Ο ελληνικός τίτλος που δόθηκε για την γερμανική ταινία «Πριν το τέλος» είναι πέρα για πέρα σωστός αλλά και σχετικά πιο ήπιος από τον πρωτότυπο που σημαίνει πεθαίνοντας. Το στοίχημα του σκηνοθέτη Ματίας Γκλάσνερ είναι να μπορέσει να κρατήσει τον θεατή στο κάθισμα του επί τρεις ώρες περιγράφοντας την μια δυσάρεστη κατάσταση μετά την άλλη – κάπως σαν το «Biutiful» του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου αλλά χωρίς έναν γοητευτικό Χαβιέρ Μπαρδέμ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ μιλάμε για πραγματικό μαρτύριο.
Ηλικιωμένος πατέρας (Χανς Ούβε Μπάουερ) με άνοια λίγο πριν τον θάνατο. Ηλικιωμένη μητέρα (Κορίνα Χάρφουκ) πάσχουσα από καρκίνο, επίσης λίγο πριν το θάνατο. Μεσήλικος γιός διευθυντής ορχήστρας (Λαρς Έιντινγκερ) με σοβαρό πρόβλημα επικοινωνίας με τον κόσμο και έναν φίλο μουσικό (Ρόμπερτ Γκβίσντεκ) που θέλει να αυτοκτονήσει. Κόρη αλκοολική (Λίλιθ Στάνγκενμπεργκ) που ξερνάει στους πελάτες του οδοντιατρείου όπου δουλεύει αλλά και στην συναυλία που δίνει ο αδελφός της. Ότι πιο δυσάρεστο, ότι πιο αγχωτικό, ότι πιο θλιβερό και ότι πιο «μακριά από μας» μπορείτε να σκεφτείτε, η ταινία αυτή το έχει.
Σε ορισμένα σημεία, κυριολεκτικά αναρωτιέσαι για ποιο λόγο να ταλαιπωρείσαι παρακολουθώντας αυτό το βάσανο; Ωστόσο, η ταινία είναι τόσο προσεχτικά σκηνοθετημένη και ισορροπημένα μοιρασμένη σε κεφάλαια (ανάλογα με τον χαρακτήρα) που τελικά σου δίνει το κίνητρο να την παρακολουθήσεις, έστω από απλή περιέργεια και σίγουρα χωρίς να σε νοιάζει ιδιαίτερα η ιστορία, αφού μπροστά σ’ αυτόν τον οδυρμό, τι σημασία έχει;
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
