του, με τα κύρια θέματα της ταινίας να βγαίνουν σταδιακά στην επιφάνεια: η αναποφασιστικότητα του συνήθως σιωπηλού Τομ που θα οδηγήσει τον φίλο του στο θάνατο, η κληρονομικότητα και οι επιδράσεις στη ζωή των τέκνων μιας οικογένειας, και η επιφανειακή, ψεύτικη αρμονία που καλύπτει μια ανείπωτη σκληρότητα.
Ο Γκλάσνερ καταφέρνει να ισορροπήσει το κωμικό με το δραματικό και, αποφεύγοντας πάντα τους μελοδραματισμούς, να κρατήσει ένα τέλεια ελεγχόμενο ρυθμό σε όλες τις σκηνές του. Με δυο σκηνές να ξεχωρίζουν ιδιαίτερα χάρη στο όλο στήσιμο, το ντεκουπάζ και το μοντάζ τους και βέβαια τις ερμηνείες: η σκηνή της πρεμιέρας της συναυλίας, με την Έλεν να την διαλύει εξαιτίας ενός ασταμάτητου βήχα (βγάζοντας στην επιφάνεια την εχθρική σχέση της με τον Τομ) και η σκηνή των οικογενειακών «αποκαλύψεων», σκηνή ιδιαίτερα σκληρή, ανάμεσα σε μητέρα και γιο, που θυμίζει τον Μπέργκμαν (δεν είναι τυχαίο που ο Τομ παρακολουθεί κάποια στιγμή στην τηλεόραση το «Φανή και Αλέξανδρος») με την Λίσι να αποκαλύπτει στον Τομ πως όχι απλά δεν τον αγάπησε αλλά και ποτέ δεν τον ήθελε, και τον Τομ να επιβεβαιώνει, από τη δίκη του μεριά, την ίδια ψυχρότητα και αδιαφορία για τη μητέρα του.
Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr
